ΤΟΥ ALBERTO ASOR ROSA
Ατελείωτα είναι αυτά που θα έπρεπε να έχουμε καταλάβει και δεν καταλάβαμε. Αλλά πριν επιχειρήσουμε να φτάσουμε στον πυρήνα θα ήθελα να κάνω μερικές παρατηρήσεις κόντρα στο ρεύμα. Εντυπωσιάστηκα από τη ζωηρή πολεμική και την απροκάλυπτη ικανοποίηση με τις οποίες ορισμένοι σχολιαστές κάθε είδους χαιρέτισαν στην τηλεόραση και στον Τύπο την αποτυχία της προσπάθειας που επιχειρήθηκε από Μπερσάνι και Βέντολα να πετύχουν μια πλειοψηφία αυτάρκη, τόσο στη Βουλή όσο και στην Γερουσία.
Μια τέτοια συμμαχία, αν δεν λαθεύω, προέκυψε παρ' όλα ταύτα ως η πρώτη ανάμεσα στις παρόμοιας φύσης τόσο στη Βουλή όσο στη Γερουσία, και στη Βουλή, που με την αρωγή του εκλογικού νόμου (του αποκαλούμενου porcello) διαθέτει την απόλυτη πλειιοψηφία των εδρών. Δεν απομακρύνεται κανείς από την αλήθεια υποθέτοντας πως το μεγαλύτερο μέρος εκείνων των δημοσιογράφων και σχολιαστών ήταν υπέρ ενός αποτελέσματος που να υποχρέωνε να πλαισιωθεί το διόλου ξέχειλο αποτέλεσμα της Κεντροαριστεράς από τη συναίνεση, απαραίτητη και αξιόπιστη ή μάλλον πρακτικά κυρίαρχη, του καθηγητή Μόντι. Αυτό, όμως, δεν συνέβη: θα έλεγα ότι πρυτανεύει η κυρίαρχη ευθύνη της λίστας Μόντι που αναδύθηκε από τη μίζερη ψήφο, περισσότερο απ' ότι για τη λίστα της Κεντροαριστεράς των Μπερσάνι - Βέντολα. Και όλα αυτά μετά από μια προεκλογική εκστρατεία που παίχτηκε εξ ολοκλήρου απ' όλους τους άλλους βασικούς πρωταγωνιστές -Μπερλουσκόνι, Γκρίλο και σε όχι μικρότερο βαθμό από τον ίδιο τον Μόντι- με στόχο να φράξουν το δρόμο στον "εφικτό μεταρρυθμισμό" των Μπερσάνι και Βέντολα: οι επιθέσεις του Μπερλουσκόνι στην επιστροφή στην εξουσία των κομμουνιστών και εκείνες, όλο λιγότερο επονείδιστες, του καθηγητή Μόντι στο "κόμμα που γεννήθηκε το 1921" κατευθύνθηκαν ενστικτωδώς όλες προς αυτή την κατεύθυνση.
Τώρα όμως αυτή η Κεντροαριστερά πρέπει να τα καταφέρει μόνη της, και δεν ισχύει πως αυτό δεν είναι πλεονέκτημα. Δεν θα ήθελα να ξεθάψω την τετριμμένη θεωρία του μισοάδειου και μισογεμάτου ποτηριού, αλλά στην πολιτική, αν δεν βλέπεις το ποτήρι μισογεμάτο, δεν θα καταφέρεις να αντιμετωπίσεις και να επιλύσεις το πρόβλημα του μισοάδειου ποτηριού (είμαι κουρασμένος, ψόφιος θα έλεγα, με εκείνους τους ευφυείς φίλους και συντρόφους που δεν κάνουν άλλο παρά να κλαίγονται για τις ζημιές που εμείς οι ίδιοι προκαλέσαμε στον εαυτό μας, που κλαίγονται πάνω στα ερείπια με τα οποία μας τυχαίνει, ανεπανόρθωτα, να αναμετρηθούμε). Ε, λοιπόν, εγώ το βλέπω κατ' αυτόν τον τρόπο.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ή μάλλον οφείλει, σύμφωνα με ένα, συνταγματικό κανόνα, να αναθέσει την ευθύνη σχηματισμού κυβέρνησης σε έναν από τους ηγέτες της συμμαχίας που σε ένα από τα δυο σώματα έχει κατακτήσει μια βέβαιη πλειοψηφία: σε αυτή την περίπτωση θεωρώ, προφανώς, στην Κεντροαριστερά, που στη Βουλή διαθέτει μια απολύτως απρόσβλητη. Στον Μπερσάνι, επομένως: ή σε κάποιον άλλο; Προσωπικά θεωρώ πως θα ήταν λάθος να αλλαχθεί ο Μπερσάνι με κάποιον άλλο. Ο Μπερσάνι οδήγησε κατά τρόπο μη διφορούμενο τη συμμαχία σε αυτό το αποτέλεσμα (το μισογεμάτο ποτήρι): η αλλαγή του θα συνιστούσε μια μη ζητηθείσα απολογία για ό,τι καλό ή κακό έγινε έως τώρα, μια ανώφελη δημόσια ομολογία αδυναμίας και σύγχυσης.
Πρέπει να ακολουθήσει μια καθαρή προγραμματική και θεσμική πρόταση. Απευθυνόμενη σε ποιον; Ας ξεκινήσουμε αποκλείοντας. Θα θεωρούσα στρατηγικό λάθος, προορισμένο να προκαλέσει καταστροφές ακόμα πιο σημαντικές, την ιδέα σχηματισμού μια μεγάλης συμμαχίας με την Κεντροδεξιά. Αν αυτή η ιδέα άρχιζε να κυκλοφορεί και στη συνέχεια να επικρατεί στη συμμαχία της Κεντροαριστεράς, που δέκα εκατομμύρια Ιταλοί ψήφισαν για να επιτευχθεί το αντίθετο αποτέλεσμα, όλα θα κατέληγαν, απλά και καθαρά, χαμένα. Αλλά εγώ θα πήγαινα παραπέρα: θα πρέπει να πούμε με σαφήνεια, ή τουλάχιστον να αφήσουμε να εννοηθεί, ότι δεν ξέρουμε τι να τον κάνουμε τον καθηγητή Μόντι και την ατζέντα του τόσο ο ένας όσο και η άλλη είναι μια από τις κυρίαρχες αιτίες της τωρινής ιταλικής κρίσης (αν το είχαμε πει μήνες πριν, δεν θα χρειαζόταν να το πούμε τώρα με αυτόν τον τόνο μνησικακίας, ακόμα και περιφρόνησης, στη φωνή).
Τι μένει; Μα, νομίζω, το Κίνημα 5 Αστέρων (Movimento 5 Stelle). Προσοχή: Δεν μιλώ για μια κυβερνητική συμμαχία. Αυτό που όλοι (εγώ πρώτος) κατανοήσαμε από λίγο έως καθόλου είναι η άβυσσος που άνοιξε αυτές τις δυο τελευταίες δεκαετίες στην Ιταλία ανάμεσα στην παραδοσιακή πολιτικοθεσμική λογική που χαρακτηρίζει τους πάντες, όλα τα κόμματα, και τις νέες αντιλήψεις, πιο ευθείες και συμμετοχικές, της έννοιας του πολίτη. Επομένως δεν είναι από τη συμμαχία που πρέπει να εκκινήσουμε, αλλά από τις νέες αντιλήψεις και τα όσα αυτές φέρουν.
Άκουσα χθες τουλάχιστον είκοσι εκλεγέντες με το Κίνημα 5 Αστέρων για όσα θα ήθελαν να πάνε να υπερασπιστούν και να στηρίξουν στη Βουλή. Θα ήθελα να με πιστέψετε όταν παρατηρώ πως, τουλάχιστον σε εννιά στις δέκα περιπτώσεις, ήταν τα ίδια πράγματα, διατυπωμένα με την ίδια λογική και σχεδόν με τα ίδια λόγια, που οι άνθρωποι των επιτροπών του Δικτύου, που προσωπικά εκπροσώπησα ανάξια αυτά τα χρόνια, εκφράζουν τις απαιτήσεις και τα αιτήματά τους, μένοντας συχνά, αν και όχι πάντα, πεινασμένοι.
Γι' αυτό δεν πρέπει να πιάσουμε την υπόθεση από το κεφάλι αλλά από τα πόδια: αυτά από τα οποία χτίζεις και δίνεις περπατησιά σε ένα κατόρθωμα. Όμως η πρόταση δεν μπορεί να 'ναι ούτε ουδέτερη ούτε γενική (απροσδιόριστες αξίες ηθικής και δικαιοσύνης, στρατοσφαιρικές εκκλήσεις στην αλλαγή και λοιπά): πρέπει να επανέλθει στο συγκεκριμένο που χαρακτηρίζεται από την ώθηση που δίνει η πραγματικότητα και που η "πολιτική", δηλαδή τα κόμματα, έως τώρα παραγνωρίζουν. Δέκα προγραμματικά σημεία, τέλος πάντων, επί των οποίων να επικεντρωθεί από την αρχή η ζωή της νέας Βουλής. Δεν μου διαφεύγει ότι υπάρχει άλλο ένα επίπεδο πρωτεύοντος ενδιαφέροντος που για το Κίνημα 5 Αστέρων είναι για την ώρα εμβρυακό, ενώ για την Κεντροαριστερά είναι αποφασιστικό: πρόκειται προφανώς για την εργασία. Δυσχερέστατο, το γνωρίζω, να κλιθούν μαζί, αλλά άφευκτο, αν θέλουμε να βγάλουμε άκρη.
Για να συρράψουμε τις δυο ωθήσεις -μια που έρχεται, κάτι παραπάνω από αξιοπρεπώς, από ένα μακρινό παρελθόν και μια που εκδηλώνεται φασαριόζοκα από το χαοτικό παρών- θα χρειαστεί, πριν και από μια μεγάλη πολιτική επιτηδειότητα, μια νοητική διαθεσιμότητα 365 βαθμών. Ακόμα και η μορφή της κυβέρνησης θα έπρεπε να λάβει υπόψη ότι η συνομιλία με τα κυρίαρχα υποκείμενα άλλαξε φύση. Αποτρόπαια μια κυβέρνηση μόνον τεχνοκρατών. Αλλά και μια κυβέρνηση μόνον πολιτικών, υπ' αυτές τις συνθήκες, θα ήταν ολέθρια. Γιατί να μην σκεφτούμε μια κυβέρνηση που κάθε έξι μήνες προτείνει δέκα νέα, διαφορετικά, προγραμματικά σημεία και εναλλάσσει τους υπεύθυνους του οχήματος στη βάση των προγραμματικών προτεραιοτήτων που κάθε φορά αναδύονται;
Η υιοθέτηση κοινοβουλευτικών ή εξωκοινοβουλευτικών κριτηρίων επαλήθευσης είναι κάθε άλλο παρά αδύναμη, ακόμα και τεχνικά. Σε κάποιες περιφέρειες ήδη δοκιμάζεται, γιατί να μην ξεκινήσουμε να το κάνουμε και σε εθνικό επίπεδο; Η απόσυρση, αφεαυτής παράλογη, ως παρασύνθημα και ως όπλο μιας ομάδας εναντίον μιας άλλης, μπορεί να γίνει η αποτελεσματική λογική ενός αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος στο οποίο ο επαγγελματισμός θα καταλαμβάνει όλο και πιο περιορισμένο και ίσως, προοπτικά, όλο και πιο περιορισμένο χώρο.
Αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να κάνουμε. Αν δεν δοκιμάσουμε ή δεν γίνει εφικτό, τότε πρέπει να επιστρέψουμε στις κάλπες. Εγώ το βλέπω ως το άνοιγμα σε μια προοπτική χειρότερη από εκείνη με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι σήμερα. Ελπίζω αυτή τη συναίσθηση να τη συμμερίζονται όλοι εκείνοι που είναι πρωταγωνιστές σε αυτή την αποφασιστική καμπή.
Δημοσιεύθηκε στο "Il Manifesto", 27.2.2013
* Ο Alberto Asor Rosa είναι κριτικός λογοτεχνίας, συγγραφέας, καθηγητής ιταλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Ρώμης