Live τώρα    
Los Angeles Times: Η Αμερική πρόδωσε την παγκόσμια αποστολή της
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Los Angeles Times: Η Αμερική πρόδωσε την παγκόσμια αποστολή της

Ο Τραμπ
ALESSANDRO DI MEO/EPA
ΑΝΑΛΥΣΗ

Με τον Αμερικανό πρόεδρο να εντείνει τις ωμές απειλές του κατά του Ιράν διακινδυνεύοντας χειρότερη κλιμάκωση στον ήδη αδιέξοδο πόλεμο, σε μια στάση που οι αναλυτές ερμηνεύουν ως αδυναμία του να ελέγξει την πορεία της σύγκρουσης, οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της Αμερικής για τον «πόλεμο επιλογής» του προέδρου, όπως αποκαλείται, κλιμακώνονται επίσης.

Ένα ακόμη ιδιαίτερα σκληρά επικριτικό άρθρο στους Los Angeles Times για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης Τραμπ και την απόφασή της να επιτεθεί στο Ιράν αποτυπώνει την εντεινόμενη δυσαρέσκεια και τις σοβαρές ενστάσεις της αμερικανικής κοινής γνώμης. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο Άνατολ Λίβεν, διευθυντή του τμήματος Ευρασίας στο Ινστιτούτο Quincy για την Υπεύθυνη Πολιτική, η στρατιωτική αντιπαράθεση της κυβέρνησης Τραμπ με το Ιράν έχει πυροδοτήσει μια κρίση που πλήττει ακριβώς τον πυρήνα του παγκόσμιου ηγεμονικού ρόλου των ΗΠΑ: Τη διαχρονική δέσμευση της Αμερικής στην προστασία του παγκόσμιου εμπορίου. Υπό διαρκή επίκληση για να δικαιολογηθεί η αμερικανική πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο σύστημα, ειδικά σε ό,τι αφορά στη διασφάλιση της ομαλότητας των ενεργειακών ροών του Περσικού Κόλπου, αυτή η αρχή υπονομεύεται τώρα από έναν πόλεμο περιττό και απερίσκεπτο, γράφει ο Λίβεν.

Παρά τις σαφείς προειδοποιήσεις ότι μια επίθεση στο Ιράν θα προκαλούσε αντίποινα σε ζωτικές ναυτιλιακές οδούς όπως το Στενό του Ορμούζ, η Ουάσιγκτον συνέχισε, εκθέτοντας τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό σε κατάσταση σοβαρής διαταραχής. Οι σύμμαχοι της Αμερικής στην Ευρώπη και την Ασία, αντιμετωπίζοντας τις σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου, επιρρίπτουν ολοένα και περισσότερο την ευθύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αντίθεση με τις παγκόσμιες δυνάμεις του παρελθόντος όπως η Βρετανική Αυτοκρατορία που προστάτευαν τη σταθερότητα του παγκόσμιου εμπορίου ως βασικό συμφέρον τους, οι ΗΠΑ λειτουργούν σήμερα ως πηγή αστάθειας. Το αποτέλεσμα, αναφέρει ο αρθρογράφος, δεν είναι μόνο ένας λανθασμένος γεωπολιτικός υπολογισμός αλλά και μια βαθιά διάβρωση της νομιμοποίησης της αμερικανικής κυριαρχίας στη διεθνή τάξη.

Ακολουθεί αναλυτικά το άρθρο των LA Times. 

Η Αμερική πρόδωσε την παγκόσμια αποστολή της

Για πολλά χρόνια, το κατεστημένο στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ είχε αναγάγει την ασφάλεια του παγκόσμιου εμπορίου σε βασικό επιχείρημά του για τα οφέλη της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ και την ανάγκη διατήρησης της. Αυτό το επιχείρημα έχει συχνά διατυπωθεί με συγκεκριμένη αναφορά στην ασφάλεια των ενεργειακών ροών του Περσικού Κόλπου, κάτι που ήταν επίσης ένας από τους βασικούς λόγους που συνηγορούσαν υπέρ της ανάγκης διατήρησης στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ στη περιοχή.

Η κυβέρνηση Τραμπ καταστρέφει τώρα αυτόν τον πυλώνα της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και τη διεθνή νομιμοποίησή της και το κάνει αυτό με την υποστήριξη της πλειοψηφίας των Ρεπουμπλικάνων στο Κογκρέσο και εκείνων από τον κόσμο των δεξαμενών σκέψης. Το ότι το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ και οι επιθέσεις στην παραγωγή ενέργειας των αραβικών χωρών του Κόλπου προέρχονται από το Ιράν, είναι αλήθεια. Είναι όμως κάτι άσχετο.

Αυτός ήταν καθαρά ένας πόλεμος επιλογής εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης. Δεν υπήρχε καμία άμεση ή έστω υπαρκτή απειλή από το Ιράν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση είχε προηγουμένως ισχυριστεί ότι οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, πέρυσι, είχαν καταστρέψει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Ωστόσο, ούτε αυτές οι επιθέσεις ούτε η δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί από την κυβέρνηση Τραμπ τον Ιανουάριο του 2020 είχαν οδηγήσει σε ιρανικά αντίποινα κατά του δικτύου εξαγωγών ενέργειας του Περσικού Κόλπου.

Αγνοώντας τις προειδοποιήσεις

Η ιρανική κυβέρνηση και αναρίθμητοι Δυτικοί εμπειρογνώμονες - και, όπως φαίνεται, αρκετές αραβικές κυβερνήσεις του Κόλπου - είχαν ωστόσο επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι μια ολοκληρωτική επίθεση κατά του Ιράν από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ θα οδηγούσε σε αντίποινα. Αυτή η προειδοποίηση δεν θα ήταν διόλου δύσκολο να κατανοηθεί από την κυβέρνηση Τραμπ.

Δεδομένης της δυσκολίας στοχοποίησης αμερικανικών και ισραηλινών πολεμικών πλοίων, (τα αντίποινα) ήταν ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος με τον οποίο το Ιράν θα μπορούσε να αντιδράσει. Είναι επίσης μια εύκολη στρατηγική λόγω της στενότητας του Στενού του Ορμούζ και της ευπάθειας των υποδομών παραγωγής ενέργειας των αραβικών χωρών του Κόλπου. Εκτός από την προφανή παρανομία της έναρξης αυτού του πολέμου, η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ έδειξε επίσης βαθιά απερισκεψία, ανικανότητα, ανευθυνότητα και έλλειψη προνοητικότητας.

Συνεπώς, είναι φυσικό και απολύτως σωστό χώρες σε όλο τον κόσμο -συμπεριλαμβανομένων βασικών συμμάχων των ΗΠΑ στην Ευρώπη και την Ασία- να κατηγορούν τον Πρόεδρο Τραμπ για την τρέχουσα κρίση στο παγκόσμιο εμπόριο και την επικείμενη καταστροφή των οικονομιών τους. Αδιαφορώντας για την παγκόσμια οικονομία και την οικονομική ασφάλεια των δικών της στενότερων συμμάχων, η κυβέρνηση Τραμπ έχει καταστρέψει έναν κεντρικό πυλώνα που υποστηρίζει τη διεθνή νομιμότητα της (ηγεμονικής)  ισχύος των ΗΠΑ.

Από τότε που οι ΗΠΑ κληρονόμησαν τον ρόλο τους ως εγγυητές του παγκόσμιου εμπορίου και του εμπορίου του Περσικού Κόλπου από τη Βρετανία στις δεκαετίες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι ενδιαφέρον να συγκρίνουμε την προσέγγιση του Τραμπ με εκείνη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό επέβαλε εμπορικά εμπάργκο προκειμένου να ασκήσει πίεση σε διάφορα μικρά κράτη αλλά ποτέ δεν απείλησε κανέναν ζωτικό τομέα του παγκόσμιου εμπορίου στο σύνολό του.

Αναπόφευκτες συγκρίσεις

Θα ήταν τρελό εκ μέρους της βρετανικής κυβέρνησης να πράξει κάτι τέτοιο δεδομένου ότι η Βρετανία ήταν (τότε) η κορυφαία εμπορική και χρηματοοικονομική δύναμη παγκοσμίως. Η μόνη φορά που η Βρετανία επέβαλε ποτέ αποκλεισμό σε μια ζωτική περιοχή του παγκόσμιου εμπορίου ήταν εναντίον της Γερμανίας και των συμμάχων της στη διάρκεια του Πρώτου και του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτοί ήταν πραγματικά πόλεμοι υπαρξιακής σημασίας που η Βρετανία δεν είχε επιδιώξει, συγκρούσεις από επιλογή για ασαφείς, απερίσκεπτους και μη ρεαλιστικούς σκοπούς.

Μια πτυχή της εποπτείας που ασκούσε η Βρετανική Αυτοκρατορία στο παγκόσμιο εμπόριο ήταν η καταστολή της πειρατείας από το Βασιλικό Ναυτικό, έναν ρόλο που κληρονόμησε και το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ. Στον νοτιοανατολικό Περσικό Κόλπο - γνωστό στους Βρετανούς κατά τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα ως η «Πειρατική Ακτή» - αυτή η στρατηγική περιελάμβανε τον εξαναγκασμό των τοπικών Αράβων σεΐχηδων να υπογράψουν συνθήκες εκεχειρίας με τη Βρετανία, αλλά και μεταξύ τους, οι οποίες περιελάμβαναν την εγκατάλειψη της πειρατείας.

Αυτές οι «εκεχειρίες» οδήγησαν στην ονομασία της περιοχής που βρίσκονταν υπό βρετανική εντολή σε «Κράτη της Εκεχειρίας». Μετά το τέλος του βρετανικού προτεκτοράτου το 1971, αυτά τα κράτη ενώθηκαν για να σχηματίσουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ωστόσο, δεν επέστρεψαν ποτέ στο πειρατικό παρελθόν τους.

Συνεπώς, η Βρετανική Αυτοκρατορία χρησιμοποίησε βία και την απειλή χρήσης βίας για να εδραιώσει μια περιφερειακή τάξη στον Περσικό Κόλπο. Οι ΗΠΑ, τόσο με τις δικές τους ενέργειες όσο και με την άδεια που έχουν παραχωρήσει στο Ισραήλ, έχουν καταστεί μια δύναμη αταξίας στον Περσικό και στη Μέση Ανατολή στο σύνολό της, και η προκύπτουσα οικονομική ζημία δεν είναι περιφερειακή αλλά παγκόσμια.

Το παράδειγμα της Κίνας

Αντιθέτως, η Κίνα αρχίζει να μοιάζει πλέον με πρότυπο σύνεσης και ευθύνης. Η μόνη περιοχή όπου έχει ενεργήσει επιθετικά είναι στην άμεση γειτονιά της και ακόμη και εκεί, κληρονόμησε τις εδαφικές διεκδικήσεις από προηγούμενες κινεζικές κυβερνήσεις. Η μοναδική (από τις διεκδικήσεις της) που μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματικά παράνομη με βάση τα παγκόσμια και ιστορικά δεδομένα, είναι η διεκδίκηση ολόκληρης της Νότιας Σινικής Θάλασσας.

Κανένα κράτος στην Αφρική, την Ευρώπη ή τη Λατινική Αμερική δεν χρειάζεται να φοβάται επίθεση από την Κίνα ή κάποιον σύμμαχο της Κίνας. Στη Μέση Ανατολή, παρά την όλη κουβέντα που γίνεται στη Ουάσιγκτον για μια «Συμμαχία Απολυταρχιών» ή έναν «Άξονα Αναταραχής», το Πεκίνο μέχρι στιγμής έχει φροντίσει να μην εξοπλίσει το Ιράν και να μην υποκινήσει περιφερειακές συγκρούσεις ή να εκμεταλλευτεί τις δυσκολίες της Αμερικής στη περιοχή.

Όπως οι Κινέζοι αρέσκονται να τονίζουν κατ' ιδίαν, το μόνο ζωτικό συμφέρον τους στη Μέση Ανατολή είναι η ελεύθερη και ασφαλής ροή της ενέργειας και άλλων ζωτικών αγαθών όπως τα λιπάσματα, ένα εμπόριο που πρέπει να διασφαλιστεί από την περιφερειακή ειρήνη. 

Αυτό είναι ένα συμφέρον που μοιράζεται η Κίνα με τη Μέση Ανατολή και τον υπόλοιπο κόσμο. Η μεγαλύτερη πολιτική πρωτοβουλία της Κίνας στην περιοχή ήταν μια προσπάθεια το 2023 να ενισχύσει την ασφάλεια του Περσικού Κόλπου προωθώντας την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας.

Σύμφωνα με τα λόγια του πρώην Ινδού Υπουργού Εξωτερικών S. Jaishankar το 2020, «τα τελευταία 20 χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες πολεμούν αλλά δεν νικούν στη Μέση Ανατολή, και η Κίνα νικά αλλά δεν πολεμά στη Μέση Ανατολή».

Η Κίνα παρουσιάζεται ως δύναμη σταθερότητας στον κόσμο και μεγάλο μέρος του κόσμου την ακούει. Σχολιαστές και αναλυτές στην Ουάσιγκτον έχουν ολοένα και περισσότερο εμμονή με το ερώτημα του, πότε και πώς η Κίνα στοχεύει να αντικαταστήσει την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ. Δεν το κάνει, τουλάχιστον όχι με τη μορφή της υπερ-στρατιωτικοποιημένης πρωτοκαθεδρίας που ασκεί σήμερα η Ουάσιγκτον. Είναι επίσης λανθασμένο το ερώτημα αυτό. Αυτό που θα έπρεπε να αναρωτιέται το αμερικανικό κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας δεν είναι αν η Κίνα στοχεύει να αφαιρέσει την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, αλλά αν οι ΗΠΑ αξίζουν να την διατηρήσουν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0