Είμαι και εγώ ένας από τους αιώνιους φοιτητές που κυνηγάει η Δεξιά όποτε κυβερνάει την Ελλάδα, αποδίδοντάς τους τα μύρια όσα για την κατάσταση στα ελληνικά Πανεπιστήμια.
Μπήκα στην ΑΣΟΕΕ (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθήνας) το 2002, στο τμήμα Πληροφορικής, που θεωρείτο από τις «πολύ καλές σχολές» εκείνης της εποχής με υψηλή βάση. Ο συγκεκριμένος τομέας ήταν τότε από τους ραγδαία αναπτυσσόμενους, θέσεις εργασίας υπήρχαν, με τους υπολογιστές καλά τα πήγαινα, τα οικονομικά εμπλέκονταν κάπως στο πρόγραμμα σπουδών. Όλα έμοιαζαν εντάξει.
Η επιλογή αυτή δεν ήταν τελικά ιδιαίτερα σοφή, όπως αποδείχτηκε σύντομα. Από την πρώτη μέρα που βρέθηκα στο αμφιθέατρο όλα έμοιαζαν τελείως αταίριαστα στα στοιχεία του χαρακτήρα μου. Η πληροφορική, και ιδιαίτερα ο προγραμματισμός, απαιτούν πολλή υπομονή και μια έμφυτη ανοχή προς το "trial and error". Ουδεμία σχέση δηλαδή με εμένα.
Αποφάσισα να μην κάνω τα χαρτιά μου για την επόμενη χρονιά, ούτε να δοκιμάσω ξανά την τύχη μου σε πανελλαδικές εξετάσεις. Δεν είχα τέτοιες αντοχές, ιδιαίτερα μετά από δύο χρόνια πανελλαδικών εξετάσεων και δέκα εξεταζόμενα μαθήματα στην Γ' Λυκείου. Με λίγη καλή τύχη και εστιάζοντας στα μαθήματα που περιείχαν μαθηματικά και οικονομικά, ίσως την έβγαζα την σχολή.
Στο τρίτο έτος, όταν άρχισαν να σφίγγουν τα λουριά, κατάλαβα ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τελειώσω σύντομα τις σπουδές μου. Οι εργασίες αμέτρητες και η ύλη απέραντη, ένδειξη της άγριας εντατικοποίησης των σπουδών που επιβλήθηκε, αναγκάζοντας τους φοιτητές να ασχολούνται αποκλειστικά και ολημερίς με τις σπουδές τους. Αν συνυπολογίσουμε ότι το αντικείμενο προκαλούσε αποστροφή, τότε τα πράγματα έμοιαζαν πολύ δυσοίωνα.
Τότε προέκυψε η δημοσιογραφία, που έμοιαζε με φυσική εξέλιξη της πολιτικοποίησης. Λειτούργησε όμως και ως επακόλουθο απόκτησης μιας γνώσης πολύτιμης για την πραγματικότητα και την καθημερινότητα. Ένα "trial and error" που έμοιαζε όμως μαγικό, καθώς η παρατήρηση, η καταγραφή, η σύνταξη, η παρουσίαση, η εκφώνηση απαιτούσαν πολλή δουλειά, πολύ διάβασμα και μελέτη, συζητήσεις με παλιότερους του κλάδου. Και πολλή δουλειά.
Αν, δηλαδή, τα αμφιθέατρα και οι πορείες ήταν μια μορφή αντίδρασης και οργάνωσης, η δημοσιογραφία και ο δημόσιος λόγος συνιστούσαν πια το εργασιακό πεδίο της δοκιμής, της αποτύπωσης, της εμβάθυνσης, της κοινωνικής έκφρασης.
Για να ολοκληρώσω τις σπουδές μου, μού πήρε τελικά εννιά χρόνια. Χρειάστηκαν πολλές «καμμένες» εξεταστικές και πρόσθετη προσπάθεια κάλυψης του χαμένου εδάφους για να καταφέρω να πάρω το πτυχίο μου. Στο μεταξύ εργαζόμουν και μάθαινα μια δουλειά διαφορετική, που όμως κάποιες από τις γνώσεις που πήρα στο πανεπιστήμιο αποδείχτηκαν ιδιαίτερα χρήσιμες - κυρίως στο πεδίο της «θετικής» ανάπτυξης μεθόδων στα κείμενα.
Τα πέντε από τα εννιά χρόνια της φοιτητικής μου ζωής δεν στοίχισα στο δημόσιο ούτε ένα ευρώ. Βιβλία δεν έπαιρνα δωρεάν. φοιτητικό πάσο στα ΜΜΜ ή πρόσβαση στη λέσχη δεν δικαιούμουν. Το πολύ πολύ να απασχόλησα κάποια λεπτά έναν καθηγητή ή το βοηθό του που διόρθωνε το γραπτό μου.
Την ίδια μοίρα, βασικά πολύ χειρότερη, είχαν δεκάδες παιδιά που αναγκάστηκαν να αναβάλλουν τις σπουδές τους λόγω αντικειμενικών συνθηκών. Όπως η Γιώτα, ένα παιδί από αγροτική οικογένεια της Αιτωλοακαρνανίας, που οι γονείς της αδυνατούσαν να συντηρήσουν σπίτι στην Αθήνα και αναγκάστηκε να δουλέψει σε τηλεφωνικά κέντρα για μισθούς πείνας. Τελείωσε την ΑΣΟΕΕ στα οκτώ χρόνια. Ομοίως και ο Πάνος, που πνίγηκε από τα χρέη της περιόδου στις τράπεζες και αναγκάστηκε να δουλέψει ταξί. Πήρε πτυχία στα 11 χρόνια.
Όλοι οι «αιώνιοι φοιτητές», που τώρα εμφανίζονται ως το απόλυτο κακό του ελληνικών Πανεπιστημίων, δεν κοστίζουν τίποτε στο ελληνικό δημόσιο. Και δεν έχουν καμία σχέση με όσους, συνήθως ΔΑΠίτες ή ΠΑΣΠίτες, έφτιαξαν πελατειακές σχέσεις με καθηγητές για να πάρουν πτυχία, μεταπτυχιακά. Καμία σχέση με κάτι γαλάζια παλικάρια που ψέκαζαν -όπως ανέφεραν τα κατηγορητήρια και τα δημοσιεύματα της εποχής- με πυροσβεστήρες τους πρυτάνεις επειδή δεν τους κάνανε το πελατειακό χατήρι. Ο Καταφάδος μπορεί τότε να αθωώθηκε, όπως λέει, αλλά η τραμπούκικη πρακτική της ΔΑΠ ήταν γνωστή και διαδεδομένη.
Αλλά αυτή είναι η Δεξιά. Όσους και όσες αδυνατούν ή δεν θέλουν να ενταχθούν στις επιδιώξεις της, τους κάνει αποδιοπομπαίους τράγους.