Στο νέο του μυθιστόρημα με τον τίτλο «Νοσοκομείο Σωτηρία» ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης διερευνά τα όρια του πόνου: σε πρώτο επίπεδο του σωματικού, αλλά όχι μόνο. Του πόνου της απώλειας, της ανακάλυψης της ρευστότητας όλων όσα πριν θεωρούνταν δεδομένα -τίποτε δεν είναι δεδομένο, ακόμη και την ύστατη ώρα η ζωή κρύβει τις δικές της ανατροπές-, του επικείμενου αναπότρεπτου τέλους, του πόνου μιας ήττας προσωπικής που αντανακλά τη συλλογική ήττα μιας ολόκληρης εποχής σε επίπεδο φιλοσοφικό, ηθικό και αισθητικό. Γιατί ενώ ο συγγραφέας εκκινεί από το προσωπικό, εν προκειμένω από την ασθένεια και τη νοσηλεία στο Νοσοκομείο Σωτηρία του ήρωά του βιβλιοπώλη και συγγραφέα Μωυσή Παναγιωτίδη -alter ego του προφανώς, όπως δηλώνει η παιγνιώδης αναστροφή του ονόματός του-, καταφέρνει να ανοίξει, ψηφίδα την ψηφίδα, το πλάνο του και να αναψηλαφήσει τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία ενός αιώνα και βάλε, όπως αυτή εκφράζεται και περιέχεται μέσα από τις επιστρώσεις της μνήμης που κουβαλούν ο περίβολος, τα κτίσματα, τα δέντρα, η ατμόσφαιρα εντέλει ενός τόπου φορτισμένου που κρατά ακόμη και σήμερα κάτι από την υποβλητικότητά του. Μια υποβλητικότητα που προκύπτει από την «ιστορικότητά» του, η κάθε σπιθαμή του θαρρείς και κουβαλά Ιστορία: ένας ετερότοπος στιγματισμού και απομόνωσης, ένας τόπος εγκλεισμού, απόδρασης, εκτελέσεων, διαψεύσεων, ελπίδων και ήττας. Οι κακουχίες και τα πάθη του αριστερού κινήματος παρελαύνουν στις σελίδες του Χατζημωυσιάδη και, αν μπορώ να το πω έτσι, εναρμονίζονται -αν δεν τα περιλαμβάνουν κιόλας- με τα πάθη του ήρωά του.
Ο συγγραφέας «εκμεταλλεύεται» συγγραφικά αυτή την ένταση του χώρου -ο χώρος ήταν, είναι και θα είναι μια επικράτεια του πόνου- και συγχρόνως μέσω της μαεστρίας του, του ελέγχου του υλικού του, της ποιότητας της γραφής του αναπλάθει αυτή την ένταση, τη δημιουργεί εκ νέου, την εφευρίσκει ξανά και ξανά, μετατοπίζοντάς την στη συνείδηση του Μωυσή, μέσα στο κινητικό, διαρκώς παλλόμενο μυαλό του, κάνοντας το Νοσοκομείο Σωτηρία τον καμβά, το σκηνικό όπου εναποθέτει τον πικρό στοχασμό του. Γιατί πρόκειται για ένα βαθιά στοχαστικό μυθιστόρημα: το μεγαλύτερο μέρος της γοητείας που ασκεί έχει να κάνει με την πάλη του νου να κατανοήσει, να οριοθετήσει τα όρια του εαυτού σε σχέση με τους άλλους, όσους βρίσκονται ακόμη γύρω του και όσους έφυγαν οριστικά, όσους τον καθόρισαν, όσους τον διαμόρφωσαν -είτε μέσω προσωπικών βιωμάτων είτε μέσω διαβασμάτων-, όσους μετά το φευγιό τους άφησαν ένα κενό που εμπεριέχει το τραύμα.
Η Αγγελική, η γυναίκα του Μωυσή, ήθελε να γράψει ένα μυθιστόρημα για δύο ποιήτριες: τη Μαρία Πολυδούρη και τη σχεδόν άγνωστη Φιλησία Στάθη-Πουλιοπούλου. Μετά τον θάνατό της ο Μωυσής προσπαθεί να συνεχίσει το έργο της. Και εδώ αρχίζει να κεντάει ο Χατζημωυσιάδης. Προφανώς βασιζόμενος σε ενδελεχή έρευνα, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα πυκνό περιεκτικό συνεκτικό μυθιστόρημα, όπου μέσα στην αφήγηση εγκιβωτίζονται ποιήματα, επιστολές, άρθρα, ιστορικά τεκμήρια, τραγούδια, μαρτυρίες, συνομιλία με άλλα κείμενα και, κυρίως, με το «Κοινόβιο» του Χάκκα, σχηματίζοντας ένα παλίμψηστο, κάνοντας αναφορές σε πλειάδα προσώπων -Ρίτσος, Μπέλλου, Ιωσήφ Ραυτόπουλος, Νίκος Μπελογιάννης, Νίκος Πλουμπίδης-, όπως και σε μια σειρά ιστορικών γεγονότων, με αναφορές στον πόλεμο και στον Εμφύλιο -εκτέλεση 283 ανάπηρων πολέμου από τα Τάγματα Ασφαλείας, απόδραση των 56 Ακροναυπλιωτών κομμουνιστών-, αλλά αντί να δώσει ένα στεγνό, πλήρους τεχνικής -είναι και τέτοιο- μυθιστόρημα, δίνει σελίδες ρίγους και υψηλής συγκίνησης. «Έμπλεος ποίησης και Ιστορίας» ο Μωυσής. Το ίδιο και η μεταμυθοπλαστική αφήγηση που τον αφορά.
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της γραφής του Χατζημωυσιάδη είναι ο σαρκασμός. Ένα είδος αυτοπαρατήρησης που βλέπει τα «κακώς κείμενα» και τα χλευάζει. «Κατά τα λοιπά, μια θραυσματική αφήγηση η γραφή μου (...), απροσδιορίστου λογοτεχνικού είδους, με ανολοκλήρωτα αποσπάσματα λόγου, άναρχη πλοκή, ατέλειωτα ζικ ζακ και ημιφωτισμένους χαρακτήρες (...). Ας είναι. Ουδέν ψευδέστερον της πληρότητας». Μια τόσο διαυγής και καυστική γραφή σίγουρα δεν έχει ανάγκη κάποιες συναισθηματικές υπερβολές στις οποίες υποκύπτει ο συγγραφέας. Το κομμάτι με την αμφισβητούμενη πατρότητα δεν προσθέτει αλλά αφαιρεί. Η σκηνή του άντρα με την ανθοδέσμη που περιμένει ματαίως τη γυναίκα με τα λευκά είναι αχρείαστα μελοδραματική. Υπερβαίνει το μέτρο ποιότητας που θέτουν φράσεις όπως αυτή: «Ένα ψέμα είναι που το λένε Σωτηρία. Δεν υπάρχει σωτηρία στο Σωτηρία. Ούτε ελπίδα ούτε έλεος. Εδώ μόνο ο θάνατος μας ελεεί». Η Σωτηρία αναιρεί το νόημά της και γίνεται η επικράτεια του θανάτου.
Ο Χατζημωυσιάδης με την υβριδικότητα της γραφής του, τη θραυσματικότητα, τη διαρκή αναζήτηση ταυτότητας, παίζοντας στα δάχτυλα δηλαδή τα χαρακτηριστικά της μεταμοντέρνας γραφής, γράφει ένα έργο για το άλγος της ύπαρξης: τη μνήμη, τη φθορά, τον στιγματισμό, την αρρώστια, τον θάνατο. Ο ήρωάς του, όπως και ο ίδιος, αναζητά τη λύτρωση στη γραφή. Δίχως αυταπάτες αλλά με απόλυτη πίστη, δόσιμο και πάθος.

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης,
«Νοσοκομείο Σωτηρία»
Εκδόσεις Κίχλη
Σελίδες: 184
Τιμή: 15 ευρώ
