Την περασμένη Δευτέρα (18/8) ανακοινώθηκε από τον Δήμο Αθηναίων η απομάκρυνση δεκάδων εγκαταλελειμμένων καρτοτηλεφώνων. Σε πανηγυρικό τόνο το κείμενο αναφέρει ότι η ενέργεια εντάσσεται στην προσπάθεια να μειωθεί ο οπτικός θόρυβος και να βελτιωθεί η προσβασιμότητα στα πεζοδρόμια. Οι φωτογραφίες που το συνοδεύουν έχουν σκοπό να υπογραμμίσουν την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα χαρακτηριστικά κίτρινα κουβούκλια, όλα βρόμικα και με γκράφιτι (ταγκιές), ώστε να παρέχουν αδιάσειστη νομιμοποίηση στην απόφαση να ξηλωθούν.
Η αλήθεια είναι ότι για μία πόλη με τόσο στριμωγμένες και άχαρα τοποθετημένες υποδομές η απομάκρυνση οποιασδήποτε βαριάς εγκατάστασης συνιστά μια κάποια ανακούφιση. Είναι όμως η κάθε κατασκευή που αφαιρείται κενή περιεχομένου; Είναι αυτονόητα αποδεκτό να προσπεραστεί με ελαφρότητα η μαζική εξάλειψη των τηλεφωνικών θαλάμων;
«Ό,τι έχω να θυμάμαι από τη μαμά μου είναι οι κλήσεις στον θάλαμο»
Από τη μία υπάρχει η νοσταλγική διάσταση. Η οποία φυσιολογικά εκδηλώνεται καθώς μνήμες από τη χρήση τους υπάρχουν ακόμη και στη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων. Για κάποιους σήμαιναν δε κάτι παραπάνω. Εκείνα τα τηλεφωνήματα που δεν ήταν εύκολο να γίνουν και τα οποία μπορεί να κράτησαν λίγα λεπτά είναι ό,τι έχει να θυμάται από τη μητέρα του ο Ηλίας Γ., 27 χρόνων.
«Η μητέρα μου πήγε πίσω στην Πολωνία όταν εγώ ήμουν περίπου 3 ετών. Εκείνη την εποχή ακόμα δεν είχαμε τα τσατ και τις βιντεοκλήσεις, και ήταν πανάκριβο να καλείς στο εξωτερικό και να μιλάς για ώρα. Οπότε παίρναμε κάρτες και πηγαίναμε στο καρτοτηλέφωνο. Και έτσι η όποια ανάμνηση έχω από τη μητέρα μου και τη γιαγιά μου στην Πολωνία είναι αυτές οι κλήσεις στον θάλαμο! Δεν τις ξαναείδα ποτέ μέχρι σήμερα και χάθηκε η όποια επικοινωνία. Μια κάρτα την εβδομάδα την περίμενα μαζί με τις αδερφές μου πιο πολύ και από τα δώρα στις γιορτές!».
Το τηλεφώνημα από το καρτοτηλέφωνο ήταν για τη Ναταλία Δ. ο τρόπος να ευχαριστήσει τους ανθρώπους που της έσωσαν τη ζωή όταν είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει παίρνοντας χάπια και αλκοόλ. «Έστειλα ένα μήνυμα σε έναν φίλο μου λέγοντάς του να προσέχει τη γάτα και τον σκύλο μου και λιποθύμησα. Εκείνος τρόμαξε γιατί δεν του απαντούσα στα μηνύματα και κάλεσε την αστυνομία. Η αστυνομία ήρθε, μόνο που κατά λάθος τους είχε δώσει το νούμερο της διπλανής πολυκατοικίας και στα κουδούνια δεν υπήρχε καμιά “Ναταλία Δ.”. Ευτυχώς για μένα, σκέφτηκαν να κοιτάξουν και στη διπλανή πολυκατοικία και με έσωσαν».
Αφού νοσηλεύτηκε για κάποιες ημέρες στο νοσοκομείο, στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο ψυχιατρείο. Τα κινητά απαγορεύονταν και για τους ασθενείς υπήρχε μόνο ένα καρτοτηλέφωνο. «Οπότε μόλις ένιωσα λίγο καλύτερα, πήρα τηλέφωνο τους αστυνομικούς που με σώσανε για να τους ευχαριστήσω. Μου είπανε “χαιρόμαστε που είσαι καλά, τη δουλειά μας κάναμε”».
Οταν έπαιρναν τον παππού και τη γιαγιά από τις διακοπές
Για την Ανθή Π., 40 χρόνων, το καρτοτηλέφωνο θυμίζει το καλοκαίρι. «Όταν ήμουν μικρή, κάναμε ελεύθερο κάμπινγκ με τους γονείς και τον αδερφό μου για έναν μήνα». Κινητά δεν υπήρχαν. Και η πολυαγαπημένη της γιαγιά που την κρατούσε όλες τις μέρες γιατί οι γονείς της δούλευαν ήταν μακριά. «Η βόλτα στο καρτοτηλέφωνο του πλησιέστερου ξενοδοχείου με σκοπό να της μιλήσω ήταν για μένα από τις καλύτερες».
Η Ηλέκτρα Τ. περνούσε εκείνες τις ημέρες στη Γαύδο. «Δεκαετία ’90. Εγώ τότε με την αδερφή μου πέντε-έξι χρόνων. Πηγαίναμε με τους γονείς διακοπές για όλο τον Ιούλιο». Η εποχή εκείνη είχε άλλους ρυθμούς και σε σχέση με την ενημέρωση. «Έφερναν εφημερίδες στους μεγαλύτερους όσοι φίλοι ερχόντουσαν από απέναντι (Κρήτη) και κάποια νέα τ’ άκουγαν από το ραδιοφωνάκι». Τα παιδιά λίγο τα ένοιαζαν οι εξελίξεις ανά τον κόσμο. «Εμείς θέλαμε τη φωνή των γιαγιάδων και των παππούδων μας που ήταν ή στην Αθήνα ή στο χωριό. Το καρτοτηλέφωνο στο Σαρακήνικο ήταν ο μαγικός μας θάλαμος. Κάθε τρεις-τέσσερις μέρες, απόγευμα, τηλεκάρτα ανά χείρας, έπειτα στη σχισμή και στο τέλος οι φωνές ήταν πάντα εκεί. Με το σταγονόμετρο οι λέξεις γιατί ήταν και οι μονάδες στη μέση, αλλά και πάλι ήταν αρκετά. Το καρτοτηλέφωνο αυτό λείπει εδώ και χρόνια. Όπως και οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας».
Ο Αλέξανδρος Β., 36 χρόνων, θυμάται όταν πήγαινε καλοκαιρινή κατασκήνωση, να σχηματίζουν τα παιδιά ουρά μπροστά από τρία καρτοτηλέφωνα για να πάρουν για λίγα λεπτά τους γονείς τους. «Άλλα δυσαρεστημένα, άλλα ευχαριστημένα, άλλα από υποχρέωση επειδή τους είχαν ζητήσει να επικοινωνούν». Φυσικά, εκείνο για το οποίο πραγματικά ανυπομονούσαν ήταν να δουν τις διαφορετικές εικόνες που είχε πάνω η κάθε τηλεκάρτα και να τις ανταλλάξουν. Υπήρχε όμως και η διάσταση της μοιρασιάς. «Κάποιες φορές κάποια παιδιά την είχαν τελειώσει ή την είχανε χάσει, οπότε τους δανείζαμε».
Για τον Ηλία Γ. τα καρτοτηλέφωνα είναι μέρος της κουλτούρας μας και αισθάνεται παράξενα που οι επόμενες γενιές ίσως δουν τα καρτοτηλέφωνα μόνο σε μουσεία. Πιστεύει επίσης ότι έχουν ρόλο να επιτελέσουν και στο σήμερα. «Ενώ είμαστε σε μια εξελιγμένη και σύγχρονη κοινωνία, η πρόσβαση σε κινητό τηλέφωνο δεν είναι δυστυχώς αυτονόητη! Για παράδειγμα, ένας άστεγος ή ένας άνθρωπος που δεν έχει σταθερό στο σπίτι αλλά ούτε και κινητό θα μπορούσε να έχει έναν θάλαμο να μπορεί με μια κάρτα από το περίπτερο να πηγαίνει και να καλεί όποτε χρειάζεται».
«Βλέποντας να ξηλώνονται τα καρτοτηλέφωνα, νιώθω ότι αποδεχόμαστε ότι αλλάζει και το τι είναι διαθέσιμο στον κόσμο. Ότι ο καθένας έχει το προσωπικό του τηλέφωνο και ότι οι διαθέσιμες υποδομές στην πόλη αλλάζουν κι αυτές. Βέβαια, έχει παρέλθει προ πολλού το πόσο χρήσιμα ήταν, αλλά έχει κι άλλες διαστάσεις αυτή η διαπίστωση» σημειώνει ο Αλέξανδρος.
Το τέλος του καρτοτηλεφώνου δεν έχει μόνο συναισθηματική αξία. Ο Χρήστος Φιλιππίδης με το βιβλίο του «Φωτοβολίδες μέχρι το τέλος του παλιού κόσμου» (εκδ. futura, 2023) τονίζει ότι πρόκειται για μία εξέλιξη που συμβαδίζει με τις νέες απαιτήσεις του συστήματος. «Η σταδιακή απόσυρση των καρτοτηλεφώνων από τους δημόσιους χώρους σηματοδοτεί όντως [...] το τέλος μιας εποχής και την εξαφάνιση μιας ολόκληρης σφαίρας δυνατοτήτων για όσες/ους θα επιθυμούσαν για οποιονδήποτε λόγο να οργανώσουν την καθημερινότητά τους (ή έστω κάποια κομμάτια της) μακριά από την ταχύτητα, την αμεσότητα και τη διαρκή διαθεσιμότητα που επιτάσσει η εικοσιτετράωρη δικτύωση ή αλλιώς ο ύστερος καπιταλισμός».
«Αναφερόμαστε σε μια Αθήνα με τις γειτονιές ακόμη κατοικημένες»
Η Κατερίνα Δωρή θέλει να είναι δίκαιη. Αρχιτέκτονας, με θητεία στο παρελθόν και ως αντιδήμαρχος Πολεοδομίας και Σχεδίου Πόλεως, θεωρεί πως οτιδήποτε αφαιρείται αυτή τη στιγμή από τα πεζοδρόμια, τα οποία είναι σε άθλια κατάσταση, δεν είναι κακό. «Από την άλλη καταλαβαίνω, διαβάζοντας και στα κοινωνικά δίκτυα -γιατί, ξέρεις, feedback παίρνουμε όλοι από τους ανθρώπους γύρω μας- ότι υπάρχει ένας ρομαντισμός». Στο σημείο αυτό συμπεραίνει ότι η συγκεκριμένη τάση συνδέεται με μια Αθήνα που δεν υπάρχει πια. «Ίσως αυτοί οι άνθρωποι αναφέρονται σε μία Αθήνα όπου οι γειτονιές ήταν ακόμη κατοικημένες, γιατί τώρα πραγματικά νομίζω ότι βρίσκονται σε μία έκπτωση. Κι ίσως αυτό είναι και το πιο σημαντικό ουσιαστικά σε όλη αυτή τη συζήτηση».
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ευτυχίας Φ. Μας άνοιξε το σπίτι της στα Εξάρχεια ενώ μετακόμιζε. Μετά από δεκαπέντε χρόνια αναγκάζεται να φύγει από το διαμέρισμα που μένει καθώς ο ιδιοκτήτης θέλει να διπλασιάσει το ενοίκιο. Με φόντο τις κούτες όπου έβαζε τα πράγματά της και φωτογραφίες που παρέμεναν ακόμη στη θέση τους στους τοίχους, άρχισε να γυρνά σελίδες από τρία άλμπουμ γεμάτα τηλεκάρτες από τότε που τις μάζευε μικρή. «Αχ, καρτοτηλέφωνα που σου έλεγαν “έχετε ένα λεπτό ακόμα να μιλήσετε” και έτρεχες να προλάβεις να τα πεις όλα μέσα σε λίγο χρόνο...» Θυμάται τα καλοκαίρια όταν πήγαιναν με την οικογένειά της στην Πάρο. Στα τηλέφωνα βρίσκονταν συχνά Αιγύπτιοι αλιεργάτες, οι οποίοι τηλεφωνούσαν στους δικούς τους. Όταν τελείωναν, θυμάται ορισμένους να βουρκώνουν. Την Ευτυχία την είχαν μάθει που περίμενε να βρει κάποια κάρτα για τη συλλογή της και της άφηναν συχνά από μία.

«Εντάξει, η πρωτοβουλία δεν είναι κακή, μην γκρινιάζουμε για όλα» επιμένει πιο σφαιρικά η Κ. Δωρή, «ειδικά αν γίνει με σωστό τρόπο η αποκατάσταση του πεζοδρομίου και υπάρχει πραγματική αφαίρεση των υποδομών από κάτω και δεν είναι μία απλή αποξήλωση επιφανειακή». Αναρωτιέται όμως: «Είναι δυνατόν ένας δήμος να το κάνει αυτό τόσο μεγάλο θέμα;». Για να μην είναι κάτι το αποσπασματικό, «θα πρέπει να υπάρχει κάποιος οργανωμένος σχεδιασμός για την τακτοποίηση και την εύρυθμη λειτουργία των πεζοδρομίων. Για τα περίπτερα, τα ΚΑΦΑΟ, τις κολόνες και συνολικά τις εγκαταστάσεις των εταιρειών κοινής ωφέλειας».
Ανταποκρίσεις μιας άλλης εποχής
Τη δεκαετία του ’90 οι δημοσιογράφοι έδιναν υπαγορεύσεις κειμένων σε εφημερίδες και ανταποκρίσεις για το ραδιόφωνο από τηλέφωνα σε περίπτερα και ψιλικατζίδικα. Ο Σπύρος Χ., ένας από τους πιο έμπειρους ρεπόρτερ δρόμου, θυμάται ότι γινόταν το «έλα να δεις». «Συνωστισμός, ουρές, ένταση, άγχος χρόνου, πρέσινγκ, εκνευρισμός, άσχημες συμπεριφορές όπως σπρωξίδια, αγκωνιές, τσαμπουκάδες τσακωμοί και ατυχήματα».
«Κάπου στο 1992-1993, αν δεν με γελά η μνήμη μου, έχουμε τη σύλληψη των Νώντα Σκυφτούλη και Χριστοφόρου Μαρίνου στο σπίτι του πρώτου. Απέναντι σχεδόν υπήρχε ένα μίνι μάρκετ της εποχής με τηλέφωνο. Όλοι βιάζονται, όλοι έχουν άγχος, όλοι είναι σαν τους δαιμονισμένους. Και το πανηγύρι δεν θέλει πολύ να αρχίσει βέβαια.
Κάποια στιγμή, μέσα στον κακό χαμό της έντασης και του πρέσινγκ, παίρνω σειρά στο τηλέφωνο και υπαγορεύω. Τρώω μια αγκωνιά όμως από τα πλάγια και πέφτω μαζί με άλλους πάνω σε στοίβα καρτέλες με αβγά μπροστά στον πάγκο-βιτρίνα. Ομελέτα όλα. Με τα γόνατα έπεσα πρώτος, με την πλάτη ο άλλος κι ένα μπουλούκι από ρεπόρτερ να προσπαθούν να πιάσουν το ακουστικό. Για όσα λεπτά επικράτησε ο πανικός σπάγαμε αβγά -και δεν είναι Πάσχα...-, κάναμε το σημείο εκείνο που ήταν το τηλέφωνο αχούρι με βάση το αβγό. Χαρτιά, ρούχα, μαλλιά, χέρια, πόδια, πατώματα, βιτρίνες κι εμπορεύματα όλα χύμα κάτω, μια ομορφιά στο χρώμα του κρόκου και ένας ιδιοκτήτης σε κατάσταση εγκεφαλικού άηχου».
«Θα ζούνε για πάντα στις ταινίες μας»
«Η ιστορία της τηλεφωνίας έπρεπε να συνεχίσει να υπάρχει στον δρόμο» δηλώνει στην ΑΥΓΗ της Κυριακής ο σκηνοθέτης των τηλεφωνικών θαλάμων Ρένος Χαραλαμπίδης

Ενας από τους πρώτους συνειρμούς όταν συζητάμε για καρτοτηλέφωνα, ειδικά μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, μας φέρνει στα εμβληματικά «Φτηνά τσιγάρα» (2000) του Ρένου Χαραλαμπίδη. Στις ταινίες του τίμησε και με το παραπάνω τον τηλεφωνικό θάλαμο, ακόμη και στην πιο πρόσφατη, τον «Νυχτερινό εκφωνητή» (2024).
Για τον ίδιο, η αφαίρεσή τους συνεπάγεται το τέλος της δημόσιας επικοινωνίας όπως τη ζήσαμε μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. «Όπου μπορούσες στη μέση του δρόμου να εκθέσεις την προσωπική σου ζωή. Πρώτα χάθηκαν οι μπλε τηλεφωνικοί θάλαμοι και μετά οι κίτρινοι. Και το συνδέω πολύ με τα κίτρινα τρόλεϊ που και αυτά εξαφανίστηκαν από την Αθήνα, και απ’ ό,τι μαθαίνω θα εξαφανιστούν και τα τρόλεϊ γενικά. Αντιμετωπίζουμε λοιπόν αυτή την απώλεια με ένα βλέμμα νοσταλγίας, ρομαντισμού, αλλά και οριστικού αποχαιρετισμού» λέει.
Σε σχέση με την ψυχρότητα απέναντι στις παλιές συνήθειες της πόλης παρατηρεί ότι «κατά έναν αινιγματικό λόγο οι Έλληνες έχουν μπερδέψει το παλιό με το άχρηστο». Πιστεύει ότι η επιπόλαιη αστική ελληνική ζωή έχει διαγράψει την έννοια της μνήμης και της συλλογικής μνήμης. Όμως στις πόλεις πρέπει να υπάρχουν πράγματα που δεν αλλάζουν ποτέ. «Αυτό είναι για να συνδεόμαστε εμείς με τους παλιούς μας εαυτούς. Δεν το προβλέψαμε. Και η καντίνα του Λυκαβηττού καταστράφηκε. Τα αθηναϊκά τοπόσημα μέχρι σήμερα δεν έχουν βρει τον σεβασμό που τους αξίζει».
Σημασία, αντιθέτως, έχουν ακόμη και τα χρώματα εκείνων των μηχανημάτων. Αντανακλούν την αισθητική της εποχής. «Εμείς τώρα, όσο περνάει ο καιρός, γινόμαστε μινιμαλιστές στα χρώματα. Και αυτό μπορεί να έχει μια ισορροπία, αλλά έχει και μια αδιαφορία. Δηλαδή ο έντονος μπλε θάλαμος των ’80s-’90s και ο κίτρινος που ήταν λίγο too much, κίτρινο καναρινί, έτσι; Έδινε μέσα στην πόλη μία ύπαρξη. Κάτι μεσογειακό, κατά τη γνώμη μου. Γιατί ξέρεις, εκτός από τους κόκκινους θαλάμους του Λονδίνου, όλοι οι άλλοι ανά τον κόσμο είναι γκρι».
Του έχει λείψει η Αθήνα του τότε. Και οι μέρες αυτές ενεργοποιούν ακόμη παραπάνω τη συγκεκριμένη αίσθηση. «Φέτος είναι η πρώτη χρονιά που η Αθήνα πραγματικά δεν άδειασε. Μου λείπει εκείνη η Αθήνα των ’90s που ξέραμε ότι τέσσερις με πέντε νύχτες θα μέναμε μόνο εμείς στην πόλη. Αλλά νομίζω ότι έχει χαθεί για πάντα μαζί με τα κίτρινα τηλέφωνα».