Τον Οκτώβριο του 1996 (στις 20 αυτού του μήνα, αν θυμάμαι καλά) ξεκινούσε η συνεργασία μου με την ΑΥΓΗ της Κυριακής, με τη στήλη «Υπάρχει Λόγος». Ούτε μου περνούσε τότε από το μυαλό ότι θα περνούσαν τριάντα χρόνια σχεδόν και η στήλη θα συνέχιζε το ταξίδι της στις σελίδες μιας εφημερίδας που, αρέσει δεν αρέσει, είναι η ίδια η ιστορία της Αριστεράς μέσα στην ταραγμένη ελληνική περιπέτεια. Μια περιπέτεια που είναι αξεδιάλυτα συνυφασμένη με τις περιπέτειες της Αριστεράς, τις μικρές, τις μεγάλες, τις τραγικές και τις μεγαλειώδεις στιγμές της. Υπό μία έννοια δεν μπορούμε να φανταστούμε την ελληνική Ιστορία των τελευταίων 72 χρόνων (από τις 24 Αυγούστου 1952), χωρίς τη σθεναρή παρουσία της ΑΥΓΗΣ, χωρίς τα μυθικά ονόματα που πέρασαν από τις σελίδες της, χωρίς ακόμα την κραυγή της απουσίας της, τα χρόνια της Χούντας.

Πώς λοιπόν να μην νιώθεις την ανατριχίλα του χρόνου, κάθε φορά που συνειδητοποιείς ότι και η δική σου υπογραφή, τριάντα χρόνια, τριάντα χρόνια Κυριακές δηλαδή, «εις μικρόν» συμμετέχει σ’ αυτό το έπος του Αριστερού Λόγου, με όλα τα καλά του, με όλα τα στραβά του, τις απογοητεύσεις του, αλλά και με τον ορίζοντα προσδοκιών και αναμονών που πάντοτε η Αριστερά φέρει στη σκευή της. Υπάρχει Λόγος να γράφεις στην ΑΥΓΗ, γιατί υπάρχει λόγος να ανήκεις στην Αριστερά. Στις ιδέες της, στην εντιμότητά της, στις κατακτήσεις της, στη χαρμολύπη της. Με μια κουβέντα: υπάρχει λόγος να συμμετέχεις με αξιοπρέπεια και περηφάνια στην ηθική, στη λογική και στην αισθητική της Αριστεράς. Δεν είναι εύκολο. Το ζήσαμε και το ζούμε στο πετσί μας.
Ούτε η ύπαρξη της ΑΥΓΗΣ είναι εύκολη. Αν αναλογιστεί κανείς την ιστορία της, από τον πρώτο κύριο τίτλο της, εκείνον τον μακρινό Αύγουστο του 1952, μέχρι και την τελευταία λέξη του σημερινού φύλλου, θα καταλάβει την τιτάνια προσπάθεια, το απίστευτα μεγάλο ξόδεμα που χρειάστηκε. Από ΄κείνους που την έγραψαν, από ΄κείνους που την τύπωσαν, από ΄κείνους που τη μοίρασαν, από ΄κείνους που η ύλη της ζωής τους υπήρξε η ύλη της ΑΥΓΗΣ, ο λόγος δηλαδή της ύπαρξής της.
Για όλα αυτά τα ομολογημένα, αλλά και για πολλά περισσότερα ανείπωτα, τριάντα χρόνια τώρα η στήλη ονομάζεται «Υπάρχει Λόγος». Για όλα αυτά επίσης είπα να καταθέσω μια μικρή ανθολογία από κείμενα των τελευταίων χρόνων που ξεφεύγουν από την επικαιρική τους υπόσταση. Το ότι το βιβλίο εκδίδεται από το ιστορικό Θεμέλιο που αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους αυτής της Ιστορίας, μεγαλώνει τη συγκίνηση και την αναστάτωσή μου. Να σημειώσω ότι ο υπότιτλος «Κείμενα από το μάτι του κυκλώνα» δεν είναι αβασάνιστος. Είναι κείμενα που προσπαθούν να αρπαχτούν από τη στιγμή, ενώ γύρω μαίνεται ο τυφώνας του χρόνου. Κείμενα που προσπαθούν να κρατηθούν από τον Λόγο, ενώ γύρω μαίνεται η φιμωμένη σιωπή της Ιστορίας.
«Με πείσμα να θυμόμαστε»*
(…) Αυτό το ήξεραν βαθιά όλοι εκείνοι που μας κληροδότησαν την ωραιότητα και την ευθύνη να λεγόμαστε άνθρωποι (…)
Αφανείς και ανώνυμοι, σταγόνες δακρύων στο χάος με τη λόγχη των φρουρών στο πλευρό τους. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη και τα βάθη της Ιστορίας (...)
Να τους φανταζόμαστε μέσα στα βάσανα του βίου τους, μέσα στην άδοξη ανέχεια που προκαλούσαν στους ίδιους και στους οικείους τους οι επιλογές τους. Να τους φανταζόμαστε μέσα στις αμφιβολίες τους, στα λάθη τους (το ανώτατο σημείο της γνώσεως), στις νίκες και τις ήττες τους, στο λύγισμά τους, ακόμα και στις προδοσίες τους να τους θυμόμαστε και να προσπαθούμε να τις κατανοήσουμε. Άλλωστε είναι ο μόνος τρόπος για να προλάβουμε τις δικές μας προδοσίες. Όσες προλάβουμε. Να τους θυμόμαστε, ώστε, μέσα στο μέτρο του καιρού τους, να κατανοήσουμε και το μέτρο του δικού μας καιρού.
Να τους φανταζόμαστε στο μαρτύριο και στη χαρά τους. Να τους «βλέπουμε» στις μεγάλες συλλογικές στιγμές, αλλά και στις στιγμές που ήταν ολόκληροι (άνθρωποι κάθε έμφυλης ταυτότητας) βουτηγμένοι στον έρωτα. Να συνεδριάζουν κι άλλοτε να χορεύουν. Να προσπαθούν να βρουν την άκρη μέσα στην υψικάμινο του αγώνα όταν κάποτε λιώνει ακόμα και τη σκιά σου κι άλλοτε να τραγουδούν. Όχι τη «Διεθνή», αλλά τη «Ραμόνα».
Να τους «κοιτάζουμε» στα μάτια καθώς βηματίζουν στο κελί χρόνια ολόκληρα, καθώς περπατούν στην εξορία, αλλά και σ’ ένα κυριακάτικο απόγευμα. Να τους φανταζόμαστε χαρούμενους και πικραμένους. Σίγουρους και διαψευσμένους. Οργισμένους, προδομένους, σιωπηλούς, παραιτημένους, αποτραβηγμένους, νενικήσαντες, πολυλογάδες, ξαναμμένους, βιαστικούς, βραδυπορούντες... και τόσα άλλα.
Να τους θυμόμαστε όμως. Όχι μόνο τώρα, για πάντα. Και για πάντα.
*Απόσπασμα από το βιβλίο «Υπάρχει Λόγος - Κείμενα από το μάτι του κυκλώνα», εκδόσεις Θεμέλιο
