Live τώρα    
Πως οι δεξιές ελίτ δημιουργούν με τις πολιτικές τους ανασφάλεια, για να πουλήσουν στη συνέχεια προστασία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πως οι δεξιές ελίτ δημιουργούν με τις πολιτικές τους ανασφάλεια, για να πουλήσουν στη συνέχεια προστασία

Ένα απόσπασμα από το έργο του διάσημου Πολωνού κοινωνιολόγου Zygmunt Bauman, Ρευστοί καιροί (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2017), που δείχνει

- Σε μια εποχή που όλες οι μεγάλες ιδέες έχουν χάσει την αξιοπιστία τους, ο φόβος ενός εχθρού φάντασμα είναι ό,τι απέμεινε στους πολιτικούς για να διατηρήσουν την εξουσία τους.

Εάν αρχικά η ιδέα της «ανοικτής κοινωνίας» αντιπροσώπευε την αυτοδιάθεση μιας ελεύθερης κοινωνίας που μεριμνά για την ανοικτότητα της, σήμερα φέρνει στο νου των περισσότερων ανθρώπων την τρομακτική εμπειρία ενός ετερόνομου, δύσμοιρου και ευάλωτου πληθυσμού που έρχεται αντιμέτωπος και πιθανότατα κατακλύζεται από δυνάμεις τις οποίες ούτε ελέγχει ούτε κατανοεί πλήρως. Ενός πληθυσμού τρομοκρατημένου από την αδυναμία του να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ενός πληθυσμού με την έμμονη ιδέα του αδιαπέραστου των εξωτερικών συνόρων και της ασφάλειας των ατόμων που ζουν εντός τους. Από την άλλη, είναι ακριβώς το αδιαπέραστο των συνόρων και η ασφάλεια των ατόμων που ζουν μέσα τους τα οποία διαφεύγουν από τον έλεγχο αυτού του πληθυσμού και είναι σίγουρο ότι θα συνεχίσουν να διαφεύγουν στο βαθμό που ο πλανήτης υποβάλλεται μόνο στην αρνητική παγκοσμιοποίηση. Σε έναν πλανήτη που βιώνει την αρνητική παγκοσμιοποίηση, η ασφάλεια δεν μπορεί να αποκτηθεί ούτε να περιχαρακωθεί μόνο μέσα σε μία χώρα ή σε μία επιλεγμένη ομάδα χωρών: δεν επαρκούν τα μέσα που διαθέτουν από μόνες τους ούτε μπορεί να επιτευχθεί ανεξάρτητα απ’ ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο. [...]

Από τη στιγμή που επισκέπτεται τον ανθρώπινο κόσμο, ο φόβος αποκτά τη δική του αναπτυξιακή λογική και δυναμική και έχει ανάγκη λιγοστής φροντίδας και ελάχιστων καινούργιων επενδύσεων για να διογκωθεί και να εξαπλωθεί ασταμάτητα. Όπως σημειώνει ο David L. Altheide, το πιο κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο φόβος του κινδύνου, αλλά σε τι μπορεί αυτός ο φόβος να εξελιχθεί, σε τι μπορεί να μετασχηματιστεί. Η κοινωνική ζωή αλλάζει όταν οι άνθρωποι ζουν πίσω από τοίχους, μισθωμένους φύλακες, οδηγούν θωρακισμένα οχήματα, φέρουν ρόπαλα και περίστροφα και μαθαίνουν πολεμικές τέχνες. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι δραστηριότητες επαναβεβαιώνουν και βοηθούν στην παραγωγή της αίσθησης της αταξίας που οι πράξεις μας σκοπεύουν να αποτρέψουν.

Οι φόβοι μάς παροτρύνουν να αναλάβουμε αμυντική δράση. Με την ανάληψη της προσφέρει αμεσότητα και υλική υπόσταση στο φόβο. Οι αντιδράσεις μας είναι αυτές που αναδιαμορφώνουν τα σκοτεινά προαισθήματα της καθημερινότητας, δίνοντας στη λέξη «φόβος» σάρκα και οστά. Ο φόβος έχει πλέον εγκατασταθεί στο εσωτερικό, διαποτίζοντας την καθημερινή μας ρουτίνα. Δεν χρειάζονται πλέον ερεθίσματα από τον εξωτερικό χώρο, στο βαθμό που οι πράξεις στις οποίες υποκινεί καθημερινά παρέχουν τα κίνητρα και όλη την ενέργεια που απαιτείται για την αναπαραγωγή του. Μεταξύ των μηχανισμών που ανταγωνίζονται να προσεγγίσουν το ονειρικό μοντέλο του perpetuum mobile, πιο κοντά απ’ όλους στο να το πετύχει είναι η αυτοαναπαραγωγή του συμφυρμού φόβου και εμπνεόμενων από φόβο πράξεων.

Οι φόβοι μας παρουσιάζονται να έχουν την ικανότητα να είναι αυτοδιαιωνιζόμενοι και αυτοενισχυόμενοι. Να έχουν αποκτήσει μια εσωτερική δυναμική και να μεγαλώνουν αντλώντας πόρους αποκλειστικά από το εσωτερικό τους. Αυτή η επίφαση αυτάρκειας είναι ασφαλώς μοναχά μια ψευδαίσθηση. Το ίδιο ακριβώς συνέβη με μια σειρά άλλων μηχανισμών που επικαλούνται το θαύμα της αυτοπροωθούμενης και αυτοτροφοδοτούμενης αέναης κίνησης. Προφανώς, η κυκλική κίνηση φόβου και δράσεων που καθορίζονται από φόβο δεν λειτουργεί τόσο ομαλά και δεν θα συνέχιζε να επιταχύνεται εάν δεν αντλούσε συνεχώς ενέργεια από τα υπαρξιακά ρίγη.

Η ύπαρξη τους δεν αποτελεί κάτι καινούργιο. Τα υπαρξιακά ρίγη έχουν συνοδεύσει τους ανθρώπους στη διάρκεια της ιστορίας τους, διότι κανένα από τα κοινωνικά πλαίσια μέσα στα οποία οι επιδιώξεις των ανθρώπων έχουν λάβει χώρα δεν έχει ποτέ προσφέρει απόλυτη προστασία και ασφάλεια απέναντι στα κτυπήματα της «μοίρας». Τα τελευταία αποκαλούνται έτσι με σκοπό να διαχωριστούν από τις αντιξοότητες που τα ανθρώπινα όντα δύνανται να αποτρέψουν, αλλά και για να εκφραστεί όχι τόσο η ιδιαίτερη φύση αυτών των χτυπημάτων, όσο η αναγνώριση της ανθρώπινης ανικανότητας να τα προβλέψει, πόσο μάλλον να τα αποτρέψει ή να τα δαμάσει. Εξ ορισμού, «η μοίρα» χτυπά χωρίς προειδοποίηση και αδιαφορεί για το τι θα κάνουν ή δεν θα κάνουν τα θύματα της με στόχο να διαφύγουν από τα χτυπήματα της. Η «μοίρα» σηματοδοτεί την ανθρώπινη άγνοια και ανημποριά και χρωστά την τρομερή και φοβερή της δύναμη στις ίδιες τις αδυναμίες των θυμάτων της. Όπως σημειώνουν οι επιμελητές της Hedgehog Review στο ειδικό τεύχος αφιερωμένο στο φόβο «εν τη απουσία υπαρξιακής παρηγοριάς» οι άνθρωποι τείνουν να συμβιβάζονται «με την ασφάλεια ή την πρόφαση ασφάλειας».

Το έδαφος πάνω στο οποίο υποτίθεται ότι βασίζονται οι προοπτικές του βίου μας είναι σίγουρα ασταθές. Παρόμοια ασταθείς είναι οι εργασίες μας και οι εταιρείες που τις παρέχουν, οι σύντροφοι και το δίκτυο φίλων, το κύρος που απολαμβάνουμε στην ευρύτερη κοινωνία και η αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση που έρχονται με αυτό. Η «πρόοδος», που κάποτε συνιστούσε την πιο ακραία εκδήλωση ριζικής αισιοδοξίας και την υπόσχεση για καθολική και διαρκή ευτυχία, έχει κινηθεί στο αντίθετο άκρο, σε έναν ζοφερό και μοιρολατρικό πόλο προνοητικότητας. Σήμερα ενέχει τη θέση της απειλής από την αμείλικτη και αναπόδραστη αλλαγή που, αντί να εισαγάγει στην ειρήνη και την ηρεμία, δεν προμηνύει παρά τη συνεχή κρίση και ένταση και απαγορεύει ακόμα και τη στιγμιαία ανάπαυλα. Η πρόοδος έχει μετατραπεί σε ένα είδος αδυσώπητου και αδιάκοπου παιχνιδιού μουσικών καρεκλών, για το οποίο μία στιγμιαία απροσεξία συνεπάγεται την ανεπίστρεπτη ήττα και τον αμετάκλητο αποκλεισμό. Αντί των μεγάλων προσδοκιών και των γλυκών ονείρων, η «πρόοδος» δημιουργεί εφιαλτικούς συνειρμούς αϋπνίας, όπως «ότι έχω ξεμείνει πίσω», ότι έχω χάσει το τρένο ή ότι πέφτω από το παράθυρο ενός γρήγορα επιταχυνόμενου οχήματος.

Ανίκανοι να επιβραδύνουν το ρυθμό των αλλαγών, ένα ρυθμό που σαστίζει, πόσο μάλλον να προβλέψουν και να ελέγξουν τον προσανατολισμό τους, οι άνθρωποι εστιάζουν σε πράγματα τα οποία μπορούν ή πιστεύουν ή τους διαβεβαιώνουν ότι είναι σε θέση να επηρεάσουν. Προσπαθούν να υπολογίσουν και να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανότητες να είναι θύματα των αναρίθμητων κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι ίδιοι ή οι πιο αγαπημένοι τους ή όσοι είναι πιο κοντά τους τη συγκεκριμένη στιγμή. Κινδύνους τους οποίους υποψιάζονται ότι επιφυλάσσει ένας αδιαφανής κόσμος και ένα αβέβαιο μέλλον. Οι άνθρωποι είναι απορροφημένοι στην κατασκόπευση «των επτά συμπτωμάτων του καρκίνου» ή των «πέντε συμπτωμάτων της κατάθλιψης» ή στον εξορκισμό του φάσματος της υψηλής πίεσης, των υψηλών επιπέδων χοληστερίνης, της πίεσης, του άγχους ή της βουλιμίας. Με άλλα λόγια, αναζητούν υποκατάστατα στόχων στα οποία μπορούν να ξεφορτώσουν το πλεόνασμα υπαρξιακού φόβου, ενός φόβου αποκλεισμένου από τις φυσικές διεξόδους του. Τέτοιοι αυτοσχέδιοι στόχοι ανευρίσκονται στις ιδιαίτερες προφυλάξεις εναντίον της εισπνοής του καπνού από τα τσιγάρα των άλλων, της λήψης λιπαρών τροφών ή των «κακών» βακτηρίων (ενώ ρουφούν μανιωδώς τα υγρά που υπόσχονται ότι περιέχουν τα «καλά» βακτήρια), της έκθεσης στον ήλιο ή του σεξ χωρίς προστασία. Όσοι από εμάς διαθέτουν τα μέσα περιχαρακώνονται ενάντια σε όλους τους ορατούς και αόρατους, παρόντες ή προβλεπόμενους, γνωστούς ή ανοίκειους, διάχυτους αλλά και πανταχού παρόντες φόβους, κρυμμένοι πίσω από τοίχους, καλύπτοντας τις προσβάσεις στα ενδιαιτήματα μας με κάμερες, προσλαμβάνοντας ένοπλους φρουρούς, οδηγώντας θωρακισμένα οχήματα (όπως τα περιώνυμα SUV), φορώντας θωρακισμένα ενδύματα (όπως τα παπούτσια με μεγάλες σόλες) ή μαθαίνοντας πολεμικές τέχνες. «Το πρόβλημα», για να παραθέσουμε τον David L. Altheide ακόμα μία φορά, «είναι ότι αυτές οι δραστηριότητες επιβεβαιώνουν και επιβοηθούν την παραγωγή της αίσθησης της αταξίας που οι δράσεις μας επιταχύνουν». Κάθε επιπλέον κλειδαριά στην πόρτα εισόδου αντιδρώντας στις αλλεπάλληλες φήμες για εγκληματίες που μοιάζουν ξένοι και φορούν κάπες γεμάτες στιλέτα, κάθε νέα αναθεώρηση της δίαιτας μας αντιδρώντας σε έναν από τους αλλεπάλληλους «διατροφικούς πανικούς» κάνουν τον κόσμο να φαίνεται πιο επικίνδυνος και φοβερός και προκαλούν περισσότερες αμυντικές αντιδράσεις, οι οποίες, αλίμονο, θα προσθέσουν περισσότερη ενέργεια στην ικανότητα του φόβου να αυτοδιαιωνίζεται. [...]

Όπως το ρευστό χρήμα είναι έτοιμο για κάθε είδους επένδυση, έτσι και το κεφάλαιο του φόβου μπορεί να επιφέρει πολλά είδη κέρδους, εμπορικού ή πολιτικού. Και αυτό συμβαίνει. Έτσι, είναι η προσωπική ασφάλεια που έχει καταστεί ένα κεντρικό, πιθανόν το κεντρικότερο, πλεονεκτικό στοιχείο σε όλα τα είδη στρατηγικών πωλήσεων. «Ο νόμος και η τάξη», που όλο και περισσότερο υποβαθμίζονται στην εγγύηση της προσωπικής (ή πιο σωστά σωματικής) ασφάλειας, έχουν καταστεί κεντρικό, πιθανόν το κεντρικότερο, στοιχείο πωλήσεων στα πολιτικά μανιφέστα και τις προεκλογικές εκστρατείες. Παράλληλα, η παράθεση απειλών εναντίον της προσωπικής ασφάλειας είναι ένα μεγάλο, ίσως το μεγαλύτερο, όπλο στον πόλεμο των δεικτών ακροαματικότητας των μέσων μαζικής επικοινωνίας, που ανανεώνουν σταθερά το κεφάλαιο του φόβου, προσθέτοντας κάτι παραπάνω στην επιτυχία τόσο της προώθησης των πωλήσεων του όσο και στις πολιτικές χρήσεις του. Σύμφωνα με τον Ray Surette, ο κόσμος, όπως απεικονίζεται στην τηλεόραση, μοιάζει με τους «πολίτες-πρόβατα» τους οποίους προστατεύει η «αστυνομία-τσοπανόσκυλα» από τους «εγκληματίες-λύκους».

Σήμερα οι φόβοι, που έτσι κι αλλιώς ήταν οικείοι σε όλες τις προηγούμενες κοινωνίες των ανθρώπων, διαθέτουν ένα θεμελιακά διακριτό χαρακτηριστικό. Αυτό είναι η αποσύνδεση των δράσεων που εμπνέονται από αυτούς τους φόβους από τα υπαρξιακά ρίγη που τους γέννησαν. Με άλλα λόγια, η μετάθεση του φόβου, από τις σχισμές και τις ρωγμές της ανθρώπινης κατάστασης όπου η «μοίρα» κυοφορείται και εκκολάπτεται, σε περιοχές του βίου οι οποίες κατά κύριο λόγο δεν σχετίζονται με την αυθεντική πηγή της αγωνίας. Όση προσπάθεια και εάν καταβληθεί σε αυτές τις περιοχές είναι απίθανο να αδρανοποιήσει ή να φράξει αυτή την πηγή, οπότε όσο σοβαρή και ειλικρινής και εάν είναι η προσπάθεια αποδεικνύεται ανίκανη να κατευνάσει την αγωνία. Γι’ αυτόν το λόγο ο φαύλος κύκλος του φόβου και των δράσεων που εκπηγάζουν από το φόβο συνεχίζεται, χωρίς να χάνει καθόλου τη δυναμική του - δίχως ωστόσο να προσεγγίζει τον προφανή στόχο του.

Ας δηλώσουμε ευθαρσώς αυτό που υπονοήθηκε προηγουμένως. Ο φαύλος κύκλος περί ου ο λόγος έχει μετατεθεί/μεταστραφεί από την περιοχή της ασφάλειας (δηλαδή της αυτοπεποίθησης και της βεβαιότητας ή της απουσίας τους) στην περιοχή της προστασίας (δηλαδή να είσαι προστατευμένος ή εκτεθειμένος στις απειλές προς το πρόσωπο σου και τις προεκτάσεις τους).

Η πρώτη περιοχή, η περιοχή της ασφάλειας, απογυμνώθηκε προοδευτικά από τη θεσμοποιημένη προστασία που την ενίσχυε και την υποστήριζε το κράτος, και έτσι εκτέθηκε στις ιδιοτροπίες της αγοράς. Για τους ίδιους λόγους, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης για το φαγοπότι των παγκόσμιων δυνάμεων πέρα από την επιρροή του πολιτικού ελέγχου και έτσι, επίσης, πέρα από την ικανότητα αυτών που θίγονται να αντιδράσουν αποτελεσματικά και να αντισταθούν επαρκώς στα χτυπήματα τους. Οι ασφαλιστικές πολιτικές, που στην πορεία του προηγούμενου αιώνα έγιναν γνωστές συλλογικά υπό το όνομα του κοινωνικού («προνοιακού») κράτους, υιοθετήθηκαν από κοινού για την αντιμετώπιση των ατομικών κακοτυχιών. Σήμερα αποσύρονται, είτε ολοκληρωτικά είτε εν μέρει, και περικόπτονται κάτω από το επίπεδο στο οποίο είναι ικανές να στηρίξουν και να συντηρήσουν το αίσθημα της ασφάλειας και, συνεπώς, την αυτοπεποίθηση των δρώντων υποκειμένων. Επιπλέον, αυτό που απέμεινε από τους θεσμούς που διασώζονται και ενσαρκώνουν το αρχικό όραμα δεν προσφέρει πλέον καμία ελπίδα, ούτε βέβαια εμπιστοσύνη, ότι θα επιβιώσει σε περαιτέρω και επικείμενους γύρους περιστολής του.

Καθώς οι άμυνες ενάντια στα υπαρξιακά ρίγη, που δημιουργήθηκαν και λειτουργούσαν υπό την εποπτεία του κράτους, προοδευτικά αποδιαρθρώνονται και οι διευθετήσεις για συλλογική αυτοάμυνα, όπως τα συνδικάτα και τα άλλα όργανα συλλογικής διαπραγμάτευσης, διαθέτουν όλο και πιο περιορισμένη εξουσία κάτω από τις πιέσεις των ανταγωνιστικών δυνάμεων της αγοράς, δυνάμεων που διαβρώνουν την αλληλεγγύη των αδυνάτων, τώρα επαφίεται στα άτομα να αναζητήσουν, να βρουν και να ασκήσουν ατομικές λύσεις σε κοινωνικά παραγόμενα προβλήματα. Επιπλέον, όλες αυτές οι λύσεις γίνεται προσπάθεια να εξευρεθούν μέσω ατομικών μοναχικών δράσεων, ενώ τόσο τα εργαλεία με τα οποία είναι εξοπλισμένα τα άτομα, όσο και οι πόροι που διαθέτουν είναι σκανδαλωδώς ανεπαρκή γι’ αυτόν το σκοπό.

Τα μηνύματα που εκπέμπονται από τους χώρους της πολιτικής εξουσίας προς τους εύπορους αλλά και προς τους δύσμοιρους παρουσιάζουν την «αύξηση της ευελιξίας» ως τη μοναδική θεραπεία για την ήδη αφόρητη ανασφάλεια. Έτσι, προδιαγράφουν την προοπτική της ακόμα μεγαλύτερης αβεβαιότητας, την ακόμα μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση των προβλημάτων, την ακόμα περισσότερη μοναξιά και ανικανότητα και σίγουρα την ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Η δυνατότητα της υπαρξιακής ασφάλειας βασισμένης σε συλλογικά θεμέλια αποκλείεται και έτσι δεν προσφέρεται κανένα κίνητρο για αλληλέγγυες δράσεις. Αντίθετα, ενθαρρύνονται οι ακροατές τους να εστιάσουν στην ατομική τους επιβίωση με τον τρόπο του «ο καθένας για τον εαυτό του και άσε τους άλλους να πνίγονται» - σε έναν αθεράπευτα κατακερματισμένο, εξατομικευμένο και έτσι περισσότερο αβέβαιο και απρόβλεπτο κόσμο.

Η υπαναχώρηση του κράτους από λειτουργίες πάνω στις οποίες βασίζονταν τα αιτήματα του για νομιμοποίηση κατά το μεγαλύτερο μέρος του προηγούμενου αιώνα ξανανοίγει διάπλατα το ζήτημα της νομιμοποίησης. Μια νέα συμφωνία πολιτών (ο «συνταγματικός πατριωτισμός», για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Χάμπερμας) δεν μπορεί προς το παρόν να οικοδομηθεί με τον τρόπο που γινόταν έως πρόσφατα: μέσω της διασφάλισης της συνταγματικής προστασίας απέναντι στις ιδιοτροπίες της αγοράς, μιας αγοράς διαβόητης για τις καταστροφές που επιφέρει στην κοινωνική θέση των ατόμων και την υπονόμευση των δικαιωμάτων για κοινωνικό κύρος και προσωπική αξιοπρέπεια. Η ακεραιότητα του πολιτικού σώματος στην υφιστάμενη κοινή μορφή του εθνικού κράτους είναι σε δυσχερή θέση. Έτσι, υπάρχει η επείγουσα ανάγκη και αναζητείται μια εναλλακτική μορφή νομιμοποίησης του κράτους.

Με βάση όσα συζητήθηκαν παραπάνω, δεν αποτελεί έκπληξη ότι μια εναλλακτική μορφή νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας και ένα άλλο πρότυπο πολιτικής προς όφελος των νομοταγών πολιτών αναζητείται σήμερα στην υπόσχεση του κράτους να προστατεύσει τους πολίτες του απέναντι στους κινδύνους για την προσωπική ασφάλεια. Το φάσμα της κοινωνικής υποβάθμισης, εναντίον του οποίου το κοινωνικό κράτος ορκίστηκε να ασφαλίσει τους πολίτες, έχει αντικατασταθεί με την πολιτική φόρμουλα του «κράτους της προσωπικής ασφάλειας» από απειλές όπως ένας ασύδοτος παιδεραστής, ένας κατ’ επανάληψη δολοφόνος, ένας παρενοχλητικός ζητιάνος, ένας κακοποιός, ένας κυνηγός, ένας δηλητηριαστής, ένας τρομοκράτης ή ακόμα καλύτερα από όλες αυτές τις απειλές συγκεφαλαιωμένες στη φιγούρα ενός παράνομου μετανάστη, εναντίον του οποίου το σύγχρονο κράτος στις πιο πρόσφατες ενσαρκώσεις του υπόσχεται να υπερασπιστεί τα υποκείμενα του.

Τον Οκτώβριο του 2004, το BBC2 παρουσίασε σειρά ντοκιμαντέρ με τον τίτλο Η δύναμη των εφιαλτών. Η ανάδυση της πολιτικής του φόβου. Ο Άνταμ Κούρτις, συγγραφέας και παραγωγός της σειράς και από τους πιο αναγνωρισμένους δημιουργούς σοβαρών τηλεοπτικών προγραμμάτων στη Βρετανία, επισήμανε ότι, ενώ η παγκόσμια τρομοκρατία είναι αναμφίβολα ένας πραγματικός κίνδυνος που αναπαράγεται συνεχώς μέσα στο χερσότοπο της παγκόσμιας απεραντοσύνης, η απειλή που αντιπροσωπεύει, σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις, σε μεγάλο βαθμό «είναι μια φαντασία που έχει μεγαλοποιηθεί και παραμορφωθεί από τους πολιτικούς. Πρόκειται για μια σκοτεινή ψευδαίσθηση που έχει εξαπλωθεί χωρίς να αμφισβητηθεί μέσω των κυβερνήσεων σε ολόκληρο τον κόσμο, τις μυστικές υπηρεσίες και τα διεθνή μέσα». Δεν είναι και τόσο δύσκολο να ανιχνευθεί ο λόγος για την ταχεία και θεαματική καριέρα αυτής της ψευδαίσθησης. «Σε μια εποχή που όλες οι μεγάλες ιδέες έχουν χάσει την αξιοπιστία τους, ο φόβος ενός εχθρού φάντασμα είναι ό,τι απέμεινε στους πολιτικούς για να διατηρήσουν την εξουσία τους».

Τα πολυάριθμα σημάδια της επικείμενης μεταστροφής από τη νομιμοποίηση μέσω της κρατικής εξουσίας στη νομιμοποίηση μέσω του κράτους της προσωπικής προστασίας μπορούσαν να εντοπιστούν πολύ πριν από την 11η Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι άνθρωποι είχαν ανάγκη το σοκ από τους καταρρέοντες πύργους του Μανχάταν και την αναπαραγωγή σε αργή κίνηση, επανειλημμένα και για μήνες, σε εκατομμύρια τηλεοπτικές οθόνες, έτσι ώστε τα νέα να εμποτίσουν και να απορροφηθούν από τις συνειδήσεις. Και μέσα από αυτό το σοκ οι πολιτικοί αναδιαμόρφωσαν τις λαϊκές υπαρξιακές αγωνίες σε μια νέα πολιτική φόρμουλα. [...]

Καμία μελέτη μετά το 2000 δεν έχει καταδείξει ότι υπάρχει σημαντική συσχέτιση μεταξύ της αυστηρότητας της ποινικής πολιτικής και του όγκου των ποινικών αδικημάτων. Ωστόσο, οι περισσότερες μελέτες έχουν επισημάνει την έντονη αρνητική συσχέτιση μεταξύ της «αύξησης του πληθυσμού των φυλακών» αφενός και αφετέρου «της αναλογίας των κοινωνικών παροχών που είναι ανεξάρτητες από την αγορά» και του «ποσοστού του ΑΕΠ που δαπανάται για τέτοιες παροχές». Γενικότερα, η νέα εστίαση στο έγκλημα και τους κινδύνους που απειλούν τη σωματική ασφάλεια των ατόμων και την περιουσία τους αποδείχθηκε ότι αναμφίβολα συνδέεται με την «ατμόσφαιρα της αβεβαιότητας» και σχετίζεται απόλυτα με το ρυθμό της οικονομικής απορρύθμισης και της συνεπακόλουθης υποκατάστασης της κοινωνικής αλληλεγγύης από την ατομική υπευθυνότητα.

«Δεν υπάρχουν νέα τρομακτικά τέρατα. Εξάγει το δηλητήριο του φόβου» παρατηρεί ο Άνταμ Κούρτις, σχολιάζοντας την αυξανόμενη έμμονη ενασχόληση με την ασφάλεια του σώματος. Ο φόβος είναι εκεί, διαποτίζοντας την καθημερινή ύπαρξη των ανθρώπων καθώς η απορρύθμιση φτάνει βαθιά μέσα στα θεμέλια της ύπαρξης και οι αμυντικοί πύργοι της κοινωνίας των πολιτών καταρρέουν. Ο φόβος είναι εκεί και η άντληση από τα προφανώς ανεξάντλητα και μανιωδώς αναπαραγόμενα αποθέματα του, με σκοπό την ανακατασκευή του εξανεμισμένου πολιτικού κεφαλαίου, είναι πειρασμός στον οποίο ένας πολιτικός δύσκολα μπορεί να αντισταθεί. Επιπλέον, η στρατηγική της κεφαλαιοποίησης στο φόβο είναι επίσης καλά περιχαρακωμένη, μια παράδοση που σίγουρα φτάνει πίσω έως τα πρώιμα χρόνια της νεοφιλελεύθερης επίθεσης στο κοινωνικό κράτος.

Πολύ πριν από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, το να ενδώσει κανείς σε αυτό τον πειρασμό -και επιπρόσθετα να αδράξει την ευκαιρία για να αντλήσει τρομερά οφέλη- ήταν μια διαδικασία ήδη καλά προβαρισμένη και ελεγμένη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0