Σπάνια ο χρόνος αναδεικνύεται στον αδιαφιλονίκητο πρωταγωνιστή μιας πολεμικής σύγκρουσης. Στην περίπτωση του Ιράν όμως αποτελεί ήδη τον πιο καθοριστικό παράγοντα. Κάθε δήλωση, κάθε αιφνιδιαστική στροφή, κάθε παράταση της εκεχειρίας μετρά λιγότερο ως στρατηγική επιλογή και περισσότερο ως προσπάθεια διαχείρισής του. Οι διαδοχικές κινήσεις, οι ελιγμοί και οι παλινωδίες του Ντόναλντ Τραμπ δεν αποκαλύπτουν, από αυτή την άποψη, μόνο τη σκόπιμα απρόβλεπτη διαπραγματευτική τακτική του Αμερικανού Προέδρου. Αντανακλούν μια βαθύτερη ανάγκη. Να κερδηθεί χρόνος σε έναν πόλεμο που αποδείχτηκε πολύ πιο απαιτητικός και δύσκολος απ’ όσο αρχικά είχε παρουσιαστεί.
Μέχρι και λίγες ώρες πριν από τη λήξη της εκεχειρίας που ανακοινώθηκε στις 8 Απριλίου, το σήμα που εξέπεμπε η Ουάσιγκτον ήταν σαφές: δεν πρόκειται να υπάρξει παράταση. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις επρόκειτο να ξεκινήσουν και πάλι με τις ενισχυμένες αμερικανικές δυνάμεις να παραμένουν σε ετοιμότητα. Και όμως, μέσα σε μια νύχτα το αφήγημα ανατράπηκε. Η εκεχειρία παρατάθηκε ουσιαστικά επ’ αόριστον από τον Τραμπ που επικαλέστηκε αίτημα της πακιστανικής ηγεσίας -που αποτελεί τον βασικό μεσολαβητή- για περισσότερο χρόνο και υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη παραμένει «διχασμένη» και χωρίς ενιαία διαπραγματευτική γραμμή.
Η προθεσμία για τον ίδιο τον Τραμπ
Η πίεση για τον Αμερικανό Πρόεδρο δεν προέρχεται ωστόσο μόνο από το πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, την ενεργειακή κρίση, την εκτόξευση του πολεμικού κόστους και τη δυσφορία της αμερικανικής κοινής γνώμης. Προέρχεται και από το ίδιο το αμερικανικό θεσμικό πλαίσιο. Με βάση τον νόμο περί πολεμικών εξουσιών του 1973, ο Πρόεδρος έχει περιθώριο 60 ημερών για να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου. Παρότι η επίθεση στο Ιράν ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, το Κογκρέσο ενημερώθηκε επισήμως στις 2 Μαρτίου. Από τότε επομένως ξεκινά και η συγκεκριμένη προθεσμία που λήγει την Πρωτομαγιά.
Μέχρι στιγμής, οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο έχουν μπλοκάρει συστηματικά κάθε προσπάθεια των Δημοκρατικών να θέσουν κάποιους φραγμούς ή να επιβάλουν θεσμικό έλεγχο στις επιχειρήσεις. Συνολικά, έχουν απορρίψει πέντε πρωτοβουλίες. Ωστόσο, αυτή η στάση ενδέχεται να μην παραμείνει αμετάβλητη. Ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι έχουν ήδη αρχίσει να διαφοροποιούνται, δηλώνοντας ότι δεν θα στηρίξουν τη συνέχιση των επιχειρήσεων χωρίς ρητή κοινοβουλευτική έγκριση. Άλλοι αφήνουν να εννοηθεί ότι η ισορροπία δυνάμεων μπορεί να αλλάξει μετά την προθεσμία, όταν η ευθύνη για τη συνέχιση του πολέμου θα καταστεί πολιτικά πιο ορατή.
Το θεσμικό πλαίσιο περιορίζει τα περιθώρια δράσης. Μετά το πέρας των 60 ημερών, ο Πρόεδρος έχει τρεις επιλογές: να ζητήσει έγκριση από το Κογκρέσο, να ξεκινήσει την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων ή να κάνει χρήση μιας εφάπαξ παράτασης 30 ημερών - η οποία όμως αφορά αποκλειστικά τη διευκόλυνση ασφαλούς αποχώρησης, όχι τη συνέχιση επιθετικών επιχειρήσεων.
Υπάρχει βεβαίως και το ενδεχόμενο παράκαμψης. Το 2011 ο Μπαράκ Ομπάμα συνέχισε τις επιχειρήσεις στη Λιβύη πέραν των δύο μηνών, υποστηρίζοντας ότι δεν συνιστούσαν «ενεργές εχθροπραξίες» με την έννοια που ορίζει ο νόμος. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει ήδη κινηθεί σε παρόμοια λογική στο παρελθόν: το 2019 άσκησε βέτο σε διακομματική απόφαση για τον τερματισμό της εμπλοκής στην Υεμένη, χαρακτηρίζοντάς την περιορισμό των συνταγματικών του αρμοδιοτήτων.
Δεν θα είναι όμως μια επιλογή χωρίς κόστος. Η παράκαμψη της προθεσμίας θα μπορούσε να προκαλέσει βαθιές ρωγμές ακόμη και στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικάνων, οι οποίοι μέχρι σήμερα έχουν προσφέρει ευρεία κάλυψη στην κυβέρνηση. Το όριο των 60 ημερών έχει ήδη καταγραφεί ως κρίσιμο σημείο αναφοράς. Και δύσκολα θα αγνοηθεί χωρίς συνέπειες. Σε αυτό το πλαίσιο, η παράταση της εκεχειρίας λειτουργεί ως μηχανισμός αποσυμπίεσης. Μεταθέτει τη σύγκρουση με το Κογκρέσο και αγοράζει χρόνο.
Καχύποπτη η Τεχεράνη
Απέναντι σε αυτή την τακτική η Τεχεράνη δεν βλέπει ευελιξία αλλά ασυνέπεια. Η εμπειρία της μονομερούς αποχώρησης των ΗΠΑ από τη συμφωνία του 2015 έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα. Και βέβαια υπάρχει το πρόσφατο παρελθόν των δύο επιθέσεων που ξεκίνησαν τη στιγμή που οι δύο πλευρές διαπραγματεύονταν. Για την Τεχεράνη, αυτό δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: η διαπραγμάτευση με τον Τραμπ δεν θεωρείται απλώς αναξιόπιστη αλλά και δυνητικά επικίνδυνη. Ο Πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν έχει προειδοποιήσει άλλωστε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να επαναλάβουν «μοτίβα εξαπάτησης», ενώ η διαπραγματευτική γραμμή της Τεχεράνης βασίζεται πλέον σε μικρά, αναστρέψιμα βήματα και διατήρηση κρίσιμων μοχλών πίεσης. Η προσέγγιση αυτή επιβραδύνει τη διαδικασία και έρχεται σε αντίθεση με την επιδίωξη της Ουάσιγκτον για ταχεία συμφωνία - ιδίως όσο πλησιάζει η προθεσμία της 1ης Μαΐου.
Το Στενό του Ορμούζ, το πραγματικό μέτωπο
Ενώ η διπλωματία και οι θεσμοί καθορίζουν τον ρυθμό, το βάρος του πολέμου μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στο πεδίο της ενέργειας και συγκεκριμένα στο Στενό του Ορμούζ. Η κίνηση πλοίων μέσω του Στενού έχει εξελιχθεί σε βασικό δείκτη της κρίσης. Από περίπου 130 πλοία την ημέρα πριν από τον πόλεμο, ο αριθμός είχε πέσει δραματικά - ακόμη και σε μονοψήφια επίπεδα, με ημέρες όπου καταγράφηκε μόλις η διέλευση ενός πλοίου. Ακόμη και όταν δημιουργήθηκαν προσδοκίες αποκλιμάκωσης, δεκάδες πλοία κινήθηκαν προς το πέρασμα μόνο για να αποσυρθούν ξανά μετά από επιθέσεις ή απειλές.
Το Ιράν έχει καταφέρει να διατηρήσει ουσιαστικό έλεγχο του Στενού, παρά τους χιλιάδες αμερικανικούς βομβαρδισμούς και τον ναυτικό αποκλεισμό. Επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, αυθαίρετοι περιορισμοί διέλευσης και η επιβολή συγκεκριμένων διαδρομών έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον αποκλεισμού. Οι συνέπειες είναι άμεσες. Περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και σημαντικό μέρος του φυσικού αερίου διέρχονταν από το Στενό. Η διαταραχή αυτή έχει οδηγήσει σε μείωση της παγκόσμιας προσφοράς κατά περίπου 10%, πυροδοτώντας αυξήσεις στις τιμές καυσίμων και ενέργειας διεθνώς.
Τα όρια της στρατιωτικής αντοχής
Την ίδια στιγμή, αναδύεται ένα πιο σιωπηλό αλλά εξίσου καθοριστικό όριο: η πραγματική αντοχή της αμερικανικής πολεμικής μηχανής. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το CNN, ο πόλεμος έχει οδηγήσει σε σημαντική μείωση κρίσιμων αποθεμάτων πυρομαχικών. Περίπου το 45% των πυραύλων ακριβείας έχει ήδη χρησιμοποιηθεί. Τα αποθέματα των πυραύλων THAAD έχουν μειωθεί τουλάχιστον κατά 50%, ενώ αντίστοιχη είναι η εικόνα για τα συστήματα Patriot. Οι πύραυλοι Tomahawk έχουν μειωθεί κατά περίπου 30%, ενώ και άλλα κρίσιμα οπλικά συστήματα, όπως οι SM-3, SM-6 και οι πύραυλοι αέρος-εδάφους μεγάλου βεληνεκούς, εμφανίζουν σημαντική φθορά, της τάξης του 20%. Τα στοιχεία αυτά μεταφράζονται σε συγκεκριμένα επιχειρησιακά διλήμματα. Οι αμερικανικές δυνάμεις στον Περσικό Κόλπο καλούνται να αντιμετωπίσουν έναν αντίπαλο που διαθέτει μεγάλες ποσότητες drones και βαλλιστικών πυραύλων, ενώ τα μέσα αναχαίτισης δεν είναι ανεξάντλητα.
Όπως σημείωσε ο γερουσιαστής Μαρκ Κέλι, η σύγκρουση μετατρέπεται σε «μαθηματικό πρόβλημα»: πόσο γρήγορα καταναλώνονται τα αποθέματα και πόσο γρήγορα μπορούν να αναπληρωθούν. Η αναπλήρωση, ωστόσο, δεν είναι άμεση. Το Πεντάγωνο έχει απευθύνει επείγοντα αιτήματα προς τη βιομηχανία όπλων, αλλά η παραγωγή προηγμένων συστημάτων απαιτεί χρόνο, συχνά ακόμα και χρόνια. Οι γραμμές παραγωγής δεν μπορούν να επεκταθούν γρήγορα, ενώ η εξάρτηση από εξειδικευμένα εξαρτήματα επιβραδύνει περαιτέρω τη διαδικασία.
Η σκιά της Κίνας
Το πιο κρίσιμο στοιχείο, βέβαια, είναι στρατηγικό. Τα διαθέσιμα αποθέματα πυρομαχικών επαρκούν για τη συνέχιση επιχειρήσεων κατά του Ιράν, αλλά όχι για μια σύγκρουση με έναν ισχυρότερο αντίπαλο όπως η Κίνα. Αυτό έχει ήδη προκαλέσει ανησυχία στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς η ικανότητα ταυτόχρονης διαχείρισης πολλαπλών κρίσεων περιορίζεται. Η παράταση της εκεχειρίας αποκτά έτσι και μια δεύτερη ανάγνωση. Δεν είναι μόνο πολιτική ή διπλωματική κίνηση. Είναι και μια έμμεση παραδοχή ότι η ένταση της σύγκρουσης δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον με τους ίδιους όρους.
Είναι σαφές ότι ο Λευκός Οίκος χρειάζεται χρόνο για να διαχειριστεί τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, να αντιμετωπίσει την καχυποψία της Τεχεράνης και να ανασυγκροτήσει τη στρατιωτική της ισχύ. Το Ιράν, από την πλευρά του, χρησιμοποιεί τον χρόνο για να διατηρήσει τους δικούς του μοχλούς πίεσης, κυρίως μέσω του ελέγχου του Στενού του Ορμούζ. Ο πόλεμος μετατρέπεται έτσι σε μια αναμέτρηση αντοχής. Όχι μόνο στρατιωτικής, αλλά πολιτικής και οικονομικής. Και σε αυτή την αναμέτρηση ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος παράγοντας. Μετρά διαφορετικά για τις δύο πλευρές. Όπως το έθεσε και ένας Ιρανός αξιωματούχος, η Ουάσιγκτον κοιτά το χρονόμετρο, ενώ η Τεχεράνη το ημερολόγιο.

Ασία: η πρώτη μεγάλη δοκιμασία της παγκόσμιας κρίσης
Διεθνείς οργανισμοί εκτιμούν πως αν η διαταραχή στη ροή ενέργειας και εμπορίου παραταθεί, αρκετές χώρες της περιοχής ενδέχεται να οδηγηθούν σε ύφεση και κοινωνικές εντάσεις
Τα μεγαλύτερα κύματα της κρίσης που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν χτυπούν ήδη βίαια την ασιατική ήπειρο. Σε λιμάνια, αεροδρόμια και βιομηχανικές ζώνες η κρίση γίνεται ήδη μέρος της καθημερινότητας. Δρομολόγια ακυρώνονται, γραμμές παραγωγής επιβραδύνονται και ολόκληρες οικονομίες χάνουν τον ρυθμό τους.
Όταν ξέσπασε η τελευταία σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι περισσότερες κυβερνήσεις της περιοχής προεξοφλούσαν σοβαρές αλλά σταδιακές επιπτώσεις από τη διατάραξη της πρόσβασης σε ένα κρίσιμο μερίδιο της παγκόσμιας προσφοράς ενέργειας. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή. Μέσα σε λίγες εβδομάδες οικονομίες που βασίζονται στην αδιάλειπτη ροή καυσίμων και εμπορευμάτων βρέθηκαν αντιμέτωπες με αιφνίδιους κραδασμούς που θυμίζουν, σε ένταση και εύρος, τις πρώτες φάσεις της πανδημίας. Ακόμη και αν υπάρξει σύντομα αποκλιμάκωση στο μέτωπο των συγκρούσεων, οι προοπτικές για τους επόμενους μήνες παραμένουν δυσοίωνες. Ακυρώσεις πτήσεων, αυξήσεις στις τιμές τροφίμων, καθυστερήσεις στις μεταφορές και ελλείψεις σε βασικά αγαθά συνθέτουν ένα νέο τοπίο. Από πλαστικά προϊόντα και τρόφιμα ταχείας κατανάλωσης μέχρι μικροτσίπ και ιατρικό εξοπλισμό, αγαθά που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αυτονόητα αρχίζουν να γίνονται λιγότερο διαθέσιμα και ακριβότερα.
Η εξάρτηση της περιοχής από την ενέργεια της Μέσης Ανατολής καθιστά την Ασία τον πιο άμεσο δέκτη των επιπτώσεων. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες -βαθιά αλληλένδετες και ιδιαίτερα ενεργοβόρες- άρχισαν να εμφανίζουν ρωγμές σχεδόν ακαριαία. Το αυξημένο κόστος καυσίμων δεν περιορίζεται στις μεταφορές· διαχέεται σε κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας, από τη γεωργία έως τη βαριά βιομηχανία. Ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας ενισχύει τη μεταβλητότητα των τιμών, καθιστώντας τον προγραμματισμό ολοένα και πιο δύσκολο για επιχειρήσεις και κυβερνήσεις.
Οι πρώτες ενδείξεις είναι ήδη ορατές. Η αεροπορική κίνηση έχει περιοριστεί δραστικά, με αεροπορικές εταιρείες να περικόπτουν δρομολόγια υπό το βάρος του αυξημένου κόστους καυσίμων και της αβεβαιότητας για την επάρκειά τους. Τουριστικές οικονομίες στη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία καταγράφουν απότομη πτώση της ζήτησης, ενώ απομακρυσμένες περιοχές οδηγούνται σε μια νέα μορφή απομόνωσης. Την ίδια στιγμή, η βιομηχανική παραγωγή επιβραδύνεται. Κλάδοι που εξαρτώνται από φυσικό αέριο και πετροχημικά προϊόντα -όπως η κλωστοϋφαντουργία, η μεταλλουργία και η παραγωγή ημιαγωγών- αντιμετωπίζουν ελλείψεις και αυξημένα κόστη. Ακόμη και φαινομενικά δευτερεύουσες ελλείψεις, όπως αυτή του ηλίου, αποδεικνύονται ικανές να προκαλέσουν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε κρίσιμους τομείς της παγκόσμιας τεχνολογικής παραγωγής. Το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει πόσο εύθραυστο είναι το διεθνές παραγωγικό σύστημα όταν διαταράσσονται κρίσιμοι κρίκοι της αλυσίδας που μέχρι πρότινος θεωρούνταν δεδομένοι.
Σε κοινωνικό επίπεδο, οι πιέσεις γίνονται ολοένα και πιο αισθητές. Η άνοδος των τιμών τροφίμων και ενέργειας διαβρώνει τα εισοδήματα, ιδιαίτερα σε χώρες με περιορισμένα δίκτυα κοινωνικής προστασίας. Εργαζόμενοι εγκαταλείπουν τα αστικά κέντρα επιστρέφοντας στην ύπαιθρο, ενώ μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται ήδη στα όρια της επιβίωσης. Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να απορροφήσουν τους κραδασμούς μέσω αυξημένου δανεισμού, επιβαρύνοντας τη δημοσιονομική τους κατάσταση και περιορίζοντας τα περιθώρια μελλοντικών παρεμβάσεων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, αν η διαταραχή στη ροή ενέργειας και εμπορίου παραταθεί, αρκετές χώρες της περιοχής ενδέχεται να οδηγηθούν σε ύφεση, συνοδευόμενη από κοινωνικές εντάσεις.
Η Ασία, που για δεκαετίες λειτουργούσε ως κινητήριος δύναμη της παγκόσμιας ανάπτυξης, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα σπάνιο φαινόμενο: μια κρίση που δεν ξεκίνησε εντός των συνόρων της αλλά απειλεί να αναδιαμορφώσει την οικονομική και κοινωνική της δυναμική. Αυτό που διακυβεύεται δεν αφορά μόνο την πορεία της Ασίας. Η περιοχή λειτουργεί ως καθρέφτης των ευρύτερων διεθνών εξελίξεων. Οι πιέσεις που εκδηλώνονται σήμερα εκεί -στις τιμές, στην παραγωγή, στην καθημερινότητα- αποτελούν μια πρώιμη ένδειξη για το πώς μπορεί να εξελιχθεί η κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο. Αν κάτι προκύπτει ξεκάθαρα από όσα συμβαίνουν, είναι ότι οι επιπτώσεις των γεωπολιτικών συγκρούσεων δεν περιορίζονται γεωγραφικά. Εξαπλώνονται μέσα από τα δίκτυα της παγκοσμιοποίησης με ταχύτητα και ένταση. Και αν η Ασία είναι σήμερα στην πρώτη γραμμή, δεν θα μείνει εκεί μόνη για πολύ.
