Με τον κόσμο να θυμίζει όλο και περισσότερο εκείνον του 19ου αιώνα, με φιλοδοξίες και διεκδικήσεις να ξεδιπλώνονται πάνω σε χάρτες, οι εικασίες για το ποιος θα μπορούσε να επιτεθεί σε ποιον είναι ήδη δημοφιλείς, μπορεί και κοινότοπες.
Στο Στενό της Ταϊβάν, τον πορθμό των 180 χλμ. που χωρίζει το νησί της άλλοτε «Εθνικιστικής Κίνας» με τη μητέρα πατρίδα, η ένταση ανεβαίνει.
Ο κινεζικός στρατός ανακοίνωσε, την περασμένη Τετάρτη, ότι διεξήγαγε «περιπολίες ετοιμότητας μάχης» στη θάλασσα και τον εναέριο χώρο της περιοχής, υπογραμμίζοντας ότι ήταν μια αναγκαία ενέργεια προκειμένου να απαντήσει στη «συμπαιγνία» μεταξύ Ουάσιγκτον και Ταϊπέι…
Η Κίνα έχει εντείνει τους στρατιωτικούς ελιγμούς της γύρω από τις ταϊβανέζικες ακτές τα τελευταία δύο χρόνια, καθώς αντιλαμβάνεται ότι οι δεσμοί της Ταϊπέι με την Ουάσιγκτον έχουν ανέβει επίπεδο, πολιτικο-διπλωματικά και στρατιωτικά.
Είναι ξεκάθαρο ότι το Πεκίνο δυσφορεί με την πολύπλευρη υποστήριξη που προσφέρουν οι ΗΠΑ στην κυβέρνηση της Ταϊβάν. Μια δυσφορία που έγινε οργή μετά τις δηλώσεις του Μπάιντεν, την περασμένη εβδομάδα, κατά την περιοδεία του στην Ασία, η οποία περιελάμβανε στάση στην Ταϊπέι, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εμπλακούν στρατιωτικά στην περίπτωση που η Κίνα επιτεθεί στο νησί. Όσο κι αν οι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου προσπάθησαν να αμβλύνουν τις εντυπώσεις, η αναφορά αυτή σηματοδοτεί ξεκάθαρα αλλαγή στην πάγια αμερικανική πολιτική της «στρατηγικής ασάφειας» σε σχέση με το ζήτημα της Ταϊβάν.
«Η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της Κίνας και τα κινεζικά στρατεύματα συνεχίζουν να ενισχύουν τη ετοιμότητά τους για να αποτρέψουν την παρέμβαση εξωτερικών δυνάμεων και τις ενέργειες εκείνων που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία της», διαμηνύει το Πεκίνο.
Κλιμάκωση
Η κλιμάκωση ρητορικής και ενεργειών αναπόφευκτα εγείρει ερωτήματα: Αν όντως η Κίνα επιχειρήσει να καταλάβει την Ταϊβάν, μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους να τη σταματήσουν;
«Πολύ πιθανόν όχι, αυτή είναι η ανησυχητική απάντηση», γράφουν οι αναλυτές του CNN Μπράντ Λέντον και Ιβάν Γουότσον εξηγώντας ότι η Κίνα διαθέτει περισσότερο στρατό, περισσότερους πυραύλους και περισσότερα πλοία από ό,τι η Ταϊβάν, ενώ οι πιθανοί υποστηρικτές της, όπως οι ΗΠΑ ή η Ιαπωνία, βρίσκονται μακριά. Αυτό σημαίνει ότι εάν η Κίνα είναι απολύτως αποφασισμένη να καταλάβει το νησί, πιθανότατα μπορεί να το κάνει. Όμως εδώ υπάρχει ένας «αστερίσκος»: Ενώ η Κίνα θα μπορούσε πιθανότατα να επικρατήσει στρατιωτικά έναντι της Ταϊβάν και των υποστηρικτών της, οποιαδήποτε νίκη της θα είχε ένα εξαιρετικά αιματηρό τίμημα τόσο για το Πεκίνο όσο και για τους αντιπάλους του.
Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι, από στρατιωτικής πλευράς, μια κινεζική απόβαση στην Ταϊβάν θα ήταν πολύ πιο παρακινδυνευμένη και πολύπλοκη απ’ ό,τι η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Έγγραφα της αμερικανικής κυβέρνησης υπολογίζουν τον αριθμό των νεκρών, τραυματιών και αγνοουμένων και από τις δύο πλευρές στη διάρκεια της σχεδόν τρίμηνης εκστρατείας στη Νορμανδία σε σχεδόν μισό εκατομμύριο στρατιώτες!
Αναλόγως, οι απώλειες μεταξύ των αμάχων θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερες. Αιτία γι’ αυτό είναι η μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα των ταϊβανέζικων πόλεων. Ο πληθυσμός της νησιωτικής χώρας των 24 εκατομμυρίων είναι ως επί το πλείστον συγκεντρωμένος σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές, όπως η πρωτεύουσα Ταϊπέι, με πληθυσμιακή πυκνότητα 9.575 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Συγκριτικά, η πληθυσμιακή πυκνότητα της ισοπεδωμένης Μαριούπολης είναι 2.690 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο.
Με περίπου 360 πλοία, η Κίνα διαθέτει το μεγαλύτερο πολεμικό ναυτικό στον κόσμο, υπέρτερο αριθμητικά του ναυτικού των ΗΠΑ που μετρά λίγο λιγότερα από 300 πλοία.
Το Πεκίνο διαθέτει επίσης τον πιο προηγμένο εμπορικό στόλο στον κόσμο, μια μεγάλη ακτοφυλακή και, σύμφωνα με τους επαΐοντες, μια «καμουφλαρισμένη» ναυτική πολιτοφυλακή από εκατοντάδες αλιευτικά σκάφη, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά των εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών που οι αναλυτές εκτιμούν ότι θα χρειαστούν για μια αμφίβια εισβολή στην Ταϊβάν.
Προφανώς αυτές οι δυνάμεις θα χρειάζονταν ανάλογου μεγέθους και αποτελεσματικότητας επιμελητειακή υποστήριξη. Κατά τους αναλυτές, για να έχει το Πεκίνο λογικές προοπτικές επικράτησης, ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός θα χρειαζόταν να μετακινήσει χιλιάδες άρματα, πυροβόλα, θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και εκτοξευτές πυραύλων απ’ όλο το εύρος των δυνάμεών του.
Η διέλευση μιας δύναμης τέτοιου μεγέθους από το μήκους 177 χιλιομέτρων Στενό της Ταϊβάν θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, μια αργή, επικίνδυνη αποστολή, στη διάρκεια της οποίας τα σκάφη που μεταφέρουν τα στρατεύματα και τον εξοπλισμό θα ήταν πλήρως εκτεθειμένα στα εχθρικά πυρά. Η Ταϊβάν έχει εφοδιαστεί με φθηνούς και αποτελεσματικούς πυραύλους κατά πλοίων, παρόμοιους με τους Neptune που χρησιμοποίησαν οι Ουκρανοί για να βυθίσουν το ρωσικό καταδρομικό Moskva στη Μαύρη Θάλασσα, τον Απρίλιο.
Πολύ περισσότερο, τα όπλα αυτά παράγονται μαζικά από την ταϊβανέζικη αμυντική βιομηχανία.
Ωστόσο, δεδομένου του πλεονεκτήματος της αριθμητικής υπεροχής, η κινεζική ηγεσία θα μπορούσε να θεωρήσει ότι όσο μεγάλες κι αν είναι οι απώλειες αξίζουν τον κόπο μπροστά στην επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού. Άλλωστε, θα υπάρχουν εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες πλοία, σε μια τέτοια επιχείρηση, που θα μπορούσαν να «απορροφήσουν» τους ταϊβανέζικους πυραύλους.
Προκλήσεις
Αλλά δεν είναι αυτό το μόνο πρόβλημα. Εξαπολύοντας μια αμφίβια επιχείρηση, η Κίνα θα ερχόταν αντιμέτωπη με μια σειρά τεράστιων υλικοτεχνικών εμποδίων, στην προσπάθειά της να αναπτύξει ικανό αριθμό στρατιωτών για να δημιουργήσουν προγεφύρωμα. Η συμβατική στρατιωτική σοφία λέει ότι η δύναμη των επιτιθεμένων πρέπει να υπερβαίνει τη δύναμη των υπερασπιστών με μια αναλογία 3 προς 1. Σύμφωνα με τον Χάουαρντ Ούλμαν, πρώην ανώτερο αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ και καθηγητή σήμερα στο Ναυτικό Πολεμικό Κολέγιο, αν η Ταϊβάν διαθέτει σήμερα μια αμυντική δύναμη 450.000 ανδρών, η Κίνα θα χρειαζόταν πάνω από 1,2 εκατομμύριο στρατιώτες (από μια συνολική ενεργό δύναμη άνω των 2 εκατομμυρίων) για να υπερσκελίσει την δύναμη των αμυνόμενων.
Μια επιχείρηση αυτού του μεγέθους είναι βέβαιο ότι θα χρειαστεί εβδομάδες για να αναπτυχθεί πλήρως. Ως εκ τούτου, παρά την αδιαμφισβήτητη αριθμητική υπεροχή της, η Κίνα απλώς στερείται των στρατιωτικών δυνατοτήτων και ικανοτήτων που απαιτούνται για να είναι σε θέση να εξαπολύσει μια πλήρους κλίμακας αμφίβια εισβολή για την κατάληψη της Ταϊβάν στο ορατό μέλλον.
Είναι αυτονόητο ότι μερικά από τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε το κινεζικό ναυτικό, στην προσπάθειά του να καταλάβει το νησί, θα τα αντιμετωπίσει επίσης οποιαδήποτε αμερικανική ναυτική δύναμη σπεύσει για να υπερασπιστεί την Ταϊπέι.
Οι ΗΠΑ θεωρούν τα αεροπλανοφόρα τους με τ’ «αόρατα» F-35 και τα F/A-18 ως την αιχμή του δόρατός τους στον Ειρηνικό, εκτιμώντας ότι τους προσφέρουν αριθμητικό πλεονέκτημα. Οι ΗΠΑ διαθέτουν συνολικά 11 αεροπλανοφόρα σε σύγκριση με τα μόλις δύο της Κίνας. Ωστόσο, από αυτά, μόνο τα μισά είναι έτοιμα για μάχη ανά πάσα στιγμή, ενώ ακόμη και αυτά μπορεί να καταστούν ευάλωτα.
Ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός διαθέτει περισσότερους από 2.000 συμβατικούς πυραύλους κατά πλοίων, πολλούς από τους οποίους έχει αναπτύξει έχοντας κατά νουν τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι DF-26 και DF-21D, που διαφημίστηκαν το 2020 από τα κινεζικά ΜΜΕ ως «δολοφόνοι αεροπλανοφόρων» και «οι πρώτοι βαλλιστικοί πύραυλοι στον κόσμο που είναι ικανοί να στοχεύουν μεγάλα και μεσαίου μεγέθους σκάφη».
«Οι ΗΠΑ θα πρέπει να το σκεφτούν καλά πριν στείλουν μάχιμα αεροπλανοφόρα τους κοντά στην Κίνα. Εάν υπάρξει ευθεία σύγκρουση, είναι καλύτερα να μείνεις μακριά από την ακτή», λένε χαρακτηριστικά οι αναλυτές.
Όσον αφορά στον αέρα, το Πεκίνο είναι πιθανό να επιδιώξει αεροπορική υπεροχή από νωρίς σε οποιαδήποτε σύγκρουση και μπορεί μάλιστα να αισθάνεται ότι έχει ένα πλεονέκτημα στους ουρανούς. Στον κατάλογο των παγκόσμιων αεροπορικών δυνάμεων του Flight Global για το 2022, η Κίνα εμφανίζεται να διαθέτει σχεδόν 1.600 μαχητικά αεροσκάφη, σε σύγκριση με λιγότερα από 300 της Ταϊβάν. Με βάση τον ίδιο κατάλογο, οι ΗΠΑ διαθέτουν περισσότερα από 2.700 μαχητικά αλλά είναι διασκορπισμένα σε όλη την υφήλιο, όπου σταθμεύουν αμερικανικές δυνάμεις, ενώ σαφώς τα κινεζικά βρίσκονται συγκεντρωμένα όλα στην περιοχή όπου θα μπορούσε να εξελιχθεί η σύγκρουση.
Αστάθμητοι παράγοντες
Στον αεροπορικό πόλεμο, η Κίνα μελετά με προσοχή τις αποτυχίες της Ρωσίας στην Ουκρανία, κάποιες από αυτές χονδροειδείς, καθώς η Μόσχα συγκέντρωνε επί μήνες χερσαίες δυνάμεις στα σύνορα αλλά δεν κατάφερε να τους ανοίξει τον δρόμο προς το Κίεβο με μαζικές εκστρατεία αεροπορικών βομβαρδισμών. Πολύ πιθανό λοιπόν, στην όποια στρατιωτική προσπάθειά τους να καταλάβουν την Ταϊβάν, οι Κινέζοι να μιμηθούν το «σοκ και δέος» των Αμερικανών, με τους σαρωτικούς βομβαρδισμούς που προηγήθηκαν των εισβολών στο Ιράκ. Οι Αμερικανοί στρατιωτικοί αναλυτές είναι βέβαιοι ότι οι Κινέζοι στρατηγοί μαθαίνουν απ’ αυτά που βλέπουν. «Μελέτησαν πολύ προσεκτικά αυτό που κάναμε στην Καταιγίδα της Ερήμου και στο Κοσσυφοπέδιο», λένε αφοπλιστικά.
Από την άλλη μεριά, είναι ξεκάθαρο ότι, σε μια ανοιχτή σύγκρουση με τις ΗΠΑ για την Ταϊβάν, η Κίνα θα διαθέτει το πλεονέκτημα της εγγύτητας.
Σε μια προσομοίωση που έγινε πρόσφατα από το «Κέντρο για την Νέα Αμερικανική Ασφάλεια», το συμπέρασμα ήταν ότι μια σύγκρουση ΗΠΑ - Κίνας στον αέρα πιθανότατα θα κατέληγε σε αδιέξοδο. Σχολιάζοντας το αποτέλεσμα αυτό στο Air Force Magazine, ο υποπτέραρχος Κλίντον Χάινοτ, αναπληρωτής αρχηγός του γενικού επιτελείου της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας, αρμόδιος για θέματα στρατηγικής, είπε χαρακτηριστικά ότι ενώ οι ΗΠΑ έχουν συνηθίσει να κυριαρχούν στους ουρανούς, στην προκειμένη περίπτωση ορισμένοι παράγοντες δεν είναι εύνοϊκοί.
«Η Κίνα έχει επενδύσει σε σύγχρονα αεροσκάφη και όπλα για να μας πολεμήσει» υπογράμμισε χαρακτηριστικά, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με αυτό που περιέγραψε ως «τυραννία της απόστασης» - το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής αεροπορικής δύναμης που χρησιμοποιήθηκε στην εν λόγω εξομοίωση προερχόταν από βάσεις πλησίον των Φιλιππίνων, περίπου 800 χιλιόμετρα μακριά.
Οι αναλυτές σημειώνουν πάντως πως, παρά το αριθμητικό πλεονέκτημα της στη στεριά, τη θάλασσα και τον αέρα, είναι προφανές ότι η Κίνα έχει κι αυτή αχίλλειο πτέρνα στην αρένα του πολέμου κι αυτό πολύ πιθανό θα υποχρεώσει το Πεκίνο να σκεφτεί πολύ προσεκτικά και από τη δική του πλευρά το κατά πόσο αξίζει να επωμιστεί το τεράστιο κόστος που συνεπάγεται μια πλήρους κλίμακας στρατιωτική εισβολή στην Ταϊβάν.