Δεν έχουν περάσει ούτε είκοσι ημέρες από τη μεγάλη εκλογική νίκη της Ν.Δ. και την άνετη αυτοδυναμία της, και «με το καλημέρα» η κυβέρνηση παρουσιάζει εικόνα ξεκούρδιστης ορχήστρας. Από τον Φλωρίδη, που… κατάργησε το ακαταδίωκτο των τραπεζικών στελεχών, και το μεγαλοπρεπές «άδειασμά» του στις προγραμματικές δηλώσεις έως την κατάργηση της πανεπιστημιακής αστυνομίας και τα άλογα του Μηταράκη, που διαψεύστηκε τελικά από τον πρωθυπουργό στο όριο του εξευτελισμού, το πολυπληθές κυβερνητικό σχήμα του Μητσοτάκη έχει συμπτώματα αρρυθμίας, τα οποία μάλλον δεν οφείλονται στον καύσωνα.
Σίγουρα δεν μιλάμε απλώς για γκάφες, αλλά για ένα βαθύτερο πρόβλημα, το οποίο έρχεται από την προηγούμενη κυβερνητική θητεία: αυτό της λειτουργίας μιας υδροκέφαλης κυβέρνησης και ενός επιτελικού κράτους με τον απόλυτο έλεγχο να υπάγεται στο πρωθυπουργικό γραφείο. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι ένας υπουργός δεν προχωρά σε εξαγγελίες τόσο συγκεκριμένων μέτρων αν δεν έχει το «πράσινο φως» από το Μέγαρο Μαξίμου ή το σύστημα εντός αυτού. Αν στις πρώτες μέρες διακυβέρνησης τμήματα του πρωθυπουργικού επιτελείου επιδεικνύουν τάσεις αυτονόμησης, αυτό δεν γεννά ούτε εμπιστοσύνη ούτε ασφάλεια για την κυβερνητική πολιτική.
Την ίδια ώρα, όσο κι αν κάνουν πως δεν υπάρχει, το σκάνδαλο των υποκλοπών, η γνώση και η έγκριση της λειτουργίας τους στο εσωτερικό και η εξαγωγή σε τρίτες χώρες παράνομων λογισμικών όπως το Predator δεν παραγράφονται από κανένα εκλογικό ποσοστό. Δεν υπάρχουν αμφιβολίες ότι το σύστημα Μητσοτάκη θα βαδίσει στον δρόμο που άνοιξε από το 2019 και μετά. Εμείς έχουμε υποχρέωση να μην κλείσουμε τα μάτια, να μην θεωρήσουμε τις παράτυπες και τις αντιδημοκρατικές μεθόδους κανονικότητα επειδή η Ν.Δ. κέρδισε τις εκλογές. Έχουμε υποχρέωση να επαγρυπνούμε και να δίνουμε τη μάχη για τη Δημοκρατία και τους θεσμούς.