Tην κατεδάφιση του εμβληματικού άρθρου 24 για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος επιχειρεί η κυβέρνηση με την πρόταση αναθεώρησης, έτσι όπως έχει κατατεθεί στην αρμόδια Επιτροπή Αναθεώρησης της Βουλής, οι εργασίες της οποίας ξεκίνησαν τη Δευτέρα, με ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης στις 15 Ιουλίου.
Με την πρόταση η κυβέρνηση ξανανοίγει θέμα ορισμού των δασών με χρονικό κόφτη την 11η Ιουνίου του 1975 (το πρώτο Σύνταγμα μετά τη Μεταπολίτευση), άρα αποχαρακτηρισμού και αλλαγής χρήσης πριν την ημερομηνία αυτή, ενώ εισάγει τον μηχανισμό του περιβαλλοντικού ισοζυγίου «σε κάθε κρατική παρέμβαση». Δηλαδή για την αντιστάθμιση των δυσμενών συνεπειών που έχουν επέλθει στο περιβάλλον με την καταβολή χρηματικού ποσού, ώστε να χρηματοδοτηθούν μέτρα και ενέργειες που αποσκοπούν στην προστασία, αναβάθμιση και αποκατάσταση του περιβάλλοντος. Τέχνασμα που εφευρέθηκε και πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 2010 από το τότε ΥΠΕΚΑ (υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής) για να τακτοποιηθούν οι παράνομοι κλειστοί ημιυπαίθριοι χώροι και στη συνέχεια τα αυθαίρετα και οι παράνομες αλλαγές χρήσης.
«Πειράζει» και το άρθρο 117
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση ευτελίζει τον καταστατικό χάρτη της χώρας, καθώς κάνει λόγο για λήψη μέτρων ως συμβολή στην αντιμετώπιση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής και στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, όπως και στην ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ευθέως «πειράζει» και το άρθρο 117 του Συντάγματος για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, το οποίο στην παράγραφο 3 ορίζει ότι «δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλον τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για τον λόγο αυτό τον χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλον προορισμό». Στην κυβερνητική πρόταση μεταλλάσσεται και περιορίζεται σε πρόβλεψη για υποχρεωτική αναδάσωση σε δημόσια ή ιδιωτικά δάση που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλον τρόπο αποψιλώθηκαν. Υπενθυμίζεται ότι όσον αφορά τον ορισμό του δάσους και δασικής έκτασης και τα κριτήρια χαρακτηρισμού τους, στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 έχει περιληφθεί στο άρθρο 24 ερμηνευτική δήλωση. Βάσει αυτής «ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά». Μάλιστα, η δήλωση στηρίχθηκε σε απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου μετά από προσφυγή λόγω διαφωνίας Αρείου Πάγου και Συμβουλίου της Επικρατείας.
«Δυναμική πολεοδομία»
Η κατατεθείσα προς αναθεώρηση του άρθρου 24 πρόταση έχει ως εξής: «Προβλέπεται η λήψη μέτρων για τη συμβολή στην αντιμετώπιση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής και της διαχείρισης των υδάτινων πόρων, η ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η υποχρεωτική αναδάσωση σε δημόσια ή ιδιωτικά δάση που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν και η κατοχύρωση περιβαλλοντικού ισοζυγίου σε κάθε κρατική παρέμβαση. Δάσος λογίζεται η έκταση που, σύμφωνα με τα πορίσματα της επιστήμης, φέρει τα οικεία χαρακτηριστικά κατά την 11η Ιουνίου 1975».
Όμως, ούτε η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 17 (προστασία της ιδιοκτησίας, απαλλοτριώσεις) είναι αθώα, δεδομένης της κυβερνητικής λατρείας στις real estate αναπτύξεις και στις επιθυμίες της αγοράς, πόσο μάλλον όταν ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης (7 Μαΐου) στην ομιλία του ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση των 57 άρθρων είχε κάνει λόγο για «δυναμική πολεοδομία», περιλαμβάνοντας τη δυνατότητα μεταφοράς συντελεστή δόμησης: ενός πολεοδομικού εργαλείου για τα διατηρητέα, τα ρυμοτομούμενα κ.ά. που είχε μετατραπεί στο παρελθόν σε μέσο κερδοσκοπίας. Αν και το άρθρο 17 ήδη προβλέπει απαλλοτριώσεις όταν πρόκειται για έργα γενικότερης σημασίας που αφορούν την οικονομία της χώρας ή κοινής ωφέλειας υπέρ του Δημοσίου, τώρα προτείνεται το εξής: «Οι διατάξεις περί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης εφαρμόζονται και στην περίπτωση απαλλοτριώσεων που κηρύσσονται κατ’ εφαρμογήν πολεοδομικής, χωροταξικής ή αρχαιολογικής νομοθεσίας».
Οι πρώτες αντιδράσεις
Ήδη και με αφορμή τις δηλώσεις του πρωθυπουργού, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Μηχανικών Δημοσίων Υπαλλήλων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών εκφράζει έντονες επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα αναθεώρησης των δύο άρθρων. Ειδικότερα, σε ανακοίνωσή της επισημαίνει: «όσον αφορά το Άρθρο 17 και την έννοια της “Δυναμικής Πολεοδομίας” που εισάγεται, εκφράζουμε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το πραγματικό περιεχόμενο και τις επιδιώξεις της συγκεκριμένης ρύθμισης. Φοβόμαστε ότι συνδέεται με τη διευκόλυνση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων και με τις έντονες πιέσεις που ασκούνται τα τελευταία χρόνια γύρω από την αξιοποίηση και την εμπορευματοποίηση της γης από ισχυρά τουριστικά, ενεργειακά και κατασκευαστικά συμφέροντα. Είναι πιθανό, μέσω της συγκεκριμένης προσέγγισης, να επιδιωχθεί η διαμόρφωση ενός πολεοδομικού πλαισίου προσαρμοσμένου κυρίως στις ανάγκες μεγάλων επενδύσεων και σημειακών παρεμβάσεων, αντί μιας ολοκληρωμένης χωρικής πολιτικής που να υπηρετεί πρωτίστως τις ανάγκες των πολιτών, την ισόρροπη ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος. Παράλληλα, δημιουργείται η εντύπωση ότι επιχειρείται η συνταγματική θεμελίωση δυνατότητας υπέρβασης των συνήθων πολεοδομικών περιορισμών και συντελεστών δόμησης σε περιοχές αυξημένου επενδυτικού ενδιαφέροντος».
Υπενθυμίζει δε ότι αντίστοιχες προσπάθειες μεταφοράς συντελεστή δόμησης στο παρελθόν έχουν επανειλημμένα αποτελέσει αντικείμενο αυστηρού δικαστικού ελέγχου και έχουν κριθεί αντισυνταγματικές. Ανάλογες επιφυλάξεις εκφράζει και για τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του άρθρου 24, «οι οποίες φαίνεται να κινούνται προς την κατεύθυνση της αποδυνάμωσης των συνταγματικών εγγυήσεων περιβαλλοντικής προστασίας, προς όφελος επενδυτικών επιλογών και ισχυρών οικονομικών συμφερόντων».
