Του Γιάννη Γούναρη*
Η δίκη της εγκληματικής οργάνωσης με την ονομασία «Χρυσή Αυγή» έχει μπει στην τελική της φάση. Δεν αργεί πλέον η έκδοση της απόφασης στη σημαντικότερη δίκη των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα, η οποία παρακολουθείται με τεράστιο ενδιαφέρον, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η ετυμηγορία του δικαστηρίου θα είναι καίριας, ιστορικής σημασίας, και από αυτήν θα κριθούν πολλά για το μέλλον της αντιφασιστικής πάλης σε νομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς. Η δίκη της Χρυσής Αυγής έχει πολλές αναλογίες με την εξίσου σημαντική δίκη της νεοναζιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης NSU (Nationalsozialistischer Untergrund), η οποία κατά το χρονικό διάστημα 2000-2007 είχε δολοφονήσει δέκα ανθρώπους, οκτώ τουρκικής καταγωγής, έναν ελληνικής και μία Γερμανίδα αστυνομικό. Για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα, οι γερμανικές διωκτικές αρχές -και τα γερμανικά ΜΜΕ- υπέθεταν ότι πίσω από τους φόνους κρυβόταν το οργανωμένο έγκλημα και όχι μια ακροδεξιά τρομοκρατική οργάνωση με ρατσιστικά κίνητρα.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής βρίσκεται αυτό ακριβώς το ζήτημα. Η Χρυσή Αυγή, θα έλεγε κανείς, δεν είναι απλά μια εγκληματική οργάνωση, αλλά έχει τα χαρακτηριστικά μιας βίαιης και αδίστακτης τρομοκρατικής οργάνωσης που, δυστυχώς, έφτασε στο σημείο να μολύνει με την παρουσία της το ελληνικό (και το ευρωπαϊκό) κοινοβούλιο. Το κατηγορητήριο της δίκης της Χρυσής Αυγής βασίζεται στο άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα που αφορά τις εγκληματικές οργανώσεις εν γένει και όχι στο 187Απου αναφέρεται στην ειδικότερη περίπτωση της τρομοκρατίας. Η διαφορά μεταξύ των δύο έγκειται σε δύο επιπλέον στοιχεία, τα οποία πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, ώστε να κατηγοριοποιηθεί μια εγκληματική οργάνωση ως τρομοκρατική: η σύσταση της οργάνωσης και η τέλεση των εγκληματικών πράξεων πρέπει να γίνονται, πρώτον, υπό συνθήκες ή με τέτοιον τρόπο ή σε τέτοια έκταση που να προκαλεί σοβαρό κίνδυνο για τη χώρα ή για διεθνή οργανισμό και, δεύτερον, με σκοπό να εκφοβίσουν σοβαρά έναν πληθυσμό ή να εξαναγκάσουν παρανόμως δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχει από αυτή ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές ή οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού. Η συνύπαρξη αυτών των επιπρόσθετων στοιχείων στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής μπορεί να υποστηριχθεί με ισχυρά νομικά και πραγματικά επιχειρήματα: ο θεμελιώδης στόχος, ο λόγος ύπαρξης της οργάνωσης ήταν η τρομοκράτηση ενός ολόκληρου πληθυσμού, αποτελούμενου όχι μόνο από μετανάστες, αλλά και από αντιφασίστες, κομμουνιστές, και γενικότερα οποιονδήποτε στεκόταν εμπόδιο στα σχέδια της. Εξάλλου, δύσκολα θα δεχόταν κάποιος ότι η ναζιστική ιδεολογία των χρυσαυγιτών δεν αποσκοπούσε στην κατάλυση των συνταγματικών θεσμών της Ελληνικής Δημοκρατίας ή ότι η εγκληματική τους δράση δεν προκάλεσε σοβαρό κίνδυνο στη χώρα. Από την άλλη πλευρά, ανατρέχοντας στην ιστορία και στο γράμμα της εν λόγω διάταξης, συνάγεται ότι η ειδική έννοια εμπεριέχεται και προϋποθέτει τη γενική: μια τρομοκρατική οργάνωση είναι, εξ ορισμού, εγκληματική. Δηλαδή, ανεξάρτητα από το ότι πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και του άρθρου 187Α, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το άρθρο 187 εφαρμόζεται πλήρως.
Σε κάθε περίπτωση, το μείζον αυτή τη στιγμή είναι να υπάρξει μια δικαστική ετυμηγορία που, αφενός, θα αναγνωρίζει ότι η Χρυσή Αυγή δεν ήταν ένα πολιτικό κόμμα ή μια ακροδεξιά πολιτική οργάνωση, αλλά μια εγκληματική οργάνωση με ναζιστική ιδεολογία, που συστάθηκε με σκοπό την τέλεση εγκλημάτων κακουργηματικής φύσεως και, αφετέρου, θα τιμωρεί τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς αυτών των εγκλημάτων της με τις βαρύτερες ποινές που προβλέπει ο νόμος. Πέρα από αυτό το ζητούμενο, σε πολιτικό και όχι νομικό επίπεδο, μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι στην Ελλάδα, πίσω από την ανιστόρητη θεωρία των δύο άκρων, ανιχνεύεται μια συστηματική προσπάθεια να υποτιμηθεί η κλίμακα και η ένταση της ακροδεξιάς τρομοκρατίας και να εκτιναχθεί, αντίστοιχα, εκτός πραγματικών διαστάσεων ο κίνδυνος της ακροαριστερής. Έτσι, φτάσαμε στο σημείο να γίνεται λόγος για μία «σοβαρότερη Χρυσή Αυγή», η οποία θα μπορούσε, ενδεχομένως, να στηρίξει μια «συντηρητική συμμαχία» για να περισώσει την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας (!) και, συγχρόνως, να αναβαθμίζονται τα τρικάκια, οι μπογιές και τα συνθήματα σε τρομοκρατικές ενέργειες. Τα σχετικά παραδείγματα αυτής της τάσης είναι άφθονα, αλλά αρκεί να σταθούμε στις δηλώσεις του σημερινού πρωθυπουργού, o οποίος, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είχε διακηρύξει από το βήμα της Βουλής ότι η τρομοκρατία στην Ελλάδα, με εξαίρεση την δολοφονία του Παύλου Φύσσα, έχει προέλευση από τη μήτρα της άκρας Αριστεράς. Αν, όμως, δεν είναι όλοι ο αριστεροί τρομοκράτες, αλλά όλοι οι τρομοκράτες είναι (ακρο)αριστεροί, τότε οι χρυσαυγίτες κατηγορούμενοι δεν μπορούν να είναι τρομοκράτες, αφού είναι μάλλον προφανές ότι δεν πρόκειται για άτομα αριστερών πεποιθήσεων.
Δεν πρόκειται για ελληνική πρωτοτυπία. Η ακροδεξιά τρομοκρατία συνιστά μια διαρκώς αυξανόμενη απειλή για τις δυτικές κοινωνίες, με τον αριθμό των επιθέσεων και των θυμάτων να έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με έρευνα του Global Terrorism Index που δημοσιεύθηκε το 2019 -πριν, δηλαδή, την πολύνεκρη επίθεση στο Χανάου της Γερμανίας (Φεβρουάριος 2020)- η διόγκωση της ακροδεξιάς τρομοκρατίας στις δυτικές χώρες τα τελευταία πέντε χρόνια είναι της τάξης του 320%. Εν τούτοις, από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 -και πιο πρόσφατα με την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους- οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής και οι υπηρεσίες πληροφοριών της Δύσης έχουν εστιάσει την προσοχή τους πρωτίστως στην τζιχαντιστική τρομοκρατία. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο να υποβαθμιστεί η απειλή της ακροδεξιάς τρομοκρατίας, η οποία συχνά δεν γίνεται καν αντιληπτή ως τέτοια, λόγω της περίπου αυτόματης διασύνδεσης της έννοιας «τρομοκρατία» με την έννοια «ισλαμικός εξτρεμισμός». Υπάρχει, πράγματι, μια εγγενής δυσκολία στο να χαρακτηρίζονται οι ακροδεξιοί δράστες δολοφονικών -συχνά πολύνεκρων- επιθέσεων ως τρομοκράτες και μια αντίστοιχη προτίμηση σε όρους όπως «μοναχικός λύκος» και «διαταραγμένο ψυχικά άτομο». Οι πράξεις τους χαρακτηρίζονται ευκολότερα ως εγκλήματα μίσους, παρά ως τρομοκρατικές ενέργειες, μολονότι η διάκριση μεταξύ των δύο είναι μάλλον νεφελώδης. Αυτό οφείλεται, εν μέρει, και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ακροδεξιάς τρομοκρατίας: οι ακροδεξιοί τρομοκράτες είναι λιγότερο πιθανό να συνδέονται άμεσα με μια συγκεκριμένη οργάνωση και συχνά η διαδικασία μετατροπής τους σε επίδοξους δολοφόνους ενεργοποιείται μέσα από την κατανάλωση ακροδεξιάς ρατσιστικής βιβλιογραφίας και ανώνυμων μηνυμάτων στο διαδίκτυο. Οφείλεται, όμως, εξίσου και στην παρανόηση που ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, ότι η τρομοκρατία είναι ο προνομιακός χώρος τους εξτρεμιστικού Ισλάμ (ή, παλιότερα, της ακροαριστεράς). Μια παρανόηση που σαφώς συνδέεται με τις πολιτικές προτεραιότητες της κρατικής εξουσίας και της άρχουσας τάξης στις χώρες της Δύσης.
Σε κάθε περίπτωση, τα ανωτέρω δεν ισχύουν στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, μολονότι η υπερασπιστική γραμμή στη δίκη της εγκληματικής (τρομοκρατικής) οργάνωσης βασίστηκε κατά κόρον στο επιχείρημα ότι τα μέλη της διέπραξαν τις επίμαχες εγκληματικές πράξεις δρώντας ως μεμονωμένα άτομα και όχι στο πλαίσιο ενός οργανωμένου σχεδίου που ξεκινούσε κατευθείαν από τη φυσική της ηγεσία. Μια υπερασπιστική γραμμή, την οποία υιοθέτησε πλήρως η εισαγγελέας της έδρας, προτείνοντας την απαλλαγή του αρχηγού της οργάνωσης, καθώς και όλων των άλλων κατηγορουμένων πλην του φυσικού αυτουργού της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, η Χρυσή Αυγή δεν είναι εγκληματική οργάνωση με την έννοια του άρθρου 187, δομημένη με στρατιωτικού τύπου ιεραρχία και με συστατικό της σκοπό τη διάπραξη βίαιων κακουργημάτων, αλλά ένα πολιτικό κόμμα, ορισμένα μέλη του οποίου παρεκτράπηκαν και εγκλημάτησαν. Η γραμμή αυτή αποδομήθηκε συστηματικά από τις αγορεύσεις των συνηγόρων πολιτικής αγωγής, γεγονός που δημιουργεί αισιοδοξία για μια έκβαση της δίκης που θα αποδώσει δικαιοσύνη και θα επιφέρει καίριο πλήγμα στο φασισμό και τις διάφορες παραφυάδες του.
* Δικηγόρος, διδάκτορας Νομικής