Οι λιγοστοί εισαγγελικοί λειτουργοί και διοικητικοί υπάλληλοι -παρά τη συνδρομή από τη Γενική Γραμματεία κατά της Διαφθοράς, είναι... οφθαλμοφανές ότι η Εισαγγελία χρειάζεται ενίσχυση- προσπαθούν να βγάλουν άκρη σε μια υπόθεση οι απολήξεις της οποίας εκτείνονται έως τον... Παναμά.
Ο πόλεμος των άστρων
Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, η Εθνική Τράπεζα, υλοποιώντας σχετική Οδηγία της Κομισιόν και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πούλησε το 2013 το 66% της θυγατρικής της, στην οποία ανήκαν όλα τα ακίνητα της ιστορικής τράπεζας (ως επί το πλείστον υποκαταστήματα). Αυτός ήταν και ο «Πόλεμος των Άστρων», όπως ήταν η κωδική ονομασία της πώλησης σε fund υπό την επωνυμία Invel Real Estate, με έδρα την Ολλανδία. Fund πίσω από το οποίο είναι κατά κύριο λόγο ο διεθνούς εμβέλειας «παίκτης» Μπένι Στάινμετς.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 2015 η «Αυγή» δημοσιοποιεί τον φάκελο που είχε περιέλθει πλέον στα χέρια της εισαγγελέα διαφθοράς Ελένης Ράικου (επίσης, κοινωνοί των μάλλον πρωτοφανών όρων κάτω από τους οποίους έγινε η πώληση ήταν ο τότε υφυπουργός και νυν αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Δημήτρης Παπαγγελόπουλος, ο γ.γ. του υπουργείου Κώστας Κοσμάτος και ο γ.γ. κατά της Διαφθοράς Γιώργος Βασιλειάδης).
Τα ερωτήματα
Από την πρώτη στιγμή δε είχαν ανακύψει τρία βασικά ερωτήματα: Αν ήταν εύλογη η αποτίμηση της αξίας των ακινήτων της Πανγαία, πώς προέκυψε ο ένας και μόνος ενδιαφερόμενος να αγοράσει την εταιρεία και γιατί πήρε... προίκα (συγγνώμη, δάνειο) από την Εθνική προκειμένου να προβεί στην αγορά. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Αυγής», νέα στοιχεία πάνω στα τρία αυτά ερωτήματα έχουν τεθεί στη διάθεση των εισαγγελικών αρχών, δίνοντας έτσι μια γερή βάση για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Όσον αφορά τον δανεισμό, επειδή δεν ήταν επιτρεπτό, βάσει του εσωτερικού κανονισμού της Εθνικής, να δανείζει νεοσύστατο fund στο εξωτερικό, για τον λόγο αυτό εφευρέθηκε -φαίνεται- η ιδέα σύστασης εταιρείας ειδικού σκοπού. Αυτή την εταιρεία δάνεισε η Εθνική μέσω ομολογιακού δανείου, με 421 εκατομμύρια ευρώ, για να τα... δανείσει εκείνη με τη σειρά της στη μητρική Invel, που κατέβαλε τα υπόλοιπα 160 εκατομμύρια ευρώ.
Έτερο θέμα υπάρχει με τη σκοπιμότητα χορήγησης του ομολογιακού δανείου. Αυτού του τύπου τα δάνεια, εξ όσων γνωρίζουμε, δίδονται για αναπτυξιακούς σκοπούς. Πόσο... αναπτυξιακή ήταν όμως η πώληση του πλειοψηφικού πακέτου μιας εταιρείας, με τα χαρακτηριστικά της Πανγαία; Τι είδους ανάπτυξη επήλθε ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πώλησης; Ας σημειωθεί ότι η σύναψη ομολογιακού δανείου συνεπάγεται απαλλαγή από τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών, άρα απώλεια μερικών εκατομμυρίων ευρώ για τα κρατικά ταμεία.
Ένα ιδιαίτερο θέμα του δανεισμού ήταν το επιτόκιο: 2,70%. Μήπως η Εθνική έχει να επιδείξει άλλο δάνειο εκείνης της περιόδου (τέλος 2013, αρχές 2014) με συναφές επιτόκιο; Και γιατί την ίδια ακριβώς εποχή η Εθνική Τράπεζα είχε προχωρήσει σε ομολογιακή έκδοση ύψους 750 εκατομμυρίων, αλλά με επιτόκιο 4,375%;
Αλλά και το δάνειο πόσο καλυμμένο μπορεί να θεωρηθεί με μόνη εξασφάλιση τις μετοχές της εταιρείας; Αντιθέτως με ό,τι θα ανέμενε κανείς, τα συνδεδεμένα ακίνητα δεν προσημειώθηκαν. Ενώ για την αποπληρωμή του δανείου χρησιμοποιούνται όχι τα μισθώματα -δηλαδή τα 80 εκατομμύρια ευρώ που κατ’ έτος καταβάλλει η Εθνική για τα υποκαταστήματα, που ήταν κάποτε ιδιοκτησίας της!-, αλλά μόνο τα μερίσματα από τα κέρδη της εταιρείας.
Ταυτοχρόνως, ένα καίριο ερώτημα στη δαιδαλώδη υπόθεση που ανακύπτει είναι γιατί δεν έγινε διαγωνισμός. Γιατί η τότε διοίκηση της Εθνικής συμβιβάστηκε με την ιδέα του ενός και μόνου ενδιαφερόμενου; Πολλώ δε μάλλον -σύμφωνα με νεότερα στοιχεία- που το fund Invel όταν προέβη στην αγορά της Πανγαία, δεν εκπροσωπούσε κάποιο σχήμα θεσμικών επενδυτών. Όταν μάλιστα προστέθηκε στη συνέχεια το fund York Capital Management με 125 εκατομμύρια ευρώ, δεν απομειώθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, κατά το αντίστοιχο ποσό το χορηγηθέν δάνειο -γιατί, προφανώς, δεν είχε προβλεφθεί τέτοιο-, ως εκ τούτου τα χρήματα πιστεύεται πως όδευσαν στο ταμείο της Invel.
Πούλημα με το... κιλό
Κλείνοντας, πρέπει να δει κανείς όμως και το θέμα της αποτίμησης των ακινήτων της Εθνικής. Γιατί η αποτίμηση έγινε από έναν εκτιμητή και όχι από δύο, όπως επιβάλλει η βέλτιστη πρακτική (πολλώ μάλλον όταν εδώ δεν είναι μια απλή αγοραπωλησία ακινήτου); Οι τεχνικές υπηρεσίες της Τράπεζας ρωτήθηκαν και αν ναι, ποια η γνώμη τους; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που τίθενται εκ των πραγμάτων. Και, επί τη ευκαιρία, πόσο μπορούν να αποτιμηθούν κτήρια με ιστορία, νεοκλασικά κ.ά., στην Αθήνα, στο Ναύπλιο και αλλού; Με το... τετραγωνικό; Γιατί αυτή η οδός φαίνεται πως επελέγη, όπως για παράδειγμα στο άρρηκτα συνδεδεμένο με το παρελθόν της τράπεζας κτήριο επί της οδού Σταδίου 38, που εκτείνεται σε 10.000 τετραγωνικά μέτρα και η αξία του αποτιμήθηκε στα 22 εκατομμύρια ευρώ, άρα σε 2.200 ευρώ το τετραγωνικό.