Live τώρα    
Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση: ένα έκτρωμα χωρίς μέλλον
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση: ένα έκτρωμα χωρίς μέλλον

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και έως σχετικά πρόσφατα, η δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος στην Ευρώπη χαιρετίστηκε από τις μαζορέτες του ευρώ ως το μεγαλύτερο πείραμα στην οικονομική ιστορία. Θα έπρεπε να είχε περιγραφεί ως το πιο τρελό πείραμα στην χρηματοοικονομική ιστορία: η Ευρωζώνη θα περιελάμβανε την ένταξη ανεξάρτητων χωρών, με πολύ διαφορετικά οικονομικά συστήματα και πολιτισμικά περιβάλλοντα, οι οποίες όφειλαν να εγκαταλείψουν το εθνικό τους νόμισμα με αντάλλαγμα ένα «ξένο» νόμισμα, χωρίς τη στήριξη ενός θησαυροφυλακίου ή μιας κεντρικής τράπεζας έτοιμης να ενεργεί ως δανειστής έσχατης προσφυγής σε περίπτωση χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Η λεγόμενη «ελαττωματική» αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης δεν οφειλόταν σε κάποιο «τεχνικό λάθος». Στην πραγματικότητα, απέρρεε από τις ίδιες τις αρχές μιας θεμελιωδώς νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης που είχε αρχίσει να καταλαμβάνει το μυαλό των Ευρωπαίων χαρακτών πολιτικής τη δεκαετία του 1980, σε μια προφανή προσπάθεια τους να δώσουν τέλος στη λεγόμενη «ευρωσκλήρωση» και να ενισχύσουν τα ευρωπαϊκά εταιρικά κέρδη. Η απότομη μετάβαση από μια κοινωνική οικονομία της αγοράς, που θεμελιώθηκε στη δεκαετία του 1940 και επικράτησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, προς μια laissez-faire οικονομία της αγοράς ήταν πολύ κραυγαλέα για να περάσει απαρατήρητη. Όταν ήρθε η ώρα της υπογραφής της Συνθήκης του Μάαστριχτ, στους ευρωπαϊκούς κύκλους και φορείς χάραξης πολιτικής είχε αναπτυχθεί έντονα η εμμονή ότι οι κρίσιμες μεταβλητές για την ανάπτυξη, τη δικαιοσύνη και τη σύγκλιση μπορούσαν να εντοπιστούν στις διαδικασίες που αφορούσαν το άνοιγμα του εμπορίου και την προώθηση του ανταγωνισμού (Άρθρο 102α), την πλήρη χρηματοοικονομική ολοκλήρωση και την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων (άρθρο 73β).

***

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ αποτελούσε την πολιτική έκφραση της προκατάληψης μιας κοινωνικοποιημένης ευρωπαϊκής ελίτ υπέρ της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Πίσω από τη ρητορική για το «ελεύθερη εμπόριο» ήταν η αλάνθαστη επιθυμία της ανταπόκρισης στις ανάγκες των ευρωπαϊκών πολυεθνικών και ολιγοπωλιακών βιομηχανιών. Η δεκαετία του 1980 ήταν μια δεκαετία μεγάλης κλίμακας συγχωνεύσεων και εξαγορών, που αντανακλούσαν τον αυξανόμενο ενθουσιασμό που είχε προκαλέσει η ύπαρξη μιας κοινής αγοράς στον επιχειρηματικό κόσμο της Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1990 υπήρξε ένα νέο και πολύ πιο εκρηκτικό κύμα συγχωνεύσεων και εξαγορών που έλαβε χώρα στην Ευρώπη, ανάλογο με εκείνο που εξελισσόταν την ίδια περίοδο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Τέλος, η μανία που είχε προκύψει γύρω από την απορρύθμιση οδήγησε σε μια τεράστια διαδικασία ενοποίησης στον τραπεζικό κλάδο.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ πήρε σάρκα και οστά στο πλαίσιο αυτών των οικονομικών εξελίξεων, θέτοντας τα θεμέλια για την εξαιρετικά προβληματική δομή της Ε.Ε. που έχουμε σήμερα. Η κίνηση προς την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος είναι συνεπής με την άποψη της δημιουργίας μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς με περιορισμένο κράτος, βασισμένη στην πεποίθηση ότι ένα λιγότερο παρεμβατικό κράτος δίνει έναυσμα στη διαμόρφωση περισσότερο αποδοτικών επιχειρηματικών λειτουργιών και ενός χαμηλότερου μοναδιαίου κόστους εργασίας. Εν ολίγοις, η λογική για την υιοθέτηση του ευρώ δεν καθοδηγούνταν από την πεποίθηση ότι θα συνεισφέρει στη βιώσιμη ανάπτυξη ή την εύρυθμη λειτουργία των κοινωνιών, αλλά ότι θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων.

Με την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος, το πεδίο χάραξης εθνικής οικονομικής πολιτικής συρρικνώθηκε σε μεγάλο βαθμό και, ελλείψει μιας ομοσπονδιακής κυβέρνησης να μεριμνά για θέματα που αφορούν την πλήρη απασχόληση και τη σύγκλιση, η λιτότητα έγινε σχεδόν εξ ορισμού αναπόσπαστο στοιχείο της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας, μαζί με την ευελιξία στην αγορά εργασίας και τα άλλα μέτρα αντικοινωνικών μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στην πλήρη αγοραιοποίηση της κοινωνίας (π.χ., ιδιωτικοποιήσεις, εμπορευματοποίηση της υγείας και της εκπαίδευσης, μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος).

***

Η διαδικασία της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, όπως ξεκίνησε με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και επισημοποιήθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, δεν αποτελεί κάποιο νέο φαινόμενο. Η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομικής ολοκλήρωσης είχε τεράστια ώθηση από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Επίσης, οι διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν είναι ποιοτικά διαφορετικές από τις διαδικασίες περιφερειακής ολοκλήρωσης που έλαβαν χώρα σε άλλα μέρη του κόσμου. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η Ε.Ε. αποτελεί μια πολιτεία και όχι ένα περιφερειακό ή ακόμα και διεθνές οικονομικό καθεστώς, η Ε.Ε. εξακολουθεί να μην είναι κάτι το ξεχωριστό, αφού έχουμε ήδη για λόγους σύγκρισης τις ομοσπονδιακές ή ημι-ομοσπονδιακές περιπτώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά και της Ελβετίας. Στην πραγματικότητα, αν υπάρχει κάτι εντυπωσιακό σχετικά με τα θεμέλια της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, είναι η έλλειψη φαντασίας που τα διακρίνει και το πόσο αμιγώς τεχνοκρατικά είναι διαμορφωμένα αυτά τα θεμέλια. Ουσιαστικά, στηρίζονται πάνω στο λατρευτό γερμανικό μοντέλο νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, στο οποίο δεν υπάρχουν καν μηχανισμοί πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων. Ο σχεδιασμός του συγκεκριμένου μοντέλου έχει αποδειχθεί ότι είναι κάτι περισσότερο από ελαττωματικός, καθώς η συνεχιζόμενη κρίση στην Ευρωζώνη δεν μπορεί να αποκρύψει τα βαθύτερα προβλήματα που υπάρχουν στη ζώνη του ευρώ, όπως αυτά των ανισορροπιών, καθώς και τις συνολικές διαρθρωτικές αδυναμίες στο μοντέλο διακυβέρνησης.

***

Η Ε.Ε. όχι μόνο δεν είναι μοναδική, αλλά αποτελεί στην πραγματικότητα ένα έκτρωμα - μια δημιουργία Φρανκενστάιν. Και ακριβώς όπως ο δρ Φρανκενστάιν, η Γερμανία αρνείται να αναλάβει την ευθύνη για τη δημιουργία της, εμποδίζοντας την Ε.Ε. να ακολουθήσει μια πορεία ανάπτυξης ευνοϊκή προς τις ανάγκες και την ευημερία όλου του οικοδομήματος, με ιδιαίτερη έμφαση στις πιο αδύναμες περιοχές, χρησιμοποιώντας την αντ' αυτού ως όχημα για την υλοποίηση των δικών της οικονομικών φιλοδοξιών. Ο σχεδιασμός της ΕΚΤ με βάση το καταστατικό της Bundesbank, για παράδειγμα, αντανακλά όχι μόνο τη γερμανική οικονομική νοοτροπία, αλλά και τις φιλοδοξίες της Γερμανίας για οικονομική κυριαρχία της Ευρωζώνης. Η Bundesbank δεν τυγχάνει να είναι από ατύχημα η πιο συντηρητική νομισματική αρχή στον κόσμο: ταιριάζει με τα οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα της Γερμανίας.

Η αντιαναπτυξιακή, αντιδημοκρατική προσέγγιση που έχει ενσωματωθεί στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και ενισχυθεί από όλες σχεδόν τις άλλες συνθήκες που ακολούθησαν -Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), Συνθήκη της Νίκαιας (2002), Συνθήκη της Λισσαβώνας (2007)- διασφαλίζει την άνιση ανάπτυξη και την αυταρχική λήψη αποφάσεων στη λειτουργία του έργου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Συνθήκη της Λισσαβώνας, ιδίως, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το συστατικό του «δημοκρατικού ελλείμματος» που είναι ενσωματωμένο στο πλαίσιο της Ε.Ε. (αν και οι υποστηρικτές της ισχυρίστηκαν με διεστραμμένο τρόπο ότι αυτή ήταν μια συνθήκη που στην πραγματικότητα απευθυνόταν στο πρόβλημα του «δημοκρατικού ελλείμματος»), με τους περισσότερους νόμους να διαμορφώνονται τώρα από τις Βρυξέλλες υπό την αρχηγία μιας αυτοκρατορικής Γερμανίας.

Tόσο η συντηρητική και αντιδημοκρατική φύση της Ε.Ε. όσο και ο ηγεμονικός ρόλος της Γερμανίας έχουν αποκαλυφθεί πλήρως από το ξέσπασμα της κρίσης στην Ευρωζώνη, πριν από τρία χρόνια, όταν η Ελλάδα αποκλείστηκε από τις διεθνείς πιστωτικές αγορές εξαιτίας της δημοσιονομικής της κατάστασης και κατέληξε στα γρανάζια του μηχανισμού «διάσωσης» της Ε.Ε. και του ΔΝΤ προκειμένου να μην αθετήσει τις υποχρεώσεις της, προκαλώντας ένα φαινόμενο μετάδοσης σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Ο χειρισμός του προβλήματος του χρέους της Ελλάδας δεν βασιζόταν σε καμία αρχή αλληλεγγύης από την πλευρά της Ε.Ε., αλλά υπολογίστηκε αποκλειστικά με βάση τον αντίκτυπό του στις ευρωπαϊκές τράπεζες, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένες στο ελληνικό χρέος. Οι όροι του σχεδίου «διάσωσης» προσπάθησαν να διασφαλίσουν ότι θα συνεχίζονταν οι αποπληρωμές του χρέους μέσω της επιβολής αδίστακτων μέτρων λιτότητας στην ελληνική κοινωνία και του πιο βίαιου προγράμματος δημοσιονομικής εξυγίανσης που έχει εφαρμοστεί σε ευρωπαϊκή οικονομία τη μεταπολεμική περίοδο. Σε συνέπεια με τις αυθεντικές αξιώσεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ και την αντιαναπτυξιακή νοοτροπία του σχεδίου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στο σύνολό του, στην Ελλάδα δεν προσφέρθηκε μια βιώσιμη διέξοδος από την κρίση, αλλά η χώρα μετατράπηκε αντ' αυτού σε πειραματόζωο για τη ζώνη του ευρώ με δύο βασικούς στόχους κατά νου: (1) τον εκφοβισμό των υπόλοιπων νοτίων μεσογειακών χωρών για τη μοίρα που τις περίμενε αν αποτύγχαναν να βάλουν σε τάξη τα δημόσια οικονομικά τους, και (2) τη μετατροπή της Ελλάδας σε εργαστήριο για τον ριζικό νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της κοινωνίας.

***

Τι επιφυλάσσει το μέλλον για την Ευρωζώνη είναι, φυσικά, αδύνατον να προβλεφθεί. Αυτό που είναι βέβαιο, ωστόσο, είναι ότι ο χρόνος πλησιάζει όταν η κοινή γνώμη τόσο στην περιφέρεια όσο και στον πυρήνα της Ευρωζώνης θα αρχίσει να στρέφεται μαζικά ενάντια στο ευρώ και την Ε.Ε. Εναλλακτικά σενάρια για την έξοδο από την κρίση θα αρχίσουν πιθανώς να κερδίζουν έδαφος και είναι εξαιρετικά απίθανο ότι θα φέρουν το αποτύπωμα του εγχώριου πολιτικού κατεστημένου στις υπερχρεωμένες χώρες. Στην Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και αλλού, οι εγχώριες ελίτ και οι λεγόμενοι τεχνοκράτες έχουν ταχθεί υπέρ των μέτρων λιτότητας και έχουν αποδειχθεί αληθινοί υπηρέτες του Βερολίνου και των Βρυξελλών. Έτσι, η αλλαγή θα έρθει μόνο από κάτω προς τα πάνω και το μόνο ερώτημα είναι αν θα είναι προς μια προοδευτική ή αντιδραστική κατεύθυνση - δηλαδή αν θα αφορά την αποκατάσταση της «κοινωνικής Ευρώπης» ή ακόμα και τη διάλυση της Ευρωζώνης και την επιστροφή του δημοκρατικού εθνοκράτους ή την ολίσθηση στον δεξιό εξτρεμισμό και τον εθνικό σωβινισμό.

* Ο Χ. Ι. Πολυχρονίου είναι ερευνητής και Policy Fellow στο Levy Economics Institute of Bard College στη Νέα Υόρκη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0