ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ), στα εκατό χρόνια σχεδόν λειτουργίας του, καταγράφεται ως ένας ιστορικός οργανισμός (ΝΠΔΔ), υγιής και κερδοφόρος (όχι κερδοσκοπικός), με σημαντική συμβολή στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, εξυπηρετώντας το δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον.
Με τέσσερα καταστήματα σε όλη την Ελλάδα, μονοψήφιο μερίδιο στην τραπεζική αγορά και χαμηλό λειτουργικό κόστος, διαθέτει σήμερα ενεργητικό ύψους 8 δισ. ευρώ. Το χαρτοφυλάκιο των δανείων του, συνολικού ύψους 5 δισ. ευρώ, αναλύεται σε 3,5 δισ. στεγαστικά δάνεια σε 180.000 δημόσιους υπάλληλους και 1,5 δισ. ευρώ δάνεια σε ΟΤΑ. Οι καταθέσεις ανέρχονται σε 2 δισ. ευρώ. Η κερδοφορία του, αύξουσα μέχρι το 2011. Κατά τη δεκαετία 2001-2011, πραγματοποίησε συνολικά κέρδη ύψους 1,5 δισ. ευρώ και ετήσια κατά μέσο όρο 150 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη αυτά, καθώς και πολλά από τα αποθεματικά του κεφάλαια, αποδόθηκαν εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, παρά τις προηγούμενες αφαιμάξεις - τιτλοποιήσεις, κερδών (2000) και στεγαστικών δανείων (2006).
Στα χρόνια της μνημονιακής «αναμόρφωσης» του πλαισίου λειτουργίας του ΤΠΔ, οι νομοθετικές παρεμβάσεις που υλοποίησε η κυβέρνηση Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ, κατ' εντολή της τρόικας και της τραπεζοκρατίας, όχι μόνο αλλοίωσαν τη φυσιογνωμία και τον κοινωνικό του χαρακτήρα, αλλά το συρρίκνωσαν και το αποδυνάμωσαν, αφού στην ουσία μετάγγισαν σ' αυτό την τραπεζική κρίση, όπως εξάλλου και σε ολόκληρη την οικονομία.
Αρχικά, με τον Ν. 3965/2011 το ΤΠΔ διαχωρίστηκε σε δεσμευμένο και εμπορικό τομέα και τέθηκαν περιορισμοί στη μεταξύ τους χρηματοδότηση, στο όνομα της αποκατάστασης «ισότιμων όρων ανταγωνισμού», που παραβίαζε -δήθεν- το ΤΠΔ. Ταυτόχρονα επιβλήθηκε στον εμπορικό κλάδο η υποχρέωση τήρησης των ελάχιστων ορίων των δεικτών ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας, όπως ορίζονται στην εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία περί πιστωτικών ιδρυμάτων. Μέχρι τότε, το ΤΠΔ, όπως και η γερμανική KfW, το γαλλικό ΤΠΔ, το ιταλικό κ.λπ., ως ειδικά «πιστωτικά ιδρύματα των οποίων οι τραπεζικές εργασίες δεν συνιστούν την κύρια δραστηριότητα και ως κοινωφελείς στεγαστικοί οργανισμοί», εξαιρούνται από το ρυθμιστικό πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ, δηλ. την υποχρέωση τήρησης των ορίων ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας.
Παράλληλα, με συγχωνεύσεις, εξαγορές, «προικοδοτήσεις» και διαρκείς ανακεφαλαιοποιήσεις με δημόσιο χρήμα διαμορφώθηκαν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, οι οποίες συγκεντρώνουν το 90% της τραπεζικής πίστης, κόντρα σε κάθε έννοια ισότιμου και υγιούς ανταγωνισμού.
Στη συνέχεια, με τον Ν. 4254/2014, ο εμπορικός τομέας του ΤΠΔ -«μέχρι την οριστική του απομείωση»- ασφυκτικά περιορίζεται μόνο στη διαχείριση των υφιστάμενων καταθέσεών του και των ήδη χορηγηθέντων δανείων του, ενώ υπό όρους το ΤΠΔ θα δανείζει μόνο τους ΟΤΑ.
Οι πιέσεις του τραπεζικού κατεστημένου και η δουλικότητα των μνημονιακών κυβερνήσεων στέρησαν από την ελληνική οικονομία ένα σημαντικό αναπτυξιακό εργαλείο, τη στιγμή που το είχε περισσότερο ανάγκη.
Οι νέες συνθήκες
Όμως, στο πλαίσιο του αναπτυξιακού μοντέλου που προγραμματικά έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση της Αριστεράς, το ΤΠΔ μπορεί να αποτελέσει βασικό μοχλό επανεκκίνησης της οικονομίας. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται κατ' αρχήν η αποκατάσταση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας του, που διαχώρισε και συρρίκνωσε το ΤΠΔ μεταμορφώνοντάς το σε στρεβλό μοντέλο λοβοτομημένου πιστωτικού ιδρύματος που δραστηριοποιείται μόνο όπου δεν συμφέρει τις ιδιωτικές τράπεζες.
Το ΤΠΔ, στις νέες συνθήκες, διατηρώντας τον δημόσιο χαρακτήρα και τη νομική μορφή του (ΝΠΔΔ) ως αποκλειστικού φορέα διαχείρισης της δημόσιας παρακαταθήκης (συνταγματικά κατοχυρωμένο) και όλα του τα αντικείμενα (δηλ. και αυτό της στεγαστικής πίστης, με επαναφορά της δυνατότητας χορήγησης στεγαστικών δανείων σε δημόσιους υπάλληλους, καθώς και αυτό της διατήρησης, χωρίς περιορισμούς, των τραπεζικών εργασιών του), μπορεί να αξιοποιηθεί ως αναπτυξιακό εργαλείο, στη βάση ενός επιχειρησιακού προγράμματος που θα εναρμονίζεται με το πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Εκτός από την αποκατάσταση του νομικού του πλαισίου, δεύτερη αναγκαία προϋπόθεση για να μπορεί να παίξει τον αναπτυξιακό του ρόλο είναι η ενίσχυση της κεφαλαιακής του βάσης, με παρακράτηση μέρους των κερδών του (30% plus) στα επίπεδα που ίσχυαν πριν την «αναμόρφωσή» του.
Με νέο, σύγχρονο οργανόγραμμα, προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες και αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του, με ένα φιλόδοξο, μακροπρόθεσμο πρόγραμμα δημιουργίας δικτύου καταστημάτων και σε άλλες μεγάλες πόλεις - πρωτεύουσες νομών, ώστε να έχει παρουσία και στην Περιφέρεια, μπορεί να αποτελέσει τον κορμό του δημόσιου πυλώνα. Σε συνεργασία δε με συνεταιριστικές ή άλλες τράπεζες ειδικού σκοπού (π.χ. για χρηματοδότηση ΜμΕ), να λειτουργήσουν από κοινού ως ατμομηχανή της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας και να στηρίξουν τους σκοπούς μιας ποιοτικά στοχευμένης ανάπτυξης, με όρους οικονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικής ωφέλειας.
Τα πλεονεκτήματα
Τα πλεονεκτήματα τα οποία συνηγορούν στην αξιοποίηση του ΤΠΔ ως αναπτυξιακού φορέα είναι επιπλέον και τα ακόλουθα:
* Το ΤΠΔ υφίσταται ήδη και δραστηριοποιείται με επιτυχία στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας περίπου έναν αιώνα. Κατά συνέπεια, δεν θα απαιτηθούν χρονοβόρες διαδικασίες για την ίδρυση μίας ακόμη τράπεζας ή ενός ακόμη Ταμείου. Είναι πλέον ο μοναδικός δημόσιος φορέας που μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα στη σημερινή συγκυρία, υπό τα ασφυκτικά χρονικά πλαίσια που επέβαλαν οι δανειστές στη χώρα, με δεδομένη και την πολιτική βούληση της νέας κυβέρνησης να προωθήσει τάχιστα μεταρρυθμίσεις σε αναπτυξιακή κατεύθυνση.
* Εξαιρείται, όπως προαναφέρθηκε, της Βασιλείας ΙΙΙ, δηλ. των περιορισμών κεφαλαιακής επάρκειας, και είναι εκτός της ασφυκτικής εποπτείας της ΕΚΤ.
* Διαθέτει τα απαραίτητα κεφάλαια χρηματοδότησης προγραμμάτων ανάπτυξης, είτε εξ ιδίων είτε σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ήδη έχει συνάψει δάνειο 200 εκατ. ευρώ), και συνεργάζεται με ομοειδείς οργανισμούς, όπως η ΚfW, το γαλλικό και ιταλικό Ταμείο Παρακαταθηκών, η Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης, για άντληση τεχνογνωσίας ή χρηματοδότησης.
* Η δράση του εναρμονίζεται με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων, αλλά και τις προτάσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων υπέρ της δημιουργίας αναπτυξιακών τραπεζών σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο τη δημιουργία των κατάλληλων εργαλείων, που θα ανοίξουν τον δρόμο για το επενδυτικό πρόγραμμα 300 δισ. ευρώ που έχει εξαγγείλει ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζ.Κ. Γιούνκερ.
* Δημιουργεί οικονομίες κλίμακας ενάντια στον κατακερματισμό και την πολυδιάσπαση που προκύπτει από τη σύσταση διαφορετικών φορέων (Ευρωπαϊκό Επενδυτικό Ταμείο, Πράσινο Ταμείο κ.λπ.), με επικαλυπτόμενες αρμοδιότητες, με τις εγγυήσεις που παρέχει το καθεστώς δημόσιας διαχείρισης, με δημόσια λογοδοσία, διαφάνεια και έλεγχο των διαχειριζόμενων κονδυλίων, χωρίς διαμεσολάβηση και πελατειακές σχέσεις.
* Διαθέτει ικανό και έμπειρο προσωπικό και στελεχιακό δυναμικό για την αξιοποίηση με βέλτιστο τρόπο των υφιστάμενων πόρων, καθώς και ευρωπαϊκών πόρων και προγραμμάτων, όπως το ΕΣΠΑ και το Πράσινο Ταμείο.
Το νέο μοντέλο
Σε συνθήκες οξυμένης κρίσης και μεγάλης χρηματοπιστωτικής ασφυξίας όπως οι τωρινές, οι χρεοκοπημένες ιδιωτικές τράπεζες δεν μπορούν να καθορίσουν το νέο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης με βάση τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Τον ρόλο αυτό καλούνται να διαδραματίσουν πιστωτικοί φορείς ειδικού και αναπτυξιακού σκοπού, όπως το ΤΠΔ. Με εκσυγχρονισμό των υποδομών του, ανάπτυξη Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος και ενδυνάμωση και επιμόρφωση του προσωπικού του, το ΤΠΔ, ενισχυμένο και αναβαθμισμένο στα πρότυπα λειτουργίας των αντίστοιχων ευρωπαϊκών, μπορεί να διαδραματίσει ρόλο αναπτυξιακό, κοινωνικό και σταθεροποιητικό για ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και την οικονομία.
Σε κάθε περίπτωση, η αναζήτηση νέου ρόλου και στρατηγικής για το ΤΠΔ στις νέες συνθήκες, από τη νέα κυβέρνηση, δεν μπορεί να γίνει ερήμην των εργαζομένων του, που θα κληθούν να τον υλοποιήσουν χωρίς την αξιοποίηση των προτάσεών τους, αλλά και των προτάσεων των εμπλεκόμενων με αυτό φορέων (ΟΤΑ, ΚΕΔΕ, ΑΔΕΔΥ κ.λπ.), που θα πλαισιώσουν και θα εξειδικεύσουν το αναπτυξιακό κυβερνητικό πρόγραμμα.