Live τώρα    
Η εθνική συλλογική σύμβαση περνάει στην ιστορία;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η εθνική συλλογική σύμβαση περνάει στην ιστορία;

Το αποτέλεσμα της φετινής Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), σε συνέχεια της νομικά έωλης αντίστοιχης περσινής, αναδεικνύει την αποσπονδύλωση που έχει υποστεί ο θεσμός από τις μνημονιακές απορρυθμίσεις των Ν.4046/12 και 4093/12. Διατηρώντας για επτά και πλέον δεκαετίες την αρμοδιότητα να ρυθμίζει τα γενικά κατώτατα μισθολογικά όρια αποτελούσε θεσμό δημιουργίας των ελάχιστων όρων συνοχής για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Στο πλαίσιο μάλιστα ενός συστήματος συλλογικής διαπραγμάτευσης (Ν.1876/90) που χαρακτηρίζονταν από τα αρτιότερα στον ευρωπαϊκό χώρο, η διαμόρφωση των κατώτατων μισθών από την ΕΓΣΣΕ έθετε τη βάση για την περαιτέρω διαμόρφωση των μισθών σε κλαδικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Ο ειδικός αυτός ρόλος της προσέδιδε καθολική εφαρμογή με την υποχρέωση δέσμευσης για το σύνολο των επιχειρήσεων ανεξάρτητα από την ένταξή τους στις εργοδοτικές οργανώσεις που την συνυπέγραφαν (ΣΕΒ, ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ). Με βάση, δε, την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εργαζόμενο, οι ειδικότερες, συνήθως, συλλογικές συμβάσεις ήταν εκείνες που εφαρμόζονταν έναντι του γενικότερου χαρακτήρα συμβάσεων σε περίπτωση συρροής. Με τον τρόπο αυτό υπήρχαν κανόνες εσωτερικής διάρθρωσης και λειτουργίας του εν λόγω συστήματος σε συνδυασμό με τον καθοριστικό ρόλο του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας για την επίλυση των συλλογικών διαφορών σε περίπτωση αδιεξόδου των διαπραγματεύσεων.

Με τις μνημονιακές απορρυθμίσεις αποδιαρθρώνεται πλήρως o τρόπος διαμόρφωσης των μισθών. Καταργείται ο ρόλος της ΕΓΣΣΕ ως εργαλείου διαμόρφωσης των γενικών κατώτατων ορίων και αντικαθίσταται από υπουργική απόφαση, προκειμένου αυτά να συμπιεσθούν στην προοπτική βαλκανιοποίησής τους. Παράλληλα αίρεται η εφαρμογή της ευνοϊκότερης ρύθμισης παρέχοντας τη δυνατότητα εφαρμογής δυσμενέστερων εργασιακών όρων που υπογράφονται σε άλλο επίπεδο συλλογικής σύμβασης. Στα παραπάνω προστίθενται η αναστολή της επέκτασης της εφαρμογής των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων, το πάγωμα των τριετιών, οι οποίες είναι υπό κατάργηση για τους προσλαμβανόμενους μακροχρόνια ανέργους, η αλλαγή προς το χειρότερο της λειτουργίας της μετενέργειας, η αποδόμηση του ΟΜΕΔ που αφήνει απροστάτευτους τους εργαζόμενους σε περίπτωση αδιαλλαξίας του εργοδότη. Με αυτούς τους όρους οι συλλογικές συμβάσεις χάνουν το νόημά τους και υπογράφονται υπό τους όρους της εργοδοτικής πλευράς που απειλεί τα συνδικάτα με τη μετενέργεια και την εξατομίκευση μισθών και λοιπών όρων εργασίας.

Σήμερα η εθνική γενική συλλογική σύμβαση, στερημένη από τη δυνατότητα να καθορίζει τον κατώτατο μισθό, υφίσταται την περιθωριοποίηση του ρόλου της. Πρώτον, γιατί τυχόν συμφωνία σε μισθολογικούς όρους, αυτοί δεσμεύουν μόνο τις επιχειρήσεις που είναι μέλη των τεσσάρων εργοδοτικών οργανώσεων που την υπογράφουν (προστέθηκε ο ΣΕΤΕ), εφόσον ο καθολικά εφαρμοζόμενος κατώτατος μισθός απορρέει πλέον από τον νόμο. Δεύτερον, γιατί ακόμα και επιχειρήσεις μέλη των οργανώσεων αυτών μπορούν να υπογράφουν επιχειρησιακές ΣΣΕ με δυσμενέστερο περιεχόμενο από εκείνο της ΕΓΣΣΕ σε θέματα μισθών εφόσον καταργήθηκε η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης. Έτσι, λοιπόν, η ΕΓΣΣΕ διατηρεί την καθολική της εφαρμογή μόνο για θεσμικού χαρακτήρα ζητήματα, υπό την προϋπόθεση ότι οι εργοδότες αποδέχονται σχετική συμφωνία. Στο πλαίσιο αυτό η νέα ΕΓΣΣΕ δεν αναφέρεται σε μισθολογικούς όρους. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που την συνυπέγραψε ο ΣΕΒ, κάτι που πέρσι αρνήθηκε να κάνει μη αποδεχόμενος την καταβολή του επιδόματος γάμου που θα δέσμευε τα μέλη του, όρος που δεν αναφέρεται στη νέα σύμβαση. Ο περιορισμός της στην καθιερωμένη διατήρηση των θεσμικών ρυθμίσεων από ΕΓΣΣΕ προηγούμενων ετών με την προσθήκη της γονικής άδειας και για τον άνδρα (κάτι που απορρέει, άλλωστε, και από την κοινοτική νομοθεσία), αποτελεί σαφή ένδειξη του υποβαθμισμένου της χαρακτήρα με αναφορές σε διακηρύξεις χωρίς έννομες συνέπειες.

Το αποτέλεσμα που προκύπτει φανερώνει περισσότερο την πρόθεση να φανεί ότι διατηρείται ο θεσμός της ΕΓΣΣΕ, αφυδατωμένος, όμως, από ουσιαστικό περιεχόμενο, αφού οι εργοδοτικές οργανώσεις, εκ του ασφαλούς, δεν έκαναν την παραμικρή παραχώρηση. Η αποκαθήλωση του θεσμού της ΕΓΣΣΕ συμπαρασύρει και την υποβάθμιση του ρόλου των οργανώσεων που την συνυπογράφουν με ιδιαίτερο συμβολισμό, κυρίως, για την τριτοβάθμια οργάνωση των εργαζομένων. Και τούτο γιατί οι εργοδοτικές οργανώσεις χρησιμοποιούν άλλους, περισσότερο αποδοτικούς, δρόμους για να επηρεάζουν καταστάσεις και να επιβάλλουν εξελίξεις, πόσο μάλλον που στους κόλπους εκδηλώνονταν προ πολλού χρόνου, απόψεις υπέρ της κατάργησης του καθοριστικού ρόλου της εθνικής σύμβασης για τους μισθούς.

Ο νέος ρόλος της ΕΓΣΣΕ φαίνεται να περιορίζεται στο να υπενθυμίζει πώς τα συμμετέχοντα μέρη συνθέτουν τους «κοινωνικούς εταίρους» που θα διαχειρίζονται και κοινοτικούς πόρους διά μέσου του υπουργείου Εργασίας. Από πλευράς ουσιαστικού περιεχομένου δρομολογείται το πέρασμά της στην ιστορία. Στην κοινωνία επαφίεται η διάψευση των προβλέψεων αυτών και ο δρόμος της αποκατάστασης των εννοιών του συνδικαλισμού και των συλλογικών συμβάσεων με την επιστροφή τους από το περιθώριο στο προσκήνιο της ιστορίας.

* Ο Γιάννης Κουζής είναι καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0