Αυτές τις μέρες η Άνγκελα Μέρκελ θα πρέπει να είναι πολύ χαρούμενη που δεν είναι πια καγκελάριος. Που δεν είναι η «ηγέτιδα του δυτικού κόσμου», όπως την είχε χρίσει ο Μπάρακ Ομπάμα μόλις παρέδωσε την προεδρία των ΗΠΑ στον Ντόναλντ Τραμπ το τόσο κοντινό και τόσο μακρινό 2017. Σήμερα η 70 χρόνων Μέρκελ είναι μια συνταξιούχος που δεν χρειάζεται να ασχολείται ούτε με τα προβλήματα της γερμανικής οικονομίας, ούτε με τον πόλεμο της Ουκρανίας, ούτε με τη νέα κούρσα των εξοπλισμών και την απόφαση του ΝΑΤΟ να ανεβάσει σε δυσθεώρητα ύψη τις αμυντικές δαπάνες, ούτε με τους εμπορικούς πολέμους που σχεδιάζει στη δεύτερη θητεία του ο Τραμπ. Δεν χρειάζεται να σπάει το κεφάλι της για το πώς θα κολακέψει τον Αμερικανό Πρόεδρο, όπως κάνει ο νυν καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος, πάντως, έχει φάει τη σκόνη του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε στον ανταγωνισμό για το πιο χαμερπές γλείψιμο. Σήμερα η Μέρκελ δεν χρειάζεται να τρέχει με τον διάδοχο του Φρανσουά Ολάντ στο Μινσκ προσπαθώντας να πείσει τον Πούτιν να σταματήσει τις επιθέσεις του στην Ουκρανία. Όπως δεν χρειάζεται να υποχρεώνει τον ευρωπαϊκό Νότο να υπακούει στις αποφάσεις του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου ούτε να παίζει τον καλό και τον κακό μπάτσο με τον μακαρίτη Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για να αναγκάζει την Ελλάδα «να κάνει τα μαθήματά της» και να σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.
Μόνο μία υποχρέωση έχει σήμερα η Άνγκελα Μέρκελ: να πλασάρει την αυτοβιογραφία της εντός και εκτός των γερμανικών συνόρων. Γι’ αυτό άλλωστε θα είναι στις 2 Ιουλίου στην Αθήνα, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Οικοδεσπότες της παρουσίασης είναι η εφημερίδα Καθημερινή και ο Αλέξης Παπαχελάς. Η επί 16 χρόνια καγκελάριος θα παρουσιάσει και στην Ελλάδα τα πολιτικά της απομνημονεύματα, που κυκλοφορούν στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, και θα απαντήσει στις ερωτήσεις του διευθυντή της εφημερίδας Καθημερινή Αλέξη Παπαχελά για το βιβλίο και την προσωπική της διαδρομή. Πρωτίστως όμως θα υπερασπιστεί την υστεροφημία της τόσο απέναντι στο ελληνικό κοινό, το οποίο δεν τρέφει και τη μεγαλύτερη αγάπη για την επί σειρά ετών «ισχυρότερη γυναίκα του κόσμου», όσο και απέναντι στο γερμανικό κοινό, το οποίο όσο περνάει ο καιρός αμφισβητεί όλο και περισσότερο τα πεπραγμένα της «μητερούλας». Εν έτει 2025 όλο και περισσότεροι Γερμανοί εγκαλούν τη Μέρκελ ότι με την πολιτική της, κυρίως στο προσφυγικό ζήτημα, συνέβαλε στο να θεριέψει η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), ενώ διαβάζουν εκ των υστέρων τα 16 χρόνια της παντοδυναμίας της ως χρόνια επικίνδυνης ακινησίας, τα αποτελέσματα της οποίας τώρα υφίστανται.
Η μάνατζερ της κρίσης…
Από τα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου, όταν πρωτοκυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία της με τίτλο «Ελευθερία», η Μέρκελ παρουσίασε το βιβλίο της σε πολλές γερμανικές πόλεις και σε πολλές χώρες. Το παρουσίασε στις ΗΠΑ, στο πλάι του Ομπάμα, αλλά και στο Παρίσι, στη Βαρκελώνη, στο Μιλάνο και στο Άμστερνταμ. Το πέρασμα από την Αθήνα ωστόσο έχει μια ιδιαιτερότητα. Σε καμία άλλη χώρα η Μέρκελ δεν έπαιξε τόσο μεγάλο ρόλο στην εσωτερική πολιτική, σε καμία άλλη ξένη χώρα δεν βρέθηκε τόσες πολλές φορές στα πρωτοσέλιδα. Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και των Μνημονίων η Γερμανία της Μέρκελ έγινε η πιο μισητή χώρα για τους Έλληνες - και το πέρασμα από την καγκελαρία η πιο σκληρή δοκιμασία για τους Έλληνες πρωθυπουργούς. Η Μέρκελ, ως… μάνατζερ της ευρωκρίσης -η οποία, πάντως, συστηματικά καθυστερούσε κρίσιμες αποφάσεις στο ευρωπαϊκό επίπεδο για να μην χάσει το κόμμα της στις συνεχείς τοπικές εκλογές στη Γερμανία-, έκανε δύσκολη τη ζωή του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Ωστόσο με τον τελευταίο, με τον οποίο είχε και τις πιο έντονες ιδεολογικές κόντρες, απέκτησε σύντομα μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού.
Στο βιβλίο της η Μέρκελ αναφέρεται αναλυτικά στην Ελλάδα και στην κρίση των Μνημονίων, τα οποία βεβαίως ονομάζει «προγράμματα διάσωσης του ευρώ». Αναφέρεται και στην πρώτη της κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Αλέξη Τσίπρα στην καγκελαρία στις αρχές του 2015: «Ήμουν περίεργη τι είδους προσωπικότητα είχε. Ήταν είκοσι χρόνια νεότερός μου. Μέχρι τότε είχαμε μιλήσει δύο φορές στο τηλέφωνο με διερμηνείς και είχαμε συναντηθεί στις Βρυξέλλες. Εκεί είχαμε βρεθεί μόνο για λίγο σε δύο συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Εκεί τον συμπάθησα, περισσότερα δεν μπορούσα όμως να πω» αναφέρει για την πρώτη τους επίσημη συνάντηση στην καγκελαρία και συνεχίζει: «Απ’ όσο θυμάμαι, τόνισα στη συνομιλία με τον Τσίπρα ότι είχα κάθε πρόθεση να παραμείνει η Ελλάδα μέλος της Ευρωζώνης. Το καλοκαίρι του 2012 είχα ήδη σκεφτεί πολύ τα επιχειρήματα εκείνων που ήθελαν η Ελλάδα να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη. Δεν μπορούσαν να με πείσουν».
Θα έχει ενδιαφέρον λοιπόν να ακούσουμε την Τετάρτη τις ερωτήσεις του διευθυντή της ναυαρχίδας των «Μένουμε Ευρώπη» στη Μέρκελ για το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 και τις απαντήσεις της πρώην καγκελαρίου.
…και η ηρωίδα του Προσφυγικού
Για την ίδια τη Μέρκελ θα είναι πιο δύσκολες οι ερωτήσεις για την προσφυγική κρίση και για το ηρωικό «Wir schaffen das» («Θα τα καταφέρουμε») που είπε στους πολίτες της όταν άνοιξε τα σύνορα της Γερμανίας στους πρόσφυγες από τη Συρία το φθινόπωρο του 2015. Εκείνον τον Σεπτέμβριο η Χριστιανοδημοκράτισσα Μέρκελ έσωσε την ανθρωπιστική τιμή της Ευρώπης όταν η μία χώρα μετά την άλλη έκλειναν τα σύνορά τους στης Γης τους κολασμένους - κι άφηναν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους εγκλωβισμένους στη λάσπη του βαλκανικού διαδρόμου. Εκείνο το φθινόπωρο πέρασαν σχεδόν 1 εκατομμύριο πρόσφυγες μέσω των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, της Ειδομένης και των Δυτικών Βαλκανίων στην Κεντρική Ευρώπη, με τους περισσότερους να βρίσκουν προστασία στη Γερμανία. Σε μια Γερμανία η οποία για μερικούς μήνες έδειξε το πιο όμορφό της πρόσωπο, φιλόξενο, γενναιόδωρο και αλληλέγγυο. Το θαύμα δεν κράτησε πολύ όμως. Οι δυσκολίες στη διαχείριση των προσφύγων αλλά και η ακροδεξιά προπαγάνδα οδήγησαν σε αλλαγή του κλίματος. Πολλοί Γερμανοί, μεταξύ των οποίων μεγαλοστελέχη του κόμματος της Μέρκελ, ακόμη και ο νυν καγκελάριος Μερτς, κατηγορούν και σήμερα την πρώην καγκελάριο γι’ αυτό το «θα τα καταφέρουμε». Και υιοθετούν την αντιπροσφυγική και αντιμεταναστευτική ατζέντα της Ακροδεξιάς ελπίζοντας πως έτσι θα φρενάρουν την περαιτέρω άνοδό της. Ξεχνώντας ότι οι ψηφοφόροι συνήθως προτιμούν το ορίτζιναλ και όχι τις απομιμήσεις.