Την κεντρική διοίκηση, που επηρεάζεται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, καταγγέλλουν οι πρατηριούχοι ως αποκλειστικά υπεύθυνη για τη μη καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, φοροδιαφυγή, νοθεία, κλοπή), με το περίφημο σύστημα εισροών - εκροών να παραμένει στην ουσία ανενεργό και τους καταναλωτές τελικά να υφίστανται σοβαρές επιβαρύνσεις.
Όπως επισήμανε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων, δύο χρόνια μετά την ψήφιση του σχετικού νόμου εκτιμάται ότι μόλις 30% των πρατηρίων που έχουν εγκαταστήσει σύστημα εισροών - εκροών πανελλαδικά αποστέλλουν στοιχεία για αγοραπωλησίες στο υπουργείο Οικονομικών, δηλαδή 7 στα 10 πρατήρια δεν επικοινωνούν με την ΓΓΠΣ. Οι πρατηριούχοι σημείωσαν ότι οι περισσότερες Περιφέρειες δεν έχουν ενημερωμένο αρχείο και δεν γνωρίζουν πόσα πρατήρια έχουν εγκαταστήσει το σύστημα και είναι ενεργά, ενώ και στο υπουργείο Ανάπτυξης δεν έχουν σαφή εικόνα, κάνοντας λόγο για απουσία συντονισμού μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων Οικονομικών, Ανάπτυξης, Μεταφορών αλλά και για διαδικασίες που καθυστερούν λόγω έλλειψης προσωπικού ή δυσλειτουργίες στα υπουργεία. Εκτιμάται δε ότι περίπου 10% των πρατηρίων δεν εγκατέστησαν τα συστήματα και έκλεισαν.
Πάντως, η σχετική προθεσμία έληξε για τα πρατήρια στις 27/8 και για τις εγκαταστάσεις των εμπόρων πετρελαίου θέρμανσης λήγει στις 14/10.
Ο κλάδος κατήγγειλε επίσης ότι, παρά τη θεσμοθέτησή τους, δεν εφαρμόζονται διατάξεις για επέκταση του μέτρου στα πλωτά μέσα μεταφοράς πετρελαιοειδών, στις ελεύθερες εγκαταστάσεις των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών και διυλιστηρίων κ.λπ., ενώ εκτός πρόβλεψης ελέγχου παραμένουν οι εγκαταστάσεις ενόπλων δυνάμεων, μεγάλων καταναλωτών και πρατηρίων αφορολόγητων καυσίμων.
Δεδομένου ότι η εγκατάσταση του συστήματος συνδέεται με την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης, οι πρατηριούχοι ζητούν για το πετρέλαιο θέρμανσης μείωση ΕΦΚ και επαναφορά του στα 60 ευρώ/χιλιόλιτρο (επίπεδα 2011), ώστε η τιμή καταναλωτή να διαμορφωθεί στα 90 λεπτά/λίτρο. Χαρακτήρισαν δε κοροϊδία πιθανή μείωση του ΕΦΚ κατά 20% (από +450% το 2012), που μεταφράζεται σε μείωση τιμής καταναλωτή 6 λεπτών/λίτρο (από 1,30 σε 1,24).