Όσοι ζούμε σε κάποιες από τις μεσοαστικές και λαϊκές γειτονιές της πρωτεύουσας γνωρίζουμε πόσο αυξάνεται η ανησυχία για τη διακίνηση ναρκωτικών σε όλο και νεότερες ηλικίες. Μια ανησυχία, ένας φόβος, που γνωρίζουμε πως εύκολα μπορεί να φουντώσουν τη συντηρητικοποίηση και την ενεργοποίηση αντιπολιτικών και αυταρχικών ανακλαστικών στην κοινωνία. Μπορεί, ακόμα, τις πρώτες θέσεις στις δημοσκοπήσεις να καταλαμβάνουν -εύλογα- η ακρίβεια, η διαφθορά και η συνακόλουθη έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, αλλά το αίσθημα ανασφάλειας ακολουθεί σε απόσταση ασφαλείας. Ωστόσο, η εντυπωσιακή αύξηση στις υποθέσεις διακίνησης ναρκωτικών και μια μικρότερη, πλην όμως σταθερή αύξηση στον αριθμό ανθρωποκτονιών και ληστειών που καταγράφεται στα στατιστικά της αστυνομίας και καταλαμβάνουν αυξημένο χώρο στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων διαχέουν όλο αυτόν τον φόβο.
Ένα καμπανάκι για το αποτέλεσμα του φόβου μάς το χτυπάει η δεξιά στροφή στη Λατινική Αμερική, μια ήπειρος που πέρασε από χούντες, νεοφιλελεύθερα πειράματα και οικονομικές κρίσεις που άφησαν πίσω τους αυξημένες κοινωνικές ανισότητες, καταστάσεις τόσο οικείες καθ’ ημάς. Ένα πρόσφατο άρθρο του Foreign Affairs, συνδυάζοντας στατιστικά στοιχεία του ΟΗΕ, δημοσκοπικά ευρήματα και εκλογικά αποτελέσματα, επισημαίνει πως αυτή η δεξιά στροφή τροφοδοτήθηκε κυρίως από την εγκληματικότητα και την επέκταση των καρτέλ ναρκωτικών, τα οποία χρησιμοποιεί τόσο ο Τραμπ για να δικαιολογήσει τις επεκτατικές του βλέψεις, όσο και οι Λατινοαμερικανοί μιμητές του για να επιβάλλουν πολιτικές «σιδηράς πυγμής», που γίνονται ολοένα και πιο ελκυστικές σε μεγάλο τμήμα των λαϊκών στρωμάτων. Είναι ενδεικτικό πως σε δημοσκόπηση του Latinobarómetro περίπου το 40% εμφανίστηκε να προτιμά είτε μια αυταρχική κυβέρνηση είτε απλώς δεν ενδιαφερόταν αν θα ήταν δημοκρατική - ποσοστό αυξημένο κατά περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με πριν από μια δεκαετία. Ακόμα και στη Χιλή, που βίωσε τη δικτατορία του Πινοσέτ και κάποια στιγμή έκανε μια αριστερή στροφή, το 85% των ερωτηθέντων δήλωσε πως αποφεύγει πλέον μερικές φορές να βγαίνει έξω τη νύχτα, μόνο το 8% δηλώνει πως αισθάνεται ασφαλές και -το πιο ανησυχητικό εύρημα- το 80% συμφώνησε ότι θα υποστήριζε μια «κατάσταση εξαίρεσης», με αναστολή ορισμένων πολιτικών ελευθεριών στο όνομα της καταπολέμησης του εγκλήματος...
Οι σκληροί αριθμοί δίνουν μια ερμηνεία. Σε μια ήπειρο η οποία φιλοξενεί μόλις το 8% του παγκόσμιου πληθυσμού καταγράφεται το 30% των παγκόσμιων ανθρωποκτονιών, ενώ τα στοιχεία του ΟΗΕ δείχνουν πως η παραγωγή κοκαΐνης έχει τριπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία, η δε κατανάλωση δεν αφορά πλέον μόνον τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, αλλά και τις ίδιες τις χώρες παραγωγής, καλύπτοντας το 20% της παγκόσμιας χρήσης. Μάλιστα, στον πόλεμο των τοπικών καρτέλ το άρθρο σημειώνει πως εμπλέκεται και η αλβανική μαφία, αυτόνομα ή ως μακρύ χέρι της ιταλικής. Κάπως έτσι η Λατινική Αμερική έρχεται, και από αυτή την άποψη, κοντά στα Βαλκάνια... Το άρθρο συμπεριλαμβάνει και άλλη μία παράμετρο, που ερμηνεύει τη δεξιά στροφή και ακουμπά και τη δική μας πραγματικότητα: τα ζητήματα του λεγόμενου πολιτιστικού πολέμου, με πρώτο το θέμα των αμβλώσεων ή του φύλου, δηλαδή την τραμπική ατζέντα, που εκεί προωθούν οι ευαγγελιστές, εδώ οι λογής λογής παραθρησκευτικές οργανώσεις, με την ανοχή μερίδας του κλήρου.
Μιλάμε για καταστάσεις που δεν είναι άγνωστες στην Ελλάδα ούτε εμφανίστηκαν ξαφνικά με τις αντιπολιτικές δηλώσεις των τελευταίων ημερών. Με φόντο τη διαφθορά, την ακρίβεια, την εγκληματικότητα, κοινωνικές έρευνες του 2025 κατέγραψαν αξιοσημείωτη αύξηση του ποσοστού όσων βλέπουν θετικά την «ύπαρξη ενός ισχυρού ηγέτη που δεν δέχεται τον έλεγχο από τη Βουλή και τις εκλογές». Μειοψηφική μεν, αλλά υπαρκτή τάση, που τροφοδοτείται από το εκρηκτικό μείγμα σκοταδιστικών αντιλήψεων, αμφισβήτησης κατακτημένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της διάκρισης Αριστεράς-Δεξιάς που προώθησαν τα προηγούμενα χρόνια το ακραίο Κέντρο και η κυβερνώσα Ν.Δ., αυτή που την ανομία την περιόρισε μόνο στα Εξάρχεια ενώ οι συμμορίες αλωνίζουν...