Live τώρα    
Σχέδιο Πισσαρίδη / Προάγγελος των προθέσεων της ΝΔ για τις μετα-Covid μεταρρυθμίσεις του ΕΣΥ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Σχέδιο Πισσαρίδη / Προάγγελος των προθέσεων της ΝΔ για τις μετα-Covid μεταρρυθμίσεις του ΕΣΥ

ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ

Αναγκασμένη η κυβέρνηση της Ν.Δ. να εκδηλώνει μια αμυντική συμπεριφορά μέσα στο γενικότερο περιβάλλον που διαμορφώνει η υγειονομική κρίση, συμπεριφορά δηλωτική όχι μόνο της αποτυχίας της στη διαχείριση της πανδημίας, αλλά και της συναίσθησής της ότι δεν πείθει το αφήγημά της περί ουσιαστικής ενίσχυσης του ΕΣΥ, επιχειρεί να αμβλύνει τις αιχμές της νεοφιλελεύθερης ρητορικής της για την Υγεία, χωρίς όμως ταυτόχρονα να εγκαταλείπει επί της ουσίας τις βασικές αρχές του αφηγήματός της.

Η νέα εκδοχή ενός παλιού αφηγήματος...

Η πιο «προσαρμοσμένη» στις μετατοπίσεις της κοινής γνώμης εκδοχή του αφηγήματος της Ν.Δ. για το ΕΣΥ χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να πείσει ότι ενίσχυσή του σημαίνει πρόσληψη συμβασιούχων «μιας χρήσεως» (καθώς αρνείται πεισματικά την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού - το κάνει μόνο μετά από πίεση και με το σταγονόμετρο) και κάποιες μεταρρυθμίσεις -ασαφούς προς το παρόν ταυτότητας- που θα στηριχτούν αποκλειστικά σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση (καθώς επίσης αρνείται πεισματικά να δρομολογήσει την αύξηση της δημόσιας υγειονομικής δαπάνης μέσω του κρατικού προϋπολογισμού...). Με άλλα λόγια, το κυβερνητικό στρατόπεδο επιχειρεί να πείσει ότι αποτελούν παρακαταθήκη για το ΕΣΥ όλα εκείνα τα μέτρα που παίρνει ακριβώς για να μη μείνει κάποια παρακαταθήκη στο ΕΣΥ!

Πλήρης εναρμόνιση

Το πόρισμα της επιτροπής Πισσαρίδη στην ενότητα για την Υγεία, σε πλήρη εναρμόνιση με το αφήγημα της Ν.Δ., έρχεται να «νομιμοποιήσει» με τη δήθεν ουδέτερη τεχνοκρατική του αίγλη την απόλυτα μεροληπτική ταξικά και ιδεολογικά άρνηση της κυβέρνησης να υιοθετήσει μια πολιτική ουσιαστικής αναβάθμισης του ΕΣΥ. Ταυτόχρονα, επιχειρεί να διαμορφώσει το πλαίσιο των στόχων μέσω του οποίου θα επιχειρηθεί η απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων για την Υγεία από το ταμείο ανάκαμψης.

Αν ήθελε κανείς με μια φράση να προσδώσει κάποιον χαρακτηρισμό στην ενότητα Υγεία του συγκεκριμένου πορίσματος, θα έλεγε ότι μεγαλύτερη σημασία ως υποδείξεις προς την κυβέρνηση έχουν αυτά που δεν λέγονται, παρά αυτά που λέγονται...

Απ' αυτά που λέγονται...

Σταχυολογούμε αρχικά την πρόταση για οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια των νοσοκομείων και τη δυνατότητά τους να συνάπτουν χωριστά προγραμματικές συμβάσεις με τον ΕΟΠΥΥ. Με άλλα λόγια, την επιδίωξη για μετατροπή των δημόσιων νοσοκομείων σε ένα είδος επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται μεταξύ τους προκειμένου, μέσω «προσφερόμενων πακέτων», να πετύχουν (αυτά που θα τα καταφέρουν) χωριστές συμφωνίες με τον αποζημιωτικό φορέα...

Στο ίδιο κλίμα, θα συναντήσουμε πιο κάτω και την «κλασική» πλέον εμμονή για ενίσχυση της συνεργασίας δημόσιου - ιδιωτικού τομέα και με τη μορφή των συμβάσεων εκχώρησης (δηλ. ΣΔΙΤ)...

Και αυτά που δεν λέγονται...

Το πρώτο και πιο σημαντικό που αποσιωπάται στο πόρισμα είναι η υποχρηματοδότηση του συστήματος Υγείας. Ενώ παρατίθεται πλήθος άλλων στοιχείων που αποτυπώνουν το τρέχον «προφίλ Υγείας» της χώρας, το γεγονός ότι η Ελλάδα, με Δημόσια Υγειονομική Δαπάνη στο 5% του ΑΕΠ, εξακολουθεί (δύο χρόνια μετά τη λήξη της πολυετούς δημοσιονομικής προσαρμογής) να υπολείπεται του μέσου ευρωπαϊκού όρου (7% του ΑΕΠ), ούτε αναφέρεται ούτε, βεβαίως, αξιολογείται.

Χωρίς αξιολόγηση παραμένει και η διαπίστωση ότι στην Ελλάδα η ιδιωτική δαπάνη Υγείας είναι από τις πιο υψηλές στην Ε.Ε., ξεπερνώντας το 39% του συνόλου της υγειονομικής δαπάνης. Η επιτροπή αρνείται να μας πει αν αυτό είναι πρόβλημα που χρειάζεται να διορθωθεί ή όχι! Ομνύοντας στη συνεργασία δημόσιου - ιδιωτικού τομέα, οι συντάκτες της έκθεσης «ξεχνούν» επίσης να αναφέρουν το γεγονός ότι το ποσοστό κάλυψης υγειονομικών αναγκών από τον ιδιωτικό τομέα, κυρίως σε εξωνοσοκομειακές υπηρεσίες, παραμένει σήμερα στη χώρα μας ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, ξεκινώντας από ποσοστά μεγαλύτερα του 70% για εργαστηριακούς ελέγχους και φτάνοντας σε ποσοστά κοντά στο 95% σε άλλες υπηρεσίες (αποκατάσταση, φυσικοθεραπείες)! Πόσο άλλο πεδίο πια να εκχωρηθεί στον ιδιωτικό τομέα;

Το κοινωνικό αποτύπωμα όλων των παραπάνω είναι ότι, παρά τις πολύ σημαντικές προσπάθειες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ εν μέσω Μνημονίων (πλήρης κάλυψη ανασφάλιστων, δωρεάν φάρμακα σε οικονομικά αδύναμους), το ποσοστό των συμπολιτών μας που αποφεύγουν να λάβουν υπηρεσίες Υγείας για οικονομικούς λόγους παραμένει υψηλό (10%), παρά τη μείωσή του συγκριτικά με το 2016 (14%) . Και αυτή η σοβαρή κοινωνική παράμετρος, που υποδεικνύει ότι, παρά τα βήματα που έγιναν μέχρι τα μέσα του 2019, οι ανισότητες ως προς την πρόσβαση δεν έχουν αρθεί επαρκώς, αποκρύπτεται επίσης στο πόρισμα της επιτροπής (η οποία αρκείται στη διαπίστωση ότι η πρόσβαση στο σύστημα Υγείας είναι... «σχετικά ανοιχτή»!).

Τέλος, ένα από πιο αντιφατικά και ακατανόητα σημεία της έκθεσης είναι αυτό που αναφέρεται στο ανθρώπινο δυναμικό του συστήματος Υγείας: Ενώ η σημερινή κατάσταση περιγράφεται με τον χαρακτηρισμό «υποστελέχωση», η ενδεδειγμένη λύση, κατά την άποψη της επιτροπής, είναι η... ορθολογική ανακατανομή του υπάρχοντος προσωπικού! Μακάρι να ήξεραν και οι ίδιοι τι εννοούν...

Οι κατευθύνσεις είναι σαφείς...

Είναι σχεδόν σίγουρο πως θα αποτυπωθούν στο «μετα-Covid μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα» της Ν.Δ. για το ΕΣΥ: μηδενική αύξηση κρατικής χρηματοδότησης, μηδενική ενίσχυση σε μόνιμο προσωπικό, αναβάθμιση υποδομών και εξοπλισμού μόνο μέσω της διείσδυσης ιδιωτικών επιχειρήσεων στις δημόσιες δομές, μηδενική ελάφρυνση των οικονομικών επιβαρύνσεων των πολιτών. Αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων με κύριο άξονα τις ψηφιακές εφαρμογές και δευτερευόντως για κάποιες περιθωριακού τύπου βελτιώσεις σε υπηρεσίες Υγείας.

Η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ

Η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ για το ΕΣΥ της επόμενης μέρας, για ένα δημόσιο σύστημα Υγείας με ποιοτικές υπηρεσίες προσβάσιμες σε όλους, βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα των κατευθύνσεων αυτών. Με ένα πρόγραμμα βασισμένο στην ουσιαστικά αυξημένη κρατική χρηματοδότηση, στην ενίσχυση με μόνιμο προσωπικό σωστά αμειβόμενο, στην επέκταση και αναβάθμιση των υπηρεσιών ΠΦΥ, δημόσιας Υγείας και αποκατάστασης, με την αξιοποίηση κάθε χρηματοδοτικού εργαλείου για αναβάθμιση εξοπλισμού, υποδομών και ψηφιακό μετασχηματισμό χωρίς ΣΔΙΤ, με μια στρατηγική μείωσης των ιδιωτικών πληρωμών, μπορεί να αναδείξει μια προοπτική διακριτή απ’ αυτή που επιφυλάσσει η Δεξιά για το σύστημα Υγείας και να κερδίσει την πλειονότητα των πολιτών.

 

* Ο Γιώργος Γιαννόπουλος είναι γιατρός ΕΣΥ, πρώην γ. γ. υπουργείου Υγείας

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0