Τον κίνδυνο να αυξηθούν οι τιμές στα προϊόντα που θα είναι εκτός καλαθιού του νοικοκυριού, προκειμένου οι επιχειρήσεις να αντισταθμίσουν τυχόν απώλειες από τη διάθεση των προϊόντων εντός καλαθιού, εκφράζει η Επιτροπή Ανταγωνισμού στη γνωμοδότηση που έδωσε στη δημοσιότητα και περιέχει πολλούς αστερίσκους για το πολυδιαφημισμένο κυβερνητικό εγχείρημα.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού καταρχήν θεωρεί ότι η ρύθμιση δεν δημιουργεί ζητήματα εξ απόψεως δικαίου ανταγωνισμού θέτει όμως ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που εκτιμά ότι μπορεί να προκύψουν κατά την εφαρμογή του μέτρου.
Εκτός από την αύξηση των τιμών σε προϊόντα εκτός καλαθιού, η Επιτροπή εκφράζει φόβους για τους μικρούς προμηθευτές που ενδέχεται να μην μπορούν να «χρηματοδοτήσουν» την ένταξη των προϊόντων τους στο καλάθι αλλά και τον κίνδυνο τα σούπερ μάρκετ να επιλέγουν για το «καλάθι του νοικοκυριού» προϊόντα δικής τους ιδιωτικής ετικέτας, σε βάρος τόσο των προμηθευτών όσο και των καταναλωτών.
Όπως αναφέρει στη γνωμοδότηση, με την οποία κάνει και συγκεκριμένες συστάσεις για την παρακολούθηση της εφαρμογής του μέτρου, οι βασικές επιπτώσεις από την εφαρμογή του μέτρου είναι οι εξής:
-Μια πιθανή επίπτωση της πρωτοβουλίας είναι οι αυξήσεις τιμών σε προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων εκτός του καλαθιού (από τον ίδιο ή διαφορετικούς προμηθευτές) προκειμένου να αντισταθμίσουν τυχόν απώλειες από τη διάθεση των προϊόντων εντός του καλαθιού σε προσιτές τιμές (ή ενδεχομένως μείωσης τιμών). Ενόψει τούτου, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στον τρόπο και στα κριτήρια επιλογής των κατηγοριών προϊόντων που θα ενταχθούν στο καλάθι, ώστε να αποφευχθούν περιπτώσεις όπου η ένταξη μιας κατηγορίας αυξάνει την τιμή σε άλλες κατηγορίες που απευθύνονται στο ίδιο καταναλωτικό κοινό (ευάλωτους καταναλωτές).
-Δύνανται οι εταιρίες σούπερ μάρκετ να απαιτήσουν υψηλότερες προμήθειες- τέλη πρόσβασης (slotting allowances, upfront access payments, pay to stay fees ή άλλες πληρωμές/εκπτώσεις) από τους προμηθευτές προκειμένου να συμπεριλάβουν τα προϊόντα τους στο καλάθι του νοικοκυριού, ιδίως αν οι τελευταίοι δεν έχουν πρόσβαση στη λιανική αγορά. Μια τέτοια κατάσταση ενδέχεται να προκαλέσει στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό μεταξύ προμηθευτών: αφενός μεν θα ευνοούνται όσοι είναι σε θέση να «χρηματοδοτήσουν» την ένταξή τους στην πρωτοβουλία αφετέρου ο εξαναγκασμός μικρών προμηθευτών να προβούν σε τέτοιες παροχές ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τη βιωσιμότητά τους
-Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό η συγκεκριμένη πρωτοβουλία να μην οδηγήσει σε πρακτικές συστηματικής αυτοπροτίμησης (self-preferencing) από τα σουπερμάρκετ σε προϊόντα δικής τους ιδιωτικής ετικέτας, εις βάρος προϊόντων σήματος, τα οποία ενδεχομένως να προσφέρονται σε φθηνότερες τιμές για τους καταναλωτές αλλά επί των οποίων το περιθώριο κέρδους των σουπερμάρκετ να είναι ενδεχομένως υψηλότερο. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα λειτουργήσει εις βάρος τόσο των προμηθευτών, όσο και των καταναλωτών, οι οποίοι ενδεχομένως με αυτόν τον τρόπο δεν θα κατευθύνονται στα φθηνότερα προϊόντα (από πλευράς κόστους παραγωγής) και δεν θα επωφελούνται από ευρύτερη ποικιλία προϊόντων.
Μπορείτε να δείτε όλη τη γνωμοδότηση στο συνημμένο αρχείο