Βρυξέλλες
Θεαματική αύξηση έχει εμφανίσει στην Ελλάδα η αδήλωτη εργασία, που μεταβάλλει τους εργαζόμενους σε δούλους της εργοδοσίας στερώντας τους επιπλέον και τα κάποια ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματά τους, σύμφωνα με έκθεση του Ευρωβαρόμετρου.
Ένας στους δύο Έλληνες (54%) γνωρίζει ανθρώπους που εργάζονται αδήλωτοι, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 32%. Αν συγκρίνουμε τα ευρήματα της προηγούμενης, προ επταετίας (2007), έρευνας καταγραφής τη αδήλωτης εργασίας, το ποσοστό της αυξήθηκε κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στην Κοινότητα μειώθηκε, κατά μέσον όρο, κατά 6 μονάδες.
Τρεις στους δέκα Έλληνες (30%) αγόρασαν τους τελευταίους 12 μήνες προϊόντα και υπηρεσίες που προέρχονταν από αδήλωτη εργασία, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης ήταν 11%.
Στους κλάδους όπου ευδοκιμεί η μαύρη εργασία η σειρά των απαντήσεων που έδωσαν οι Έλληνες ήταν:
* Επισκευές και ανακαινίσεις σπιτιών (25%).
* Πώληση τροφίμων.
* Άλλες υπηρεσίες (22%).
* Υπηρεσίες υγείας (όχι αποδείξεις, φακελάκι κ.λπ. 16%).
* Επισκευές αυτοκινήτων (13%).
Τονίζεται ότι στον τομέα τη υγείας το ποσοστό στην Ελλάδα ήταν διπλάσιο από τον μέσο όρο της Κοινότητας.
Το 7% των Ελλήνων (3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση) απάντησε πως ένα τμήμα του μισθού του είναι αδήλωτο, ενώ το 30% των εργαζομένων παραδέχθηκε ότι το αδήλωτο τμήμα του μισθού του αντιπροσώπευε το 30%.
Το 25% των ερωτηθέντων Ελλήνων δαπάνησε τους τελευταίους 12 μήνες μέχρι και 200 ευρώ για αγαθά και υπηρεσίες που αποτελούσαν προϊόν αδήλωτης εργασίας, το 17% δαπάνησε από 200 έως και 500 ευρώ και το 19% δαπάνησε περισσότερα από 500 ευρώ.
Για τους λόγους άνθησης της αδήλωτης εργασίας, το 44% των Ελλήνων τη δικαιολόγησε με την έλλειψη επαρκών ελέγχων από τις αρμόδιες αρχές, το 33% την απέδωσε στις υψηλές ασφαλιστικές εισφορές, το 19% στο χαμηλό κόστος προϊόντων και υπηρεσιών και το 15% επικαλέσθηκε την έλλειψη εναλλακτικών λύσεων.
Το 15% των ερωτηθέντων Ελλήνων δικαιολόγησε την αδήλωτη εργασία με τον ισχυρισμό ότι το κράτος δεν του προσφέρει τίποτε, συνεπώς δεν έχει κανένα λόγο να πληρώνει για φόρους και εργατικές εισφορές. Πρόκειται για ποσοστό διπλάσιο του μέσου κοινοτικού όρου.
Από το ίδιο Ευρωβαρόμετρο, για το σύνολο της Ένωσης προκύπτουν οι παρακάτω γενικές διαπιστώσεις:
* Το 11% των ερωτηθέντων παραδέχεται ότι το προηγούμενο έτος αγόρασε αγαθά και υπηρεσίες που ήταν προϊόντα αδήλωτης εργασίας, ενώ το 4% παραδέχεται πως έχει ασκήσει αδήλωτη αμειβόμενη δραστηριότητα.
* Το 60% δηλώνει ότι οι χαμηλότερες τιμές είναι ο κύριος λόγος για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών που είναι προϊόντα αδήλωτης εργασίας.
* Ως κύριους λόγους για την άσκηση αδήλωτης εργασίας το 50% αναφέρεται στα οφέλη που αποκομίζουν και οι δύο ενδιαφερόμενες πλευρές, το 21% περιγράφει τη δυσκολία να βρει μια κανονική (δηλωμένη) θέση εργασίας, το 16% υποστηρίζει πως οι φόροι είναι πολύ υψηλοί και το 15% ότι, πλην της αδήλωτης εργασίας, δεν έχει άλλους πόρους εισοδήματος.
Σε σύγκριση με την προηγούμενη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου (2007) η παροχή αδήλωτης εργασίας παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή στις περισσότερες χώρες - μέλη, αλλά εμφανίζει θεαματική αύξηση στην Ελλάδα, την Κύπρο, τη Μάλτα και τη Σλοβενία.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ασκούν η Κομισιόν και οι κοινοτικές χώρες έχουν αποτέλεσμα την άνθηση της αδήλωτης εργασίας, για την οποία η Επιτροπή προσπαθεί, πάντα με τη γνωστή καθυστέρηση, να επινοήσει διάφορα γιατροσόφια για να τη μειώσει. Το μόνο που κατάφερε να πει ο αρμόδιος για την Απασχόληση, επίτροπος Λάζλο Άντορ, είναι ότι η αδήλωτη εργασία όχι μόνο εκθέτει τους εργαζόμενους σε επικίνδυνες συνθήκες εργασίας και μειώνει τις αποδοχές τους, αλλά στερεί από τα κράτη - μέλη έσοδα (φόρους) και υπονομεύει τα συστήματα κοινωνικής προστασίας.
Μάλιστα, τόσο μεγάλη είναι η ευρηματικότητα και η ευφυΐα του επιτρόπου και, μαζί μ' αυτού, και των άλλων μελών της Κομισιόν.