Το πολιτικό ζήτημα δεν μπορεί να παρακαμφθεί και σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπογραμμίζει ο Θόδωρος Παρασκευόπουλος στη συνέντευξη που παραχώρησε στην "Αυγή" της Κυριακής με αφορμή την πρόσφατη ημερίδα που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Ρόζα Λούξεμπουργκ στις 30 Μαΐου στο Βερολίνο, στην οποία παρουσιάστηκε η έρευνα που διεξήγαγαν για αυτό ο Κώστας Λαπαβίτσας και ο Χάινερ Φλάσμπεκ. Ο Θ. Παρασκευόπουλος βρέθηκε εκεί προσκεκλημένος του Ιδρύματος και μας μεταφέρει το κλίμα της ημερίδας.
Η ημερίδα περιελάμβανε τις εισηγήσεις των Κ. Λαπαβίτσα (καθηγητής στο SOAS) και X. Φλάσμπεκ (πρώην υφυπουργός Οικονομικών της Γερμανίας), οι οποίες κατόπιν σχολιάστηκαν από τους Θόδωρο Παρασκευόπουλο, Στέφεν Λέντορφ, από το Ινστιτούτο Εργασίας και Κατάρτισης του Πανεπιστημίου του Ντούισμπουργκ/ και τον Τόμας Χέντελ, ευρωβουλευτή του Die Linke.
* Ποια είναι τα βασικά σημεία της πρότασης Φλάσμπεκ - Λαπαβίτσα;
Η πρόταση αυτή διαπιστώνει ότι δεν είναι δυνατόν, για πολιτικούς λόγους, να υπάρξει μια πολιτική που θα στηρίξει το ενιαίο νόμισμα και θα εξομαλύνει τις διαφορές που υπάρχουν στο επίπεδο ανάπτυξης μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης και κυρίως των διαφορετικών επιπέδων παραγωγικότητας. Θεωρούν ότι, όπως είναι τώρα η ΟΝΕ, δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθούν οι ελλειμματικές χώρες. Υποστηρίζουν την έκδοση ομολόγου, και ούτω καθεξής, αλλά λένε ότι όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να γίνουν, πολιτικά, λόγω των συσχετισμών δυνάμεων στο εσωτερικό των χωρών - μελών, σημείο που θεωρούν ότι δεν μπορεί να αλλάξει.
Επιπλέον υπογραμμίζουν ότι οι διαφορές στην ανταγωνιστικότητα των χωρών σχετίζονται με τον πληθωρισμό καταρχήν και υποστηρίζουν ότι ο πληθωρισμός οφείλεται στο μοναδιαίο κόστος εργασίας, δηλαδή πόσο εργατικό κόστος εισέρχεται σε κάθε μονάδα παραγόμενου προϊόντος. Αυτό εξαρτάται από το επίπεδο των μισθών και από την παραγωγικότητα. Λένε, λοιπόν, ότι δεν είναι δυνατόν να μειωθεί το επίπεδο των μισθών, όσο έχει μειωθεί σ' αυτήν την περίοδο, με τα μέτρα που παίρνει η Ε.Ε., διότι αυτό οδηγεί στην κατάργηση της δημοκρατίας. Ο Φλάσμπεκ ειδικά, στην ιστοσελίδα του, ισχυρίζεται ότι αυτό οδηγεί στην ανάπτυξη των «ακραίων πολιτικών δυνάμεων». Ως εκ τούτου, καταλήγουν, θα πρέπει οι χώρες της ΟΝΕ να συμφωνήσουν την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, συναινετικά, και στον παλιό μηχανισμό ισοτιμιών που προέβλεπε υποτιμήσεις και ανατιμήσεις με όρια. Με τον τρόπο αυτό, σημειώνουν, θα μπορέσουν να εξισορροπηθούν οι οικονομίες και να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα.
* Σε ποια σημεία επικεντρώθηκε ο αντίλογος;
Ο βασικός αντίλογος επεσήμανε τα παρακάτω σημεία:
1. Η συζήτηση αυτή είναι εκτός επικαιρότητας, καθώς αυτή τη στιγμή το βασικό ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί είναι η κρίση -η οποία μάλιστα έχει διπλή όψη, οικονομική και δημοσιονομική-, την οποία δεν αντιμετωπίζει η παραπάνω πρόταση. Στην παρούσα φάση, η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα θα σημάνει, για τις ασθενέστερες χώρες, πολύ μεγάλη υποτίμηση των εθνικών τους νομισμάτων στην αγορά συναλλάγματος, διότι εκεί κρίνονται οι ισοτιμίες. Τα νομίσματα αυτά, λοιπόν, θα έπρεπε να στηριχτούν με πολύ μεγάλες δαπάνες, πράγμα που είναι εξίσου αδύνατο. Εφόσον δεν υπάρχει πολιτικά η δυνατότητα μιας αλληλέγγυας Ευρωζώνης, για ποιο λόγο υπάρχει πολιτικά η δυνατότητα μιας αλληλέγγυας διάλυσής της;
2. Το επιχείρημα ότι η ανταγωνιστικότητα οφείλεται στον πληθωρισμό ή το μοναδιαίο εργατικό κόστος δεν στέκει. Στις αγορές δεν υπάρχει ανταγωνισμός τιμών, αλλά προϊόντων. Επομένως, ανταγωνιστική είναι μια οικονομία που μπορεί να παράγει νέα προϊόντα, ικανά να σταθούν στις αγορές. Αυτό δεν έχει να κάνει με το εργατικό κόστος. Μια οικονομία που προσπαθεί να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της με υποτιμήσεις θα διαπιστώσει άμεσα ότι απλώς θα αυξηθούν οι δαπάνες για εισαγωγές, διότι δεν έχει να υποκαταστήσει τα προϊόντα που εισάγει. Άλλωστε, στην Ελλάδα είχαμε πληθωρισμό κερδών και όχι κόστος παραγωγής.
3. Η διάλυση της ΟΝΕ, πολιτικά, θα οξύνει τους ανταγωνισμούς μεταξύ των χωρών και θα οδηγήσει, πιθανόν, και σε διάλυση της Ε.Ε. Το ενδεχόμενο αυτό θα θέσει σε μεγάλο κίνδυνο, μεταξύ άλλων, την ειρήνη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
* Πώς σχολιάστηκαν οι περιπτώσεις της Ελλάδας και της Κύπρου;
Οι Φλάσμπεκ και Λαπαβίτσας υποστήριξαν ότι, για χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, δεν υπάρχει άλλη λύση από τη συμφωνημένη έξοδο, καθώς οι δύο αυτές χώρες αντιμετωπίζουν πολύ μεγάλα οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα. Όμως, το ερώτημα παραμένει: για ποιον πολιτικό λόγο τα ισχυρά κράτη της Ένωσης θα υποστηρίξουνε χώρες που βγαίνουνε από το ευρώ, ούτως ώστε να αποκατασταθούν οικονομικά και δημοσιονομικά, τη στιγμή που δεν επιδιώκουν να τις στηρίξουν εντός του ευρώ; Είναι προφανές ότι, σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό ζήτημα επιστρέφει.
Ο αντίλογος επεσήμανε ότι το μόνο ρεαλιστικό σχέδιο είναι η αλλαγή των συσχετισμών. Ωστόσο, εμείς δεν εννοούμε μια γενική και αφηρημένη αλλαγή των συσχετισμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά εντός των χωρών-μελών της. Οι αντιπαραθέσεις και οι κοινωνικές συγκρούσεις αφορούν, κυρίως, το εσωτερικό των χωρών. Η Αριστερά θα πρέπει να οικοδομήσει συμμαχίες στο εσωτερικό της Ένωσης και, σήμερα, το προσφορότερο έδαφος γι' αυτό είναι τα κράτη τα οποία πλήττονται περισσότερο από την κρίση, δηλαδή τα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου.
* Ποια είναι η πραγματική επιρροή της πρότασης αυτής στη γερμανική Αριστερά;
Στη Γερμανία αλλά και αλλού, έχει δοθεί η εντύπωση ότι στο εσωτερικό της Αριστεράς συζητιέται ευρέως η μελέτη Φλάσμπεκ - Λαπαβίτσα και η συναφής με αυτή θέση του Λαφοντέν. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η θέση αυτή, στο εσωτερικό του κόμματος της Αριστεράς, είναι σχετικά απομονωμένη. Εκεί όμως που υπάρχει διάσταση απόψεων, κι αυτό κατά τη γνώμη μου θα απασχολήσει και το επικείμενο συνέδριο του Die Linke, είναι το πόσο βαθιά και έντονη πρέπει να είναι η κριτική του κόμματος στη δομή και την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει ένα ρεύμα, μειοψηφικό μεν αλλά υπαρκτό, το οποίο υποστηρίζει ότι η δομική κριτική στην Ε.Ε. οδηγεί στον ευρωσκεπτικισμό.
Έχω την αίσθηση ότι η άποψη αυτή έχει τακτικό κυρίως χαρακτήρα, δηλαδή ότι η άποψη για επανίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία είναι η επίσημη άποψη του κόμματος, εμποδίζει τη συνεργασία με τη Σοσιαλδημοκρατία. Εικάζω ότι αυτό θα είναι το θέμα που θα απασχολήσει περισσότερο το επικείμενο συνέδριό τους κι όχι η διάλυση της ΟΝΕ, η οποία συναντιέται και με το δεξιό κόμμα του μάρκου, το οποίο όμως δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη απήχηση.
* Πώς ήταν το κλίμα στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Die Linke Λίνκε στη Φρανκφούρτη για την πολιτική της Αριστεράς στην Ευρώπη;
Στην εκδήλωση αυτή, που έγινε στο πλαίσιο του Μπλοκιουπάι, συμμετείχαν από το Die Linke η Σάρα Βάγκενκνεχτ, η Καταρίνα Πρίνσιπε από το Μπλόκο κι εγώ εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ. Η εκδήλωση διοργανώθηκε στο μεγάλο αμφιθέατρο των συνδικάτων, το οποίο ήταν κατάμεστο. Η Κ. Πρίνσιπε ανέπτυξε τη στρατηγική του Μπλόκο σε ό,τι αφορά την οικοδόμηση κινημάτων στην Πορτογαλία και κυρίως για το κίνημα των επισφαλώς εργαζομένων. Εγώ αναφέρθηκα στα όσα γίνονται στην Ελλάδα και ιδίως για τα δίκτυα αλληλεγγύης. Επιπλέον, ανέλυσα την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και την πρότασή του για την έξοδο από την κρίση και για τη συμμαχία του Νότου. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι διοργανωτές ήθελαν να μιλήσει ο Αλ. Τσίπρας. Όταν τους εξήγησα ότι ως κόμμα επιλέξαμε να πάει στην Ισπανία για να προωθήσει το μέτωπο του Νότου, καταχειροκροτήθηκα.
Εκεί τέθηκε ξανά το ζήτημα της Ευρώπης σε ό,τι αφορά το πόσο σκληρή θα πρέπει να είναι η κριτική προς το οικοδόμημα. Η Σ. Βάγκενκνεχτ ήταν σαφής: η δομική κριτική συνιστά βασική προϋπόθεση για την επαναθεμελίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.