Τα απογεύματα, συχνά, όταν φεύγω από το γραφείο και έχω όρεξη, γυρνώ στο σπίτι με τα πόδια. Περνάω από Ομόνοια, μετά Εξάρχεια, Κολωνάκι και καταλήγω στο Παγκράτι. Σύνολο, πάνω - κάτω, 50 λεπτά. Άντε μία ώρα το πολύ. Ανοίγω το βήμα και χαζεύω την πόλη και τους ανθρώπους, τουρίστας εσωτερικός, με εμμονή κάθε φορά όχι απλά στην ίδια διαδρομή και στους ίδιους δρόμους αλλά και στο ίδιο πεζοδρόμιο. Σαν να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι υπάρχουν ακόμα σταθερές, ότι δεν καταρρέει με πάταγο η κοινωνία γύρω μου, ότι δεν καταργούνται όλα όσα ξέραμε, όσα είχαμε κατακτήσει μέχρι σήμερα...
Στη Ναυαρίνου, για παράδειγμα, περπατώ πάντα στο δεξί πεζοδρόμιο, συνεχίζω ίσια στη Σκουφά και στο ύψος της Μασσαλίας αλλάζω πεζοδρόμιο και πάω στο αριστερό. Όλες τις φορές εκτός από προχτές.
«Κουτουληθήκαμε» γωνία Ναυαρίνου και Μπενάκη. Ζευγάρι γύρω στα 35. Ψηλά παιδιά και ο άντρας, και η γυναίκα, να χαίρεσαι να τα βλέπεις. Ντυμένα μοντέρνα, με τα σπορτέξ τους, τα τζινάκια τους, τα πουκάμισά τους. Φίνα και όμορφα. Η κρίση δεν τους έχει αγγίξει θα έλεγες. Ναι, αυτό θα έλεγες αν δεν ουρλιάζανε ο ένας στον άλλο:
«Σε μένα το λες, ρε;»
«Γιατί; Βλέπεις καμιά άλλη; Ε; Βλέπεις καμιά άλλη να είναι αγκαλιά όλη μέρα με την τηλεόραση και να μην απαντά ούτε στα τηλέφωνα;»
«Ποιος μιλάει...» ξεφύσηξε περιφρονητικά η γυναίκα. «Ο 'success story' άνεργος με τα λεφτά της μαμάς του».
Άθελα μου, σαν να υπάκουα σε εντολή, τους πήρα από πίσω. Άρχισαν να κάνουν ζιγκ-ζαγκ στα στενά των Εξαρχείων κι εγώ εκεί, πιστός τους ακόλουθος, αθόρυβος και διακριτικός, περίεργος για την ιστορία τους.
«Κάθε πρωί παρακαλάς να έρθει το μεσημέρι και το απόγευμα ονειρεύεσαι να έρθει το βράδυ. Αυτή είναι όλη κι όλη η ζωή σου, καταθλιπτικό μωρό μου. Έχεις τελειώσει. Το κατάλαβες;» γάβγισε ο άντρας.
«Είσαι καθίκι» σκλήρυνε η γυναίκα και ξεκίνησε την αντεπίθεση για το πόσο άχρηστος ήταν, για τους λογαριασμούς που δεν πλήρωνε, για τη μάνα του που κουβαλιόταν κάθε τρεις και λίγο στο σπίτι τους.
Οι φωνές συνεχίστηκαν για αρκετά λεπτά ακόμα. Ζευγάρι ανέργων, που έβλεπε τη σχέση του να καταστρέφεται μέρα με τη μέρα. Το έβλεπα. Το ένιωθα. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Μείνε δύο χρόνια με τον ίδιο άνθρωπο κάτω από την ίδια στέγη, χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά, χωρίς προοπτική, χωρίς ελπίδα και θα σου πω εγώ πώς καταστρέφονται οι σχέσεις. Όσο δυνατές κι αν έχουν υπάρξει.
Κι εμείς τι κάνουμε; Τι μπορούμε να κάνουμε ως Αριστερά; Τι να πούμε στους ενάμισι εκατομμύριο ανέργους που βλέπουν τις ζωές τους να διαλύονται; Μας λέει το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον 20 χρόνια, με ρυθμούς ανάπτυξης 4-5%, για να δημιουργηθούν 1 εκατομμύριο θέσεις εργασίας και να πέσει το ποσοστό ανεργίας στο 10%! Αδιανόητο! Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να θυσιάσουμε δύο γενιές περιμένοντας τα -αμφίβολα- αποτελέσματα της όποιας ανάπτυξης. Διότι, αν συνεχίσουμε έτσι, θα σκοτωνόμαστε όλοι στους δρόμους σαν το ζευγάρι. Εδώ λοιπόν χρειάζεται, ως απόλυτη προτεραιότητα, ένα προοδευτικό πρόγραμμα-σοκ για την απασχόληση (μόνο οι νεοφιλελεύθεροι θα έχουν τέτοια προγράμματα;), που θα οδηγήσει, όχι απλά σε αποκλιμάκωση της ανεργίας, αλλά στην ταχύτατη «προσγείωσή» της σε μονοψήφιο ποσοστό. Αλλά και αυτό από μόνο του δεν φτάνει. Διότι άνεργοι «ατάκτως ειρημμένοι» στη δημόσια σφαίρα της οικονομίας, με αποκλειστικό γνώμονα, γενικά και αόριστα, το πού υπάρχουν «ανάγκες», μόνο μια σειρά από αδιέξοδα μπορεί να δημιουργήσει. Το πρόγραμμα-σοκ για την απασχόληση, λοιπόν, πρέπει να συνδυαστεί μ' ένα στοχευμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, ώστε να «συναρμολογηθεί» εκείνος ο οικονομικοκοινωνικός «πυροκροτητής» που αφενός θα δώσει ισχυρότατη ώθηση στην οικονομία και αφετέρου θα δρομολογήσει την αποκατάσταση των εργασιακών σχέσεων και της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων.
«Και διακοπές; Θα πάμε το Πάσχα διακοπές;» ρώτησε η κοπέλα σιγανά, σε μια εμφανή προσπάθεια συμφιλίωσης.
«Διακοπές;» κάγχασε ο άντρας. «Ακριβώς ό,τι λέει ο τίτλος».