Live τώρα    
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ, ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ / Ιφιγένεια Καμτσίδου: Η διάλυση της Χρυσής Αυγής δεν θα αποτρέψει την ίδρυση νέου κόμματος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ, ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ / Ιφιγένεια Καμτσίδου: Η διάλυση της Χρυσής Αυγής δεν θα αποτρέψει την ίδρυση νέου κόμματος

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος της συνέντευξης με την καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ, Ιφιγένεια Καμτσίδου. Μιλά για την παραβίαση του Συντάγματος στα χρόνια του Μνημονίου, τη Χρυσή Αυγή και την περίπτωση Μπαλτάκου.

Συνέντευξη στον Νίκο Παπαδημητρίου

* Κατ' επανάληψη στο παρελθόν, αλλά με μεγαλύτερη ένταση σήμερα, έχουμε γίνει μάρτυρες της παραβίασης του Συντάγματος χάριν πολιτικών, πιο συγκεκριμένα κυβερνητικών σκοπιμοτήτων. Ποια η προσέγγισή σας στο θέμα και ποια η αντίδραση;

Ένα από τα στοιχεία που διακρίνουν τους συνταγματικούς από τους λοιπούς κανόνες δικαίου είναι το αντικείμενό τους: το Σύνταγμα στα δημοκρατικά πολιτεύματα στοχεύει στη μορφοποίηση και τον περιορισμό της κρατικής εξουσίας, στην άσκησή της με τρόπο ορθολογικό και σύμφωνα με τη βούληση του κυρίαρχου, δηλαδή του λαού. Τούτο αποτελεί τον πρωταρχικό λόγο ύπαρξης των συνταγματικών ρυθμίσεων, τις οποίες καλούνται να εφαρμόσουν τα κρατικά όργανα, που στις δημοκρατίες στελεχώνονται μέσα από τον πολιτικό ανταγωνισμό και με βάση τη δύναμη των κομμάτων.

Η ίδια η συνταγματική οργάνωση της πολιτείας, λοιπόν, ανάγει τις πολιτικές παρατάξεις σε κύριους διαμεσολαβητές της λαϊκής θέλησης και βασικούς παράγοντες της πραγμάτωσης των σημαντικότερων θεσμικών λειτουργιών. Ακριβώς όμως επειδή τα κόμματα ανάγονται σε παράγοντες του πολιτεύματος, δεσμεύονται από τις κανόνες του Συντάγματος που ρυθμίζουν τη λειτουργία του και, στη χώρα μας (άρθρο 1 παρ. 2 και 3 Συντ.), επιτάσσουν η κρατική δράση να αναπτύσσεται με σεβασμό στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, δηλαδή στην αρχή του κράτους δικαίου, την κοινοβουλευτική και τη δημοκρατική αρχή.

Έτσι η παραβίαση των συνταγματικών κανόνων από τους κυβερνώντες για την εξυπηρέτηση οποιασδήποτε σκοπιμότητας θίγει πρώτα απ' όλα τη μορφή του πολιτεύματος ως κράτους δικαίου: εξουσία που ασκείται εκτός των ορίων του Συντάγματος χάνει τα χαρακτηριστικά της ως κανονιστικά οριοθετημένης εξουσίας και καθίσταται αυθαίρετη. Με διαφορετική διατύπωση, η λειτουργία της πολιτείας δεν ακολουθεί τους πάγιους και αντικειμενικούς κανόνες που την πλαισιώνουν, αλλά αναπτύσσεται σύμφωνα με τη θέληση των προσώπων που κατέχουν τα κυβερνητικά αξιώματα.

Κατά δεύτερο λόγο, νοθεύεται ο δημοκρατικός ανταγωνισμός: υπερβαίνοντας τα συνταγματικά όρια και τους όρους της δημοκρατικής αντιπαράθεσης, οι κυβερνώντες μπορούν να αποδώσουν στο κόμμα τους ορισμένα πλεονεκτήματα ή να αποτρέψουν δυσμενείς γι' αυτό συνέπειες. Για παράδειγμα οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν διστάζουν να προσφεύγουν στην πρόωρη διάλυση της Βουλής, προκειμένου όχι να αντιμετωπιστεί ένα εθνικό θέμα σπουδαίας σημασίας, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, αλλά για να επωφεληθούν από το ευνοϊκό για την παράταξή τους κλίμα στην κοινή γνώμη.

Η αντίδραση απέναντι στην τάση των κομμάτων να καταστρατηγούν ή να παραβιάζουν το Σύνταγμα μπορεί να προέλθει μόνον από το εκλογικό σώμα: ο σεβασμός του Συντάγματος, ως προϋπόθεση ομαλής λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί σε πρωτεύον κριτήριο αξιολόγησης των πολιτικών παρατάξεων, τόσο της συμπολίτευσης όσο και της αντιπολίτευσης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η εκλογική αναμέτρηση οδηγεί στη δημοκρατική διακυβέρνηση της χώρας και δεν είναι απλώς η μέθοδος επιλογής ενός «αιρετού μονάρχη».

* Πολιτικοί, νομικοί, αλλά και πολίτες ευρύτερα, υπογραμμίζουν την καταπάτηση του Συντάγματος το τελευταίο διάστημα, για παράδειγμα με την υποκατάσταση της Βουλής, ενώ παραμένει πάντα στον δημόσιο διάλογο η ιδέα για διάλυση - απαγόρευση κομμάτων. Ποιο είναι το σχόλιό σας σε όλα αυτά;

Η οικονομική κρίση έχει, μεταξύ των άλλων, θέσει σε δοκιμασία την τήρηση του Συντάγματος, ο σεβασμός του οποίου στη χώρα μας μοιάζει να μην αποτελεί πια προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία των θεσμών. Η διακυβέρνηση του τόπου ασκείται με τη λήψη αποφάσεων που το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται προφανώς εκτός των προβλεπόμενων συνταγματικών διαδικασιών, ορθότερα έξω από τη χώρα. Εκτός από τη μετακύλιση σημαντικού μέρους της νομοπαραγωγικής διαδικασίας στην κυβέρνηση, οι σπουδαιότεροι νόμοι εισάγονται προς ψήφιση στη Βουλή με την διαδικασία του κατεπείγοντος, με αποτέλεσμα η λαϊκή αντιπροσωπεία να τους επικυρώνει χωρίς διαβούλευση και αντιπαράθεση, συνήθως με κριτήριο τη διασφάλιση της καταβολής μιας δανειακής δόσης.

Η αδιατάρακτη ροή των δανείων εμφανίζεται ως λόγος που μπορεί να δικαιολογήσει οποιοδήποτε μέτρο, ακόμη και αν αυτό περιορίζει δραστικά θεμελιώδη δικαιώματα και παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές της εθνικής και ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Τέλος, ο έλεγχος των μέτρων αυτών από τη Δικαιοσύνη δυσκολεύεται ιδιαίτερα, καθώς τα δικαστήρια βρίσκονται αντιμέτωπα με την κυβερνητική επίκληση της διάσωσης της χώρας ως υπέρτατου δημόσιου συμφέροντος, με θέματα δηλαδή που διαθέτουν εξόχως πολιτικό χαρακτήρα και αγγίζουν τα όρια των αρμοδιοτήτων του δικαστή.

Με δυο λόγια οι συνταγματικές εγγυήσεις της πολιτικής, συλλογικής και προσωπικής αυτονομίας των μελών του κοινωνικού συνόλου έχουν συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι δημοκρατικοί θεσμοί στην Ελλάδα μοιάζουν με παραπέτασμα που συγκαλύπτει την αυταρχική διακυβέρνηση, τείνουν να εξελιχθούν σε απλή παράμετρο νομιμοποίησης πολιτικών που αγνοούν τις ανάγκες, τα συμφέροντα και τα δικαιώματα της μεγαλύτερης μερίδας των πολιτών. Η απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών, χωρίς προφανώς να αποτελεί το μοναδικό αίτιο εμφάνισης του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, ευνόησε την ανάπτυξή του: οι κυβερνώντες των τελευταίων ετών ανέλαβαν την ευθύνη να δείξουν ότι η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει δύσκολες περιστάσεις, ότι η «σωτηρία της πατρίδας» επιτρέπεται να επιδιωχθεί με την εξουθένωση του κράτους δικαίου και των προνοιακών χαρακτηριστικών του.

Μάλιστα, επειδή το εκλογικό ακροατήριο των κομμάτων που συγκροτούν την κυβέρνηση συρρικνώνεται, σημαντικά στελέχη της δεν δίστασαν να συνταχθούν με τα ρατσιστικά και αυταρχικά αιτήματα του νεοναζιστικού κόμματος, για να αναχαιτίσουν την πολιτική φθορά της παράταξής τους: αντί να επιδιώξουν την ταχύτερη αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος, ώστε οι απαντήσεις στην κρίση να δίνονται μέσα από τις συνταγματικές διαδικασίες, νομιμοποιούν πολιτικές πρακτικές που στοχεύουν στη διακυβέρνηση χωρίς δημοκρατικό έλεγχο. Για να αποκαταστήσουν την επαφή με όσους απογοητεύτηκαν από τη δημοκρατία, συνομιλούν με τους εχθρούς της, υποσχόμενοι μια ψευδεπίγραφη ασφάλεια αντί για δικαιώματα και ίση κοινωνική αξιοπρέπεια. Το συμφέρον της παράταξης, όπως δήλωσε ο πρώην γεγ. γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου κ. Μπαλτάκος, ταυτίστηκε με το συμφέρον της χώρας και η λειτουργία των θεσμών υποτάχθηκε σε αυτό.

Η σύλληψη και η ποινική δίωξη στελεχών της Χρυσής Αυγής βοηθούν τη διερεύνηση κάποιων από τα σοβαρά εγκλήματα στα οποία προέβησαν οργανωμένα τα μέλη της. Ωστόσο, ούτε η ποινική αντιμετώπιση του προβλήματος ούτε η πρόβλεψη μέτρων διοικητικού χαρακτήρα μπορούν να αναχαιτίσουν την εξάπλωση του φασισμού. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη συζήτηση για την απαγόρευση της λειτουργίας του κόμματος θα πρέπει να σημειωθεί ότι μια τέτοια παρέμβαση θα είναι τόσο αλυσιτελής, όσο και επιζήμια για το δημοκρατικό μας πολίτευμα. Η διάλυση της Χρυσής Αυγής δεν θα αποτρέψει την ίδρυση νέου κόμματος, με την ίδια ιδεολογία και τα ίδια πολιτικά προτάγματα, καλύτερα συγκεκαλυμμένα, ώστε να περιγράφονται οι επιταγές του νόμου.

Επιπλέον η υιοθέτηση κανόνα, με βάση τον οποίο κάποιο διοικητικό ή δικαστικό όργανο θα ελέγχει την ιδεολογία και τις πολιτικές προτάσεις των κομμάτων για να επιτρέψει την είσοδό τους στο πεδίο της δημοκρατικής αντιπαράθεσης, θα περιορίσει δραστικά την πολιτική αυτονομία των παρατάξεων και θα γεννήσει έναν σοβαρό κίνδυνο: η διοίκηση ή η δικαστική εξουσία θα καθορίζει την τύχη των πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης. Το όργανο το οποίο θα είναι επιφορτισμένο με την εξουσία αυτή θα έχει την ευχέρεια να επηρεάζει την ιδεολογία όλων των πολιτικών φορέων της χώρας, να αξιολογεί τις προτάσεις τους και, τελικά, να εξαιρεί ορισμένους, πιθανώς τους μη αρεστούς στους κυβερνώντες, από τον δημοκρατικό ανταγωνισμό.

Η εξάπλωση του φασισμού υποσκάπτει τα θεμέλια του πολιτεύματος και διαβρώνει την κοινωνική ειρήνη και συνοχή. Η αντιμετώπιση, όμως, του φαινομένου δεν μπορεί να γίνει με απαγορεύσεις και νομοθετικές παρεμβάσεις και κυρίως δεν μπορεί να γίνει σε ένα πολίτευμα που σταδιακά αλλά σταθερά χάνει τα δικαιοκρατικά χαρακτηριστικά του. Όσο οι κυβερνώντες επιμένουν να στηρίζουν τη γενική πολιτική της χώρας στο δόγμα salus patriae suprema lex esto, να εξορίζουν τον ελληνικό λαό από το συνταγματικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο ρύθμισης των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων, το νεοναζιστικό μόρφωμα θα διατηρεί μια θέση στο κομματικό σύστημα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0