Η στέγη στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι απλώς ακριβή. Είναι απρόσιτη, επισφαλής και ταξικά αποκλειστική. Για έναν εργαζόμενο, έναν νέο άνθρωπο, ένα ζευγάρι ή μια οικογένεια με εισόδημα 800-1.300 ευρώ η αγορά κατοικίας δεν είναι επιλογή· είναι παγίδα φτώχειας.
Ενοίκια που απορροφούν το 40% έως 60% του εισοδήματος. Τιμές αγοράς πλήρως αποσυνδεδεμένες από τους μισθούς. Αναγκαστικές συγκατοικήσεις, διαρκείς μετακομίσεις, ανασφάλεια. Αδυναμία να σχεδιάσεις ζωή, οικογένεια, μέλλον.
Τα τελευταία μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στη συζήτηση του προϋπολογισμού δεν ξεκινούν από αυτή την εμπειρία. Δεν ξεκινούν από τον ενοικιαστή, αλλά από την αγορά. Από τον επενδυτή. Από το real estate ως «αναπτυξιακό αφήγημα».
Για πρώτη φορά η κυβέρνηση αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι υπάρχει πρόβλημα προσφοράς προσιτής κατοικίας. Ότι η οικοδομή δεν παρήγαγε σπίτια για να μείνει κόσμος, αλλά ακίνητα για Airbnb, Golden Visa και υψηλές αποδόσεις. Αυτή η παραδοχή, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν συνοδεύεται από ρήξη με το μοντέλο που δημιούργησε το πρόβλημα. Οι περιορισμοί στο Airbnb είναι ελάχιστοι, γεωγραφικά περιορισμένοι και χωρίς σοβαρούς μηχανισμούς ελέγχου. Τα προγράμματα ανακαίνισης κλειστών ακινήτων επιδοτούνται γενναία με δημόσιο χρήμα, χωρίς καμία υποχρέωση κοινωνικής ανταποδοτικότητας.
Οι φοροαπαλλαγές στους κατασκευαστές δεσμεύουν ακίνητα για 10 χρόνια, αλλά δεν εγγυώνται χαμηλά ενοίκια ούτε σύνδεση με μισθούς ή κοινωνικά κριτήρια.
Για κάποιον που ψάχνει σπίτι σήμερα τα κυβερνητικά μέτρα δεν προσφέρουν καμία άμεση ανακούφιση. Τα ενοίκια συνεχίζουν να καθορίζονται από την «όρεξη της αγοράς», όχι από τις ανάγκες της κοινωνίας. Η επιστροφή δύο ενοικίων σε δημόσιους υπαλλήλους δεν αλλάζει την αγορά. Απλώς επιδοτεί τις υπερβολικές τιμές, μεταφέροντας δημόσιο χρήμα στους ιδιοκτήτες. Είναι διαχείριση της φτώχειας, όχι πολιτική στέγης.
Το πρόγραμμα ανακαίνισης αδρανών ακινήτων επιδοτεί έως και το 90% του κόστους χωρίς υποχρέωση χαμηλού ενοικίου, μακροχρόνιας μίσθωσης, κοινωνικής στόχευσης. Στην πράξη σημαίνει ότι «ανακαινίζω με δημόσιο χρήμα και νοικιάζω πανάκριβα».
Σύμφωνα με επεξεργασία στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως αποτυπώνονται σε αναλύσεις του οικονομικού Τύπου, οι τιμές κατοικιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά περίπου 61,3% από τις αρχές του 2019 έως τα μέσα του 2025, σε ονομαστικούς όρους.
Από το 2019 έως το 2025 τα ενοίκια στην Αττική έχουν αυξηθεί περίπου 38% κατά μέσο όρο και σε ορισμένες περιοχές ακόμη περισσότερο, έως 54 % (Spitogatos), ενώ στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες μεγάλες πόλεις οι τιμές ενοικίων έχουν επίσης αυξηθεί σημαντικά, σε πολλούς δήμους έως και 40%-60% σε βάθος εξαετίας.
Η Αριστερά προτείνει μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση με δημιουργία μεγάλου αποθέματος δημόσιας και κοινωνικής κατοικίας με πλαφόν και έλεγχο των αυξήσεων στα ενοίκια και με προστασία ενοικιαστών και πρώτης κατοικίας, με αξιοποίηση των κενών ακινήτων με κοινωνικά κριτήρια και σύνδεση στεγαστικής πολιτικής με μισθούς, δημογραφικό και περιφερειακή ανάπτυξη.
Όχι επιδότηση της κερδοσκοπίας αλλά ρύθμιση της αγοράς. Γιατί η στεγαστική κρίση είναι πολιτική επιλογή. Πώς θα αντιμετωπιστεί το δημογραφικό όταν οι νέοι δεν μπορούν να φύγουν από το παιδικό τους δωμάτιο; Πώς θα στηριχθεί η περιφέρεια όταν η στέγη είναι απρόσιτη παντού; Πώς θα μείνουν οι νέοι στη χώρα όταν η ζωή τους ξεκινά με χρέος και ανασφάλεια;
Η πολιτική της Ν.Δ. για τη στέγη είναι πολιτική κοινωνικής καθήλωσης και εξαθλίωσης. Η στέγη είτε θα αντιμετωπιστεί ως κοινωνικό δικαίωμα είτε θα συνεχίσει να λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής ανισοτήτων. Και αυτή η επιλογή είναι βαθιά πολιτική και πρέπει να ανατραπεί.
* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια