Live τώρα    
Γερμανία: Προεκλογικός αγώνας στον αυτόματο πιλότο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γερμανία: Προεκλογικός αγώνας στον αυτόματο πιλότο

Είναι ίσως η πιο βαρετή, ή έστω η πιο βουβή προεκλογική περίοδος της τελευταίας εικοσαετίας, αυτή που μπαίνει στην τελική ευθεία στη Γερμανία. Πόλωση; Ούτε κατά διάνοια. Άνεμος αλλαγής; Μάλλον, νηνεμία. Η χώρα μοιάζει να κινείται ευχαριστημένη με τον αυτόματο πιλότο, την ώρα που όλη η υπόλοιπη Ευρώπη έχει τα βλέμματά της στραμμένα με αγωνία στο Βερολίνο. Ο έξω κόσμος μοιάζει να νοιάζεται για το εκλογικό αποτέλεσμα της 22ας Σεπτεμβρίου περισσότερο από τους ίδιους τους Γερμανούς πολίτες. Τα μεγάλα θέματα στα δελτία ειδήσεων, κυρίως η Συρία, αλλά και η Ελλάδα, συγκινούν το τηλεοπτικό κοινό, αλλά δεν αγγίζουν την καθημερινότητα των ανθρώπων. Ο πόλεμος, αλλά και η κρίση είναι κάτι που βλέπουν στην οθόνη τους. Άλλωστε οι διαφορές των δύο μεγάλων λαϊκών κομμάτων, των Χριστιανοδημοκρατών της Άνγκελας Μέρκελ και των Σοσιαλδημοκρατών του Πέερ Στάινμπρικ στο θέμα της Συρίας είναι ανύπαρκτες, ενώ στο θέμα της διαχείρισης της ευρωκρίσης -άρα και της ελληνικής- είναι δυσδιάκριτες για το ευρώ κοινό. Σημαντικές, αλλά όχι αγεφύρωτες είναι οι διαφορές τους στα μεγάλα εσωτερικά θέματα -κατώτατο εγγυημένο μεροκάματο, ασφαλιστικό, ενεργειακή αλλαγή, μετανάστευση- ενώ ο μόνος τομέας που μπορεί να μιλήσει κανείς για «άσπρο-μαύρο» είναι αυτός της φορολόγησης. Οπότε αυτή η εκλογική αναμέτρηση θα κριθεί στη δυνατότητα των κομμάτων να κινητοποιήσουν τους πάρα πολλούς αναποφάσιστους και όσους δεν πάνε να ψηφίσουν, και στις οριακές, πλην όμως κρίσιμες, μετακινήσεις προς τα μικρά κόμματα, τους νυν συγκυβερνώντες Φιλελεύθερους, το «πυροτέχνημα» των Πειρατών και τη νεότευκτη αντιευρωπαϊκή «Εναλλακτική για τη Γερμανία».

Η μετεκλογική αριθμητική

Εντελώς διαφορετικό θα είναι το μετεκλογικό τοπίο, εάν στη νέα Βουλή μπουν μόνο τέσσερα κόμματα (CDU/CSU, SPD, Αριστερά και Πράσινοι), από το αν μπουν και οι Φιλελεύθεροι -που κινούνται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας- ή εάν αναγεννηθούν οι διαλυμένοι Πειρατές και κάνουν την έκπληξη οι καθηγητές της Εναλλακτικής. Όσο για τους ακροδεξιούς του NDP δεν εμφανίζονται καν στις δημοσκοπήσεις, για την ώρα τουλάχιστον.

Η τελευταία δημοσκόπηση του ινστιτούτου Forsa δίνει στην CDU/CSU 41%, στο SPD 22%, στους Πράσινους 11%, στην Αριστερά 10%, στους Φιλελεύθερους το οριακό 5%, ενώ στους Πειρατές και την Εναλλακτική από 3%, που δεν αρκεί για να μπουν στη Βουλή. Αυτό το αποτέλεσμα ρεαλιστικά βγάζει μόνο μια κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού, καθώς το 46% των κομμάτων του σημερινού συνασπισμού δεν αρκεί για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ωστόσο, κάθε ποσοστιαία μονάδα μπορεί να κάνει τη διαφορά, ενώ σχεδόν κανένα σενάριο μετεκλογικής συνεργασίας, όσο ευφάνταστο κι αν είναι, δεν μπορεί να αποκλειστεί κατηγορηματικά.

Η γενιά της σιγουριάς

Μια εξήγηση, λοιπόν, αυτής της προεκλογικής βουβαμάρας και βαρεμάρας, είναι ότι οι Γερμανοί δεν εκπλήσσονται πια με τίποτε. Μια άλλη εξήγηση, κοινωνιολογικού χαρακτήρα, δίνει η μεγάλη έρευνα που παρουσιάστηκε την περασμένη εβδομάδα από το ινστιτούτο Άλενσμπαχ για τη «μεσαία γενιά», για τα 35 εκατομμύρια των πολιτών, μεταξύ 30 και 59 χρόνων. Σύμφωνα με την έρευνα, λοιπόν, το κύριο ζητούμενο αυτής της γενιάς είναι η σταθερότητα, η σιγουριά για το αύριο. Το πιο παραγωγικό κομμάτι του γερμανικού πληθυσμού, στη συντριπτική πλειονότητά του, δεν επιδιώκει ούτε φοβάται αλλαγές στο εργασιακό, οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του. Ούτε ο ένας στους δέκα δεν φοβάται ότι μπορεί να χάσει τη δουλειά του, σ' αυτή τη φάση τουλάχιστον. Αντίθετα, σχεδόν οι μισοί φοβούνται μήπως δεν μπορέσουν να διατηρήσουν το σημερινό τους επίπεδο ζωής στα γεράματα. Ίσως είναι η πρώτη φορά που η μεσαία γενιά στη Γερμανία είναι τόσο βολεμένη και τόσο συντηρητική, με την κοινωνική έννοια.

Η τελευταία ευκαιρία

Μπορεί να ανατραπεί αυτή η προεκλογική ηρεμία, να μη γίνουν τελικά οι εκλογές υπό την επήρεια του... βάλιουμ, όπως λένε κάποιοι πολιτικοί αναλυτές; Μπορεί να ανατραπεί το κλίμα, να χαθεί ένα μέρος από το άνετο προβάδισμα της «μητερούλας» Μέρκελ; Ο αντίπαλός της, Πέερ Στάινμπρικ, έχει ίσως μια τελευταία ευκαιρία απόψε το βράδυ, στην τηλεοπτική μονομαχία μεταξύ τους. Κατά κανόνα η τηλεθέαση αυτών των μονομαχιών στη Γερμανία είναι πολύ μεγάλη, αν και προφανώς δεν γίνονται σε εθνικό δίκτυο. Επίσης, παρά τους σκληρούς τους κανόνες, αυτές οι μονομαχίες ξεφεύγουν από τη λογική των παράλληλων μονολόγων, μπορεί να γίνουν ενδιαφέρουσες και να επηρεάσουν τους αναποφάσιστους. Και οι αναποφάσιστοι ή μάλλον αυτοί που δηλώνουν ότι είναι ανοιχτοί να ψηφίσουν ένα άλλο κόμμα από αυτό που σκέφτονται σήμερα είναι πάρα πολλοί, σχεδόν οι δύο στους τρεις, σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση. Οπότε υπάρχει μια πιθανότητα η βουβαμάρα να βγάλει την έκπληξη.

Το ελληνικό άρωμα των εκλογών

Τον χορό των θεματικών προεκλογικών εκπομπών στη γερμανική τηλεόραση άνοιξε την περασμένη Τρίτη η Ελλάδα. Η επανεμφάνιση της «ελληνικής τραγωδίας» σε πρώτο πλάνο στα γερμανικά μέσα ενημέρωσης οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην πρεμούρα του υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, εν μέσω θερινής ραστώνης, να δηλώσει ότι η Αθήνα θα χρειαστεί ένα τρίτο πακέτο βοήθειας. Πριν ο Σόιμπλε ανοίξει το στόμα του, οι Χριστιανοδημοκράτες έκαναν ό,τι μπορούσαν για ξεχαστεί το θέμα μέχρι τις εκλογές, αφού η προεκλογική τους στρατηγική ήταν επικεντρωμένη σε ένα και μόνο πρόσωπο: Αυτό της «συνετής μητέρας» Μέρκελ, που οδηγεί με σιγουριά το καράβι της Γερμανίας και της Ευρώπης μέσα από τις συμπληγάδες της κρίσης. Γιατί, λοιπόν, να θυμίσουν προεκλογικά στους ψηφοφόρους ότι κάτι δεν πάει καλά με τη διαχείριση της κρίσης; Με τις δηλώσεις του ο Σόιμπλε φάνηκε να τινάζει αυτή τη στρατηγική στον αέρα και εκνεύρισε πολλούς μέσα στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Ωστόσο, αφού άνοιξε το κουτί της Πανδώρας, δεν υπήρχε γυρισμός. Οι Σοσιαλδημοκράτες βρήκαν την ευκαιρία να επιτεθούν στη Μέρκελ, κατηγορώντας την ότι δεν λέει στους πολίτες την αλήθεια για τις ζοφερές προοπτικές της ελληνικής διάσωσης. Προέβλεψαν, μάλιστα, ότι το τρίτο πακέτο θα αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο (έως και 77 δισεκατομμύρια ευρώ) από αυτό που υπολογίζει ο Σόιμπλε (περί τα 11 δισ.) και επανέφεραν την πάγια θέση τους, ότι η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως αναπτυξιακά μέτρα, πλάι στις προσπάθειες για τη δημοσιονομική εξυγίανση. Άμεση ήταν η αντίδραση του υπουργείου Οικονομικών, το οποίο λίγο-πολύ τους κατηγόρησε ότι δεν ξέρουν να μετράνε, ενώ η Μέρκελ δεν μπήκε στην αντιπαράθεση των αριθμών. Αντίθετα, κατηγόρησε τους Σοσιαλδημοκράτες ότι αυτοί φταίνε για την κρίση, αφού έβαλαν ως μη όφειλαν την Ελλάδα στην ΟΝΕ το 2001. Κι ότι η ίδια μαζεύει απλά τα συντρίμμια τους και δεν μπορεί να το πετύχει μέσα σε μια νύχτα.

Η διαφοροποίηση της Αριστεράς...

Αυτά στο επικοινωνιακό επίπεδο. Στο ουσιαστικό τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά, όπως φάνηκε για μια ακόμη φορά στην εκπομπή που προείπαμε. Καλεσμένοι στο στούντιο ήταν τρεις πρόεδροι κοινοβουλευτικών ομάδων ο Φόλκερ Κάουντερ, των Χριστιανοδημοκρατών, ο Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ, των Σοσιαλδημοκρατών, και ο Γκρέγκορ Γκίζι της Αριστεράς. Ο πρώτος επανέλαβε την κλασική κυβερνητική γραμμή: να κάνει η Αθήνα τα «μαθήματά της», να συζητήσει το Eurogroup στα μέσα του 2014 ποιες ανάγκες χρηματοδότησης υπάρχουν και να αποφασίσει τότε για ένα τρίτο πακέτο. Παράλληλα, απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο κουρέματος του ελληνικού χρέους. Ο δεύτερος, ο Στάινμαϊερ, επισήμανε ότι τα λεφτά και τα ρίσκα είναι πολύ περισσότερα απ' όσο λέει η Μέρκελ, ότι οι καθυστερήσεις κάνουν κακό και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, και κυρίως ξεκαθάρισε ότι η Γερμανία δεν κάνει χάρη στην Ελλάδα με τα πακέτα διάσωσης, αλλά χάρη στον εαυτό της.

Η μόνη διαφορετική φωνή ήταν του Γκίζι. Άλλωστε, από το 2010 η Αριστερά είναι το μόνο κόμμα στη γερμανική Βουλή που δεν ψήφισε τα πακέτα διάσωσης. Ο Γκίζι είπε, λοιπόν, ότι τα πακέτα στήθηκαν για να σώσουν τις τράπεζες κι όχι τους Έλληνες, ότι τα προγράμματα διάσωσης τσάκισαν την ελληνική οικονομία και κοινωνία κι ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα τσακίσουν και τους πιστωτές, αφού η Ελλάδα δεν θα καταφέρει ποτέ να ξεπληρώσει αυτό το δυσβάστακτο χρέος.

... και η αγωνία της αποταμίευσης

Το ενδιαφέρον ήταν ότι η όλη εκπομπή στήθηκε πάνω στο ερώτημα που καίει πραγματικά τους Γερμανούς -και απέχει... ωκεανούς από τις αγωνίες των Ευρωπαίων του Νότου. Το ερώτημα είναι τι θα γίνει με τις αποταμιεύσεις που συρρικνώνονται από τα μηδενικά επιτόκια του ευρώ. Ο Χριστιανοδημοκράτης Κάουντερ εξέφρασε τη λύπη του, αλλά επισήμανε ότι τα μηδενικά επιτόκια της ΕΚΤ είναι απαραίτητα για να ξεπεραστεί η κρίση στον Νότο κι ότι «τι να κάνουμε, η ΕΚΤ είναι ανεξάρτητη και δεν μπορούμε να της επιβάλουμε να τα ανεβάσει». Ο Σοσιαλδημοκράτης Στάινμαϊερ ήταν πιο ειλικρινής. Ξεκαθάρισε ότι τα λεφτά που χάνουν οι Γερμανοί αποταμιευτές δεν τα κερδίζουν οι κάτοικοι του Νότου, αλλά ο γερμανικός προϋπολογισμός, αφού το Βερολίνο αναχρηματοδοτεί το χρέος του με μηδενικά επιτόκια. Και ο αριστερός Γκίζι θύμισε ότι το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ ευρωπαϊκού κέντρου και περιφέρειας, μεταξύ φτωχών και πλουσίων, που προωθείται με τις υφιστάμενες εσωτερικές και ευρωπαϊκές πολιτικές, απειλεί πολύ περισσότερο το μέλλον των ανθρώπων, από κάθε διακύμανση των επιτοκίων.

Η βαριά σκιά της Συρίας και η Αριστερά

Τα στρατηγεία των κομμάτων στο Βερολίνο σε ένα ζήτημα δίνουν την ίδια απάντηση. Ότι η Συρία δεν πρόκειται να αποτελέσει θέμα του προεκλογικού αγώνα, ότι είναι «κυνικό» να χρησιμοποιεί κανείς τον φόβο του πολέμου για να κερδίσει ψήφους, ότι με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή «δεν παίζουν». Ωστόσο, το θέμα της Συρίας είναι αναπόφευκτα στην ημερήσια διάταξη, οι εικόνες των παιδιών που δολοφονήθηκαν από τα χημικά έχουν συγκλονίσει την κοινή γνώμη -σε συνδυασμό με το ενοχικό ερώτημα «μήπως τα κατασκευάσαμε εμείς, η τρίτη κατά σειρά εξαγωγική δύναμη στα εξοπλιστικά»;- και ο φόβος ότι στήνεται μία ακόμη επέμβαση της Δύσης τύπου Ιράκ φουντώνει. Κάθε μέρα που περνάει αυξάνεται η πίεση στα κόμματα να πάρουν ξεκάθαρη θέση έναντι του διλήμματος «επέμβαση ή όχι» στο πλάι των συμμάχων.

Το μόνο κόμμα για το οποίο δεν τίθεται το δίλημμα είναι η Αριστερά, με μακριά παράδοση στο κίνημα ειρήνης. Από την πρώτη στιγμή ξεκαθάρισε ότι μια στρατιωτική επέμβαση στη Συρία θα είναι καταστροφική για τον συριακό λαό, κι ότι υποχρέωση της Γερμανίας είναι να πείσει τους συμμάχους να εντείνουν τις διπλωματικές πιέσεις τόσο στις αντιμαχόμενες πλευρές στη Συρία, όσο και στη Μόσχα και την Ουάσιγκτον, για να βρεθεί μια μη στρατιωτική λύση. Με σύνθημα «οι βόμβες δεν φέρνουν την ειρήνη» διοργάνωσε την πρώτη διαδήλωση έξω από την αμερικανική πρεσβεία στο Βερολίνο, ενώ ο συμπρόεδρος του κόμματος, Μπερντ Ρίξινγκερ, ανακοίνωσε ότι οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας θα συνεχιστούν.

Το άλλο κόμμα που έχει τις ρίζες του στο κίνημα ειρήνης, οι Πράσινοι, δυσκολεύονται λίγο παραπάνω στην τοποθέτησή τους. Άλλωστε κανείς δεν ξεχνάει ότι είχαν στηρίξει πριν από 14 χρόνια την επέμβαση στο Κόσοβο, για «ανθρωπιστικούς λόγους». Τώρα λένε ότι η γερμανική συμμετοχή σε μια επέμβαση στη Συρία μπορεί να συζητηθεί μόνο ως ύστατη λύση και μόνο εάν υπάρξει εντολή από τα Ηνωμένα Έθνη. Κι ελπίζουν να μη δώσει ποτέ το πράσινο φως το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Για την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ το δίλημμα είναι πολύ μεγαλύτερο. Από τη μια μεριά, ξέρει ότι οι Γερμανοί ψηφοφόροι απορρίπτουν μια επέμβαση της Δύσης στη Συρία και θυμάται πόσο χειροκρότησαν τον Σρέντερ όταν είχε πει το μεγάλο «όχι» στον πόλεμο του Μπους τζούνιορ στο Ιράκ. Από την άλλη πλευρά, όμως, θέλει να δείξει στους συμμάχους της ότι μπορούν να στηρίζονται στη Γερμανία, δεν θέλει να απομονωθεί όπως στην περίπτωση της επέμβασης στη Λιβύη. Το ιδανικό για τη Μέρκελ θα ήταν να μπορούσε να διαμεσολαβήσει μεταξύ Ομπάμα και Πούτιν, ώστε να βρεθεί μια διέξοδος έστω στο και πέντε, αλλά οι σχέσεις Βερολίνου-Μόσχας δεν είναι οι θερμότερες αυτή την περίοδο. Βέβαια, η Γερμανία δεν πρόκειται να συμμετάσχει με στρατιωτικές δυνάμεις σε μια επέμβαση στη Συρία -ούτε το θέλει, ούτε μπορεί επιχειρησιακά- ωστόσο ακόμη κι αν λειτουργήσει επικουρικά, π.χ. με τα αντιαεροπορικά της που έχει στείλει στην Τουρκία στα σύνορα με τη Συρία, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, δεν θα είναι αθώα του αίματος.

Μεγάλο είναι το δίλημμα και για τους Σοσιαλδημοκράτες, που δεν μπορούν να επαναλάβουν τόσο εύκολα το «όχι» του Σρέντερ. Αυτή τη φορά τα χημικά στη Συρία είναι πραγματικά -ακόμη κι αν δεν είναι σαφές ποιος τα έριξε- ενώ στην Ουάσιγκτον κουμάντο κάνει ο Ομπάμα κι όχι ο Μπους. Οπότε το μόνο που τους μένει είναι να ελπίζουν ότι «η αμερικανική κυβέρνηση διδάχτηκε από τον πόλεμο του Ιράκ», όπως λένε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0