Live τώρα    
Το έθνος στη Μεταπολίτευση
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Το έθνος στη Μεταπολίτευση

Πώς άραγε κατανοούσαμε (και κατανοούμε) το έθνος, δηλαδή τον συλλογικό μας εαυτό, στη μακρά διάρκεια της Μεταπολίτευσης; Το σύνθημα «Ελλάς Ελλήνων χριστιανών», ο τρόπος που η Δικτατορία είχε νοηματοδοτήσει το έθνος, απαξιώθηκε πλήρως ύστερα από την κυπριακή τραγωδία, όταν οι δεδηλωμένοι εθνικιστές αποδείχθηκαν οι χειρότεροι εχθροί του έθνους. Το έθνος της Μεταπολίτευσης ήταν, συνεπώς, απόλυτη ανάγκη να ξαναβαφτιστεί στα νερά της Δημοκρατίας. Μα όχι μόνο.

Από όσα προτάθηκαν στην πρώτη δεκαετία μετά την πτώση της δικτατορίας, η πιο διορατική και επιδραστική νοηματοδότηση αποτυπώνεται νομίζω στο τρίπτυχο πρόταγμα του τότε νεοσύστατου ΠΑΣΟΚ: «Εθνική ανεξαρτησία-Λαϊκή κυριαρχία-Κοινωνική απελευθέρωση». Η «λαϊκή κυριαρχία» ανέσυρε ασφαλώς και αποκαθιστούσε τη «λαοκρατία», την αποδιωγμένη μνήμη της ηττημένης και στιγματισμένης εαμικής Αντίστασης (που έπρεπε επιτέλους να αναγνωριστεί ως εθνική). Η «κοινωνική απελευθέρωση» έφερνε επιπλέον το άρωμα του Μάη του ’68, των νέων κοινωνικών κινημάτων της Δύσης, που διαθλασμένα είχαν ήδη εμποτίσει τον τρόπο ζωής της ελληνικής νεολαίας, κυρίως της φοιτητικής - όλες εκείνες τις ανατρεπτικές και χειραφετικές τάσεις που εκφράζονταν με τα τζάκετ, τις μπουάτ, τη ροκ, την εκδοτική έκρηξη και την απενοχοποίηση του ερωτισμού. Μαζί με όλα αυτά όμως, και μπροστά μάλιστα από όλα αυτά, ερχόταν η «εθνική ανεξαρτησία», που αποτύπωνε την κυρίαρχη πεποίθηση ότι η Ελλάδα δεν ήταν παρά ένα προτεκτοράτο των ΗΠΑ, μια χώρα πολλαπλά εξαρτημένη: γεωπολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά. Η πεποίθηση αυτή αναδείχθηκε τελικά κυρίαρχη όχι μόνο επειδή ο φορέας της εξελίχθηκε σε πολιτικό κορμό της Μεταπολίτευσης, αλλά επίσης διότι διαχύθηκε σε όλους τους χώρους και επηρέασε τις πολιτικές τους.

Πράγματι, η ανανεωμένη Δεξιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή, σε μια προσπάθεια να συντονιστεί με το ριζοσπαστικό κλίμα της εποχής και με τις αφηγήσεις που απέδιδαν την κυπριακή τραγωδία σε σχέδιο των ΗΠΑ, θα αποσύρει την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και θα προσανατολίσει αποτελεσματικά τη χώρα προς την Ευρώπη. Τον ευρωπαϊκό δρόμο θα δείξει και το ΚΚΕ Εσωτερικού, μέγεθος εκλογικά ασήμαντο αλλά πολιτισμικά σημαντικό καθόσον συγκέντρωνε την πιο γόνιμη διανόηση της χώρας. Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, θεωρώντας την ΕΟΚ παρακολούθημα του ΝΑΤΟ («ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο»), θα προκρίνει αρχικά (με την ουσιαστική υποστήριξη του ΚΚΕ) μια «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική που προσπαθούσε να κινηθεί ανάμεσα στις δύο τότε υπερδυνάμεις, προτού αποδεχθεί και αυτό, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας ως αναγκαία, αν όχι επιθυμητή.

Σε αδρές γραμμές λοιπόν, κατά την πρώτη δεκαετία της Μεταπολίτευσης έτεινε να κυριαρχήσει πολιτισμικά (και σε έναν βαθμό να εκφραστεί πολιτικά) ένας ήπιος αλλά υπερήφανος πατριωτισμός, ασύγκριτα πιο ανοιχτός και δημοκρατικός από τη συντηρητική και μισαλλόδοξη εθνικοφροσύνη της μετεμφυλιακής περιόδου. Με την κατάρρευση όμως των κομμουνιστικών καθεστώτων στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι σκοτεινοί, πολεμοχαρείς θεοί του εθνικισμού θα φτάσουν και στην Ελλάδα. Η εξέλιξη που ξαναζωντάνεψε τα εθνικιστικά πάθη ήταν η ανεξάρτητη πλέον (μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας) Δημοκρατία της Μακεδονίας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Ασφαλώς, οι φόβοι για αναμόχλευση του παλαιού μειονοτικού ζητήματος στα πέριξ της Φλώρινας και για αλυτρωτικές βλέψεις της γειτονικής χώρας ήταν υπερβολικοί, γεωστρατηγικά αβάσιμοι και διπλωματικά διόλου πειστικοί. Το κεντρικό όμως σύνθημα που δονούσε τις τεράστιες διαδηλώσεις τότε στη Θεσσαλονίκη («Η Μακεδονία είναι ελληνική») όπως και ο ήλιος της Βεργίνας, που λατρεύτηκε σχεδόν σαν εθνικό σύμβολο, φανέρωναν την επιστροφή ενός αρχέγονου εθνικισμού που μιλούσε με όρους βιολογίας και μακραίωνης Ιστορίας. Από την εποχή εκείνη άλλωστε θα πληθαίνουν εντυπωσιακά οι Μεγαλέξανδροι στα κέντρα των πόλεων (συνήθως έφιπποι ανδριάντες αλλά και προτομές και ονοματοδοσίες οδών, πλατειών και κτηρίων), ενώ επίσης θα αποκατασταθεί μνημονικά, με κάμποσους ανδριάντες σε διάφορες πόλεις, ο έως τότε καταφρονεμένος Φίλιππος.

Ωστόσο, όσο πλησιάζαμε στο γύρισμα της χιλιετίας, ενόσω το νέο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη ξεδίπλωνε με (φαινομενική) επιτυχία το σχέδιο του «εκσυγχρονισμού», η ελληνική κοινωνία άρχισε να αισθάνεται αρκετά ασφαλής ώστε να απομονώνει τις πιο μεγαλομανείς και ευτελείς συνάμα από τις εθνικιστικές της εξάρσεις. Η Ελλάδα διεκδικούσε τώρα μια πολιτική θέση στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης και έναν ρόλο ήρεμης δύναμης στα ταραγμένα Βαλκάνια. Μπορούσε να γίνει μια ισχυρή, σύγχρονη και δημοκρατική χώρα. Η κυβέρνηση Σημίτη θα δώσει προς τούτο όσα διαπιστευτήρια μπορούσε: θα προωθήσει τον θεσμικό εκδυτικισμό ενάντια ακόμα και στην πανίσχυρη Εκκλησία (όπως συνέβη με την αφαίρεση του θρησκεύματος από τα δελτία ταυτοτήτων), θα οργανώσει την κρατική και θα ενθαρρύνει την ιδιωτική οικονομική διείσδυση στη βαλκανική ενδοχώρα και, τέλος, θα επενδύσει συμβολικά και επικοινωνιακά στον αθλητισμό, με κορύφωση την οργάνωση Ολυμπιάδας το 2004. Εκεί ακριβώς, στην τελετή έναρξης, θα αποτυπωθεί, με τρόπο αναμφίβολα εκλεπτυσμένο και αισθητικά άρτιο, μια συνεκτική αφήγηση για ένα αρχαίο έθνος που άντεξε στις περιπέτειες της Ιστορίας με πάθη και με κλέη, ωσότου βρήκε μια διακριτή θέση στον σύγχρονο κόσμο.

Οπως όλοι γνωρίζουμε, αυτό το success story κατέρρευσε με πάταγο όταν η Ελλάδα βρέθηκε στο μάτι της οικονομικής κρίσης. Αν έως το 2010 μπορούσε να διακρίνει κανείς, όχι πάντα χωρίς δυσκολία, μια κυρίαρχη τάση, ένα κυρίαρχο φως που έσπρωχνε τα υπόλοιπα στο ημίφως, στα χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε τα διαφορετικά φώτα αναβοσβήνουν διαρκώς μην πετυχαίνοντας κανένα τους να κυριαρχήσει.

Ο παρατηρητής στέκεται πράγματι αμήχανος όταν βλέπει να εναλλάσσονται με ταχύτητα (και συχνά να συνυπάρχουν) δυνάμεις που βλέπουν παντού εχθρούς να επιβουλεύονται τον ελληνισμό, πολιτικές που αποπνέουν έναν ήπιο, ορθολογικό πατριωτισμό (όπως η Συμφωνία των Πρεσπών) και άλλες που φανερώνουν μια πρόθυμη, σχεδόν δουλική υποτέλεια στον κυρίαρχο (όπως η απόλυτη ταύτιση με τις ΗΠΑ στο Ουκρανικό και στο Μεσανατολικό). Προσπαθεί να καταλάβει ποιο είναι το ελληνικό έθνος σήμερα, πώς δηλαδή κατανοούμε τον συλλογικό μας εαυτό, ποιο είναι το ηγεμονικό αφήγημα. Διότι γνωρίζει ότι το έθνος είναι κάτι περισσότερο από τα εκάστοτε δομικά του υλικά. Είναι η συνεκτική αφήγηση που δίνει στα υλικά σχήμα και νόημα. Και ως αφήγηση υπόκειται στις πολιτικές συγκρούσεις και στην ιδεολογική διαπάλη. Αλλά, ως φαίνεται, βρισκόμαστε σε μία από εκείνες τις εποχές που τα παλαιά πεθαίνουν και τα νέα δεν λένε να γεννηθούν. Βρισκόμαστε σε μια επίφοβη εποχή.

* Ο Χάρης Αθανασιάδης είναι καθηγητής Δημόσιας Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0