Μπορεί μια χολιγουντιανή ταινία να γίνει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα; Κι όμως, μπορεί. Το "Don't look up", που στριμάρει στο Netflix με τεράστια επιτυχία τις τελευταίες ημέρες, είναι το κορυφαίο θέμα συζήτησης μετά την Όμικρον στα social media, ενώ έγινε αφορμή για διαδικτυακή κόντρα ανάμεσα στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο μετά από σχετική ανάρτηση του Αλ. Τσίπρα.
Αυτή η "φασαρία" από μόνη της συνιστά σοβαρό λόγο να ασχοληθεί κανείς. Άλλοι λάτρεψαν την ταινία, άλλοι την έριξαν στο πυρ το εξώτερον. Για να μην υποδυθούμε κι εμείς τους κριτικούς κινηματογράφου, ας συμφωνήσουμε ότι η ταινία του ΜακΚέι δεν είναι οσκαρικό αριστούργημα ή επαναστατικό μανιφέστο, ούτε b-movie για χρυσό βατόμουρο. Είναι μια επίκαιρη, σατιρική, με μαύρες αποχρώσεις και, αν μη τι άλλο, πολιτική ταινία με ένα εξαιρετικό καστ. Μια ταινία που μαζεύει από τη Μέριλ Στριπ, την Κέιτ Μπλάνσετ, τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο, την Τζένιφερ Λόρενς, τον Τζόνα Χιλ έως τον Κρις Έβανς και την Αριάνα Γκράντε προφανώς αξίζει της προσοχής των θεατών ανά τον κόσμο.
Το "Don't look up" ξεκίνησε να γυρίζεται τον Απρίλιο του 2020. Long story short: Ο κορωνοϊός επικρατεί πια σε όλον τον πλανήτη. Ο Πρόεδρος Τραμπ και οι ομοϊδεάτες του alt-right ηγέτες όπως ο Μπολσονάρου και ο Τζόνσον αμφισβητούν τη σοβαρότητα της πανδημίας. Ήταν η εποχή που η διοίκηση Τραμπ αμφισβητούσε ευθέως την επιστήμη και ο ίδιος συνέστηνε στους πολίτες να πίνουν χλωρίνη. Με τους τηλεπαρουσιαστές των δεξιών ΜΜΕ, με το Fox σε πρώτο πλάνο, να αναπαράγουν κάθε λογής θεωρία συνωμοσίας. Ήταν η εποχή που ο Φάουτσι και οι επιστήμονες προσπαθούσαν, κόντρα στην παράνοια του Οβάλ Γραφείου, να πείσουν τον κόσμο για τον θανάσιμο κίνδυνο της Covid-19. Ενώ την ίδια στιγμή, με την κλιματική κρίση να παραμένει η σταθερή απειλή, οι δισεκατομμυριούχοι μεγιστάνες της τεχνολογίας ετοιμάζουν την έξοδο διαφυγής τους από τον πλανήτη.
Αυτή την πραγματικότητα των ΗΠΑ σατιρίζει ο Μακ Κέι, με τον μετεωρίτη να παρουσιάζεται ως θανάσιμη για τη Γη απειλή στη θέση της πανδημίας. Το γεγονός ότι η ταινία συνιστά μια σαφή τοποθέτηση υπέρ της λογικής έναντι του ανορθολογισμού, της επιστήμης έναντι των θεωριών συνωμοσίας, της ανθρώπινης ζωής έναντι της λογικής του κέρδους την καθιστά οικουμενική. Παρ’ όλα αυτά, το λογικό θα ήταν τα "πάθη" να δημιουργηθούν στην αμερικανική κοινωνία.
Τι μου θυμίζει...
Βλέποντας ωστόσο την ταινία στην Ελλάδα των απαρχών του 2022, οι αναλογίες με την κατάσταση στη χώρα μας είναι ανατριχιαστικά πολλές, τόσες που κάνουν ακόμα και την υπερβολή της σάτιρας να μοιάζει όχι και τόσο υπερβολή: μια κυβέρνηση που εργαλειοποιεί και απαξιώνει τους επιστήμονες, αποφάσεις που λαμβάνονται όχι με βάση τα επιστημονικά δεδομένα, αλλά το πολιτικό και οικονομικό κόστος, ένας πρωθυπουργός που κρύβει τη μελέτη του επιστήμονα ο οποίος στις αρχές της πανδημίας μετατράπηκε σε "ροκ σταρ". Εκατομμύρια ευρώ με τη λίστα Πέτσα στα ΜΜΕ, τα οποία στη συντριπτική τους πλειονότητα λειτουργούν ως προέκταση του γραφείου Τύπου του Μεγάρου Μαξίμου εξαφανίζοντας -ιδίως στην πρώτη φάση της πανδημίας- κάθε άλλη φωνή. Εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ που, αντί να πάνε στα νοσοκομεία, στην έρευνα, στα μέσα προστασίας των πολιτών, έγιναν μπίζνες με απευθείας αναθέσεις σε φίλους και σε «σκόιλ ελικίκου». Ένα σύστημα εξουσίας που αδιαφορεί για τη δημόσια υγεία και λειτουργεί μονάχα προς όφελος της αναπαραγωγής του, στρώνοντας το έδαφος στην ολοένα εντεινόμενη κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών.
Δεν άρεσε στη λίστα Πέτσα
Και δεν είναι τυχαίο ότι για πρώτη φορά με τόσο συντονισμένο τρόπο αυλικοί της εξουσίας, δημοσιογράφοι, πολιτικοί παράγοντες, γελωτοποιοί της αυλής και τρολ έσπευσαν να καταδικάσουν και να χλευάσουν μια ταινία του Netflix. Δεν άρεσε η ταινία στον ΣΚΑΪ, που δημοσίευσε ανυπόγραφο κείμενο για να μας πει ότι δεν είναι σάτιρα, αλλά meme. Ούτε σε πολλούς γνωστούς δημοσιολόγους, που εξέφρασαν την απογοήτευσή τους στα social media. Στους ίδιους που χαρακτήριζαν καπετάνιο, τσιτάχ, Τσώρτσιλ και Μωυσή τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η ερμηνεία είναι απλή: είδαν στις οθόνες τους τον εαυτό τους. Ως ένα κομμάτι ενός χυδαίου συστήματος εξουσίας, διαπλοκής και ανεντιμότητας.
Μια "βόλτα" στα τηλεοπτικά πάνελ την περασμένη εβδομάδα θα επιβεβαίωνε του λόγου το αληθές. Ενδεικτικά στιγμιότυπα, ο Άδωνις Γεωργιάδης να παρελαύνει σε όλα τα κανάλια και να κάνει παρατηρήσεις στους δημοσιογράφους για τις ερωτήσεις τους και να ανακοινώνει ότι τελειώνει η πανδημία σε έναν μήνα. Ο Οικονόμου, ο Πορτοσάλτε και ο «βάλτε βαθιά τον στυλεό» επιστήμονας Βασιλακόπουλος να τραμπουκίζουν συντονισμένα στον αέρα τον συνδικαλιστή της ΟΛΜΕ για το άνοιγμα των σχολείων. Η καταγγελία Καπραβέλου ότι τα πρωτόκολλα για τα σχολεία -το 50%+1- δεν ήταν επιστημονική εισήγηση. Το γεγονός ότι οι περισσότεροι πολίτες, βλέποντας τη διακωμώδηση ενός ανορθολογικού, διαπλεκόμενου, καθεστωτικού συστήματος εξουσίας, είδαν την κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι ανησυχητικό. Και για το σύστημα Μητσοτάκη, και για την κοινωνία.
Τέλος, επειδή γράφτηκαν πολλά περί "αμερικανιάς". Σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί που επέλεξε ο ΜακΚέι, από τη βετεράνο Κέιτ Μπλάνσετ έως τη νεότερη Τζένιφερ Λόρενς και την ποπ performer Αριάνα Γκράντε στη διάρκεια της παράνοιας της διοίκησης Τραμπ, πήραν θέση. Υπερασπίστηκαν τη δημοκρατία, την κοινωνία, τον ορθό λόγο. Αυτό καθρεφτίζει τις έντονες διεργασίες που συντελούνται τα τελευταία χρόνια στην αμερικανική κοινωνία. Σε ορισμένες περιπτώσεις διεργασίες έντονα ριζοσπαστικές, που αναζητούν πολιτική αποκρυστάλλωση απέναντι στο πείραμα του τραμπισμού που πέτυχε και βρίσκει μιμητές σε όλον τον κόσμο. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αυτή τη στιγμή στον υπαρκτό καπιταλισμό οι ΗΠΑ μετατρέπονται σε εργαστήρι αμφισβήτησης του μονόδρομου, του οικονομικού και πολιτικού μοντέλου.