Σχεδόν δέκα χρόνια πριν, στο αποκορύφωμα της περιβόητης «κρίσης χρέους», το ΔΝΤ έκανε μια σημαντική παρατήρηση-διαπίστωση: οικονομίες με δικό τους εθνικό νόμισμα προσανατολισμένες στην εσωτερική αγορά αντιστάθηκαν αποτελεσματικότερα στην κρίση. Αυτό έκανε τους αναλυτές του Ταμείου να βλέπουν θετικά την επιβολή κάποιας μορφής προσωρινών περιορισμών στις κινήσεις κεφαλαίων, ώστε να δοθεί ώθηση στην εγχώρια ανάπτυξη, τουλάχιστον για ορισμένες χώρες.
Την ίδια εποχή ο ΟΟΣΑ συμπέραινε από την πλευρά του ότι η «διασύνδεση» των εθνικών οικονομιών στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης διευκόλυνε τη μετάδοση των κρίσεων προκαλώντας οικονομική αστάθεια σε παγκόσμια κλίμακα.
Το 2013 ήταν για πολλούς η χρονιά-ορόσημο: η απαρχή της φθίνουσας πορείας της παγκοσμιοποίησης. Η ροή κεφαλαίων εκτός συνόρων επιβραδύνθηκε ή ακόμη και μειώθηκε.
Ο Ντέιβιντ Σάμικ, αναλυτής στην επιθεώρηση The International Economy, αναρωτιόταν τότε αν επρόκειτο για μια τάση που προανήγγειλε παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα και εθνική αναδίπλωση ή, υπό μια πιο αισιόδοξη ματιά, θα μπορούσε να θέσει εκ νέου την παγκόσμια οικονομία σε τροχιά σταθερότητας καθιστώντας πιο ισορροπημένες και πολιτικά αποδεκτές τις μεγάλες αντιφάσεις του καπιταλισμού.
Μέχρι σήμερα το ερώτημά του παραμένει αναπάντητο. Πιθανώς ένας λόγος γι’ αυτό είναι ότι η διαδρομή προς την απο-παγκοσμιοποίηση, τη σταδιακή εγκατάλειψη, δηλαδή, της ιδέας της διεθνικής οικονομικής «όσμωσης» και της επιστροφής σε ανταγωνιστικά εθνικά ή πολυεθνικά μπλοκ, δεν ακολούθησε ευθεία πορεία. Αντιθέτως, υπήρξαν πολλές «στάσεις»: το 2016 με το δημοψήφισμα για το Brexit, το 2017 με την εκλογή του Τραμπ, το 2018 με τους εμπορικούς πολέμους του Τραμπ κατά της Κίνας και των δυτικών εταίρων της Αμερικής, το 2020 με την πανδημία, το 2022 με τον πόλεμο στην Ουκρανία...
Το παράδοξο
Όμως εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: η απο-παγκοσμιοποίηση δεν είναι το αποτέλεσμα της εξάντλησης των δυνατοτήτων της παγκοσμιοποίησης, με άλλα λόγια των οικονομικών δυνατοτήτων και των προοπτικών που δημιουργεί η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, αγαθών και τεχνογνωσίας. Είναι η απόρροια της αλλαγής του πολιτικού κλίματος στη διεθνή σκηνή, λένε οι ειδικοί.
Αν κοιτάξει κάποιος τους αριθμούς, θα διαπιστώσει ότι σε καμία από τις «στάσεις» στη διαδρομή προς τη θρυλούμενη απο-παγκοσμιοποίηση δεν υπάρχει μείωση του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου. Στην πραγματικότητα, το παγκόσμιο εμπόριο κατέγραψε νέο υψηλό ρεκόρ όλων των εποχών φέτος, σημειώνοντας σταθερή άνοδο τα τελευταία έξι χρόνια, παρά τη σύντομη βουτιά σχήματος «V» που σημειώθηκε στη διάρκεια της πανδημίας και των λοκντάουν.
Για δεκαετίες η παγκοσμιοποίηση περιγραφόταν ως μια οικονομική έννοια, αλλά πρόσφατα καλύφθηκε με την αχλή της πολιτικής έννοιας, γράφει ο Τζέφρι Κλάιντοπ, γενικός διευθυντής και επικεφαλής Στρατηγικής Διεθνών Επενδύσεων της αμερικανικής πολυεθνικής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Charles Schwab.
Ο διαχωρισμός των δύο προσεγγίσεων είναι σημαντικός για να κατανοήσουμε τον αντίκτυπό τους στους επενδυτές, υπογραμμίζει. Η Ρωσία έχει μείνει εκτός παιχνιδιού, καθώς έχει αποσυνδεθεί από τον υπόλοιπο κόσμο τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά, αλλά αυτή είναι η εξαίρεση. Οι ΗΠΑ και η Κίνα, αν και βρίσκονται ήδη στον αστερισμό μιας σημαντικής πολιτικής αποσύνδεσης, παραμένουν εντούτοις στενά συνδεδεμένες οικονομικά.
Το Brexit ήταν πρωτίστως μια πολιτική αποσύνδεση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε., όχι όμως και οικονομική, όπως φάνηκε από τις βρετανικές εισαγωγές από χώρες της Ε.Ε. που έφτασαν στο δεύτερο υψηλότερο επίπεδο όλων των εποχών τον Ιανουάριο του 2022.
Παρ’ όλο, λοιπόν, που η πανδημία ώθησε τους πολιτικούς των μεγάλων οικονομιών να διαλαλούν ότι διαθέτουν νέες εγχώριες πηγές προμηθειών για αγαθά ζωτικής σημασίας, η προσφορά και η ζήτηση για εμβόλια, εξοπλισμό ατομικής προστασίας, συσκευές μηχανικής υποστήριξης της αναπνοής και γενικότερα για άλλα εφόδια που σχετίζονται με την αντιμετώπιση της πανδημίας έδειξαν ότι οι βασικές τάσεις στο διασυνοριακό εμπόριο παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτες.
Η εξέλιξη του φαινομένου
Αν και η πολιτική απο-παγκοσμιοποίηση επικρατεί, λέει ο Αμερικανός αναλυτής, δεν έχουμε δει μέχρι στιγμής καμία σημαντική αύξηση σε νέες κατασκευές παραγωγικών μονάδων στις δυτικές οικονομίες που θα μας επέτρεπαν να μιλάμε και για οικονομική απο-παγκοσμιοποίηση. Οι ΗΠΑ δεν έχουν παρουσιάσει καμία αύξηση σε τέτοιες δαπάνες ούτε σε δολάρια ούτε ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, παρά το ότι οι ιστορίες για το «τέλος της παγκοσμιοποίησης» γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς εκεί τα τελευταία χρόνια. Οι δαπάνες για την κατασκευή νέων παραγωγικών εγκαταστάσεων έχουν μείνει στα ίδια επίπεδα από το 2015 μέχρι σήμερα, μεταξύ 5 και 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.
Ο Κλάιντοπ είναι ξεκάθαρος. Δεν υπάρχει, λέει, απο-παγκοσμιοποίηση. Απλώς η παγκοσμιοποίηση εξελίσσεται και αλλάζει μορφή. Και εξηγεί τι σημαίνει αυτό: η ιδέα της οικονομικής παγκοσμιοποίησης που ορίζεται ως η εγκατάσταση της πηγής της παραγωγής σε μια χώρα με χαμηλότερο εργατικό κόστος και η εξαγωγή του τελικού προϊόντος προς πώληση οπουδήποτε αλλού είναι πλέον ξεπερασμένη. Με τις προόδους στη ρομποτική και τις άλλες τεχνολογίες παραγωγής, η εργασία αντιπροσωπεύει πλέον ολοένα και μικρότερο μερίδιο κόστους για όλα σχεδόν τα βιομηχανικά προϊόντα.0
Η «εντοπιοποίηση» και η καθετοποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων στις οικονομίες των αναδυόμενων αγορών πιθανότατα μείωσε σε κάποιον βαθμό το διασυνοριακό εμπόριο ενδιάμεσων αγαθών. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγαλύτερο μέρος των εφοδιαστικών αλυσίδων επικεντρώνεται τώρα σε μια χώρα και επομένως τα προϊόντα διασχίζουν λιγότερες φορές τα σύνορα στη φάση της παραγωγής. Ο αντίκτυπος των αλλαγών αυτών μπορεί να παρατηρηθεί από το μειωμένο μερίδιο των εξαγωγών ενδιάμεσων αγαθών σε σχέση με τις εξαγωγές των τελικών, ιδίως από τη Κίνα. Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει αντιστάθμιση μέσω ενός πιο «πλουραλιστικού» καταμερισμού των εφοδιαστικών αλυσίδων σε αναδυόμενες οικονομίες, όπως εκείνες της Αφρικής, της νότιας Αμερικής και των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών της Ασίας.
Η σμίκρυνση του εξοπλισμού και η «εντοπιοποίηση» της παραγωγής δημιούργησαν πολλαπλές πλεονάζουσες εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ η τοπική «παραμετροποίηση» αγαθών που πωλούνται σε όλον τον κόσμο εξακολουθεί να δημιουργεί κέρδη για τις εταιρείες ανεξάρτητα από το πού αυτές έχουν την έδρα τους. Οι πωλήσεις και τα κέρδη παραμένουν παγκοσμιοποιημένα ακόμη κι όταν τα αγαθά που πωλούνται μπορεί να βασίζονται λιγότερο στις διασυνοριακές μεταφορές.
Η πολιτική απο-παγκοσμιοποίηση μπορεί να μην έχει τόση σημασία για τους επενδυτές, υπογραμμίζει ο Κλάιντοπ. Δεν οδήγησε σε διακοπή ή περιορισμό των πωλήσεων των πολυεθνικών εταιρειών ούτε σε μείωση του διεθνούς μεριδίου των πωλήσεών τους. Καθώς οι συνολικές πωλήσεις έχουν ανέβει, το διεθνές μερίδιο παρέμεινε σταθερό, στο 40% περίπου για τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες, στο 55% για τις ιαπωνικές.

Ψήγματα αλήθειας
Όμως, αφού δεν υπάρχει στην ουσία απο-παγκοσμιοποίηση, γιατί οι πολιτικοί, ακόμη και οι πιο αξιόπιστοι, επιμένουν να μιλούν γι’ αυτή; Μήπως επειδή αυτό θέλει να ακούσει το πολιτικό ακροατήριο; Απλοϊκές εξηγήσεις και παραδοχές για σύνθετα και πολυπαραγοντικά φαινόμενα;
Στις ΗΠΑ η απο-παγκοσμιοποίηση κερδίζει έδαφος και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος. Δεξιοί δημαγωγοί όπως ο Τραμπ υποστηρίζουν πως είναι ο μόνος τρόπος για να ανακτηθούν ο έλεγχος και οι θέσεις εργασίας αλλά και ο μόνος τρόπος για να προστατευτεί η δυτική κουλτούρα από την «επέλαση» της πολυπολιτισμικότητας, που, κατά μία άποψη, συμπορεύεται με την παγκοσμιοποίηση. Από την άλλη, ο αντίπαλος πόλος μερίδας των προοδευτικών υποστηρίζει πως η απο-παγκοσμιοποίηση θα αφαιρέσει την εξουσία από τις απρόσωπες πολυεθνικές και θα την ξαναδώσει στις τοπικές κοινωνίες.
Τα επιχειρήματα και των δύο περιέχουν ψήγματα αλήθειας, γι’ αυτό οι οπαδοί τους τα βρίσκουν ελκυστικά, όμως δεν παύουν να προσφέρουν μια εικόνα της πραγματικότητας χαμηλής ανάλυσης.
Η απο-παγκοσμιοποίηση μπορεί να φαίνεται καλή ιδέα όταν προτείνεται από συγγραφείς ή πολιτικούς που ζουν άνετες και προνομιούχες ζωές στον ανεπτυγμένο κόσμο, αλλά για εκείνους που ζουν στην «άλλη πλευρά» του η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, γράφει δηκτικά ο μπλόγκερ Γιου Μινγκ Λι στο DataDrivenInvestor.
Ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αναφέρει την Ινδία. Η οικονομία τής πολυπληθέστερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στον κόσμο κυριαρχούνταν μέχρι τη δεκαετία του 1990 από κρατικές επιχειρήσεις και «επιχειρηματίες» που επιβίωναν χάρη στις καλές διασυνδέσεις τους με το πολιτικό σύστημα. Το κύριο προσόν τους δεν ήταν οι επιχειρηματικές ικανότητές τους ή η διαχειριστική οξυδέρκειά τους, αλλά η ικανότητά τους να πλοηγούνται στο γραφειοκρατικό χάος μιας συγκεντρωτικής δομής.
Αφού βίωσε μια σοβαρή οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η ινδική κυβέρνηση αποφάσισε να αλλάξει ρότα και να ανοίξει την οικονομία στους ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των ξένων. Ο κύριος στόχος της ήταν να έρθουν επενδύσεις στη χώρα.
Τα αποτελέσματα του ανοίγματος προσφέρουν ένα ισχυρό επιχείρημα στους οπαδούς της παγκοσμιοποίησης. Το ποσοστό των Ινδών που ζουν σε ακραία φτώχεια, δηλαδή με λιγότερο από 1,90 δολάρια την ημέρα, μειώθηκε από 50% το 1991 σε 10% το 2017! Το να ξεφύγει κάποιος από την ακραία φτώχεια δεν σημαίνει ότι μπορεί να πηγαίνει διακοπές σε εξωτικά μέρη ή να αγοράζει iPhone. Σημαίνει ότι μπορούν να ξεφύγουν από τον υποσιτισμό και τις μολυσματικές αρρώστιες ο ίδιος και η οικογένειά του. Σε κάθε περίπτωση, είναι μια πρόοδος ακόμη κι αν υπολείπεται εκείνης των υψηλότερων δυτικών προτύπων τής πλήρους δημοκρατίας ή της ελευθερίας του λόγου.
Φυσικά, η παγκοσμιοποίηση έχει προκαλέσει τεράστια προβλήματα, που συνεχίζουν να τροφοδοτούν την κριτική εναντίον της, προσθέτοντας περισσότερα βέλη στη φαρέτρα όσων τη μάχονται, όχι ιδεολογικά, αλλά για λόγους πρόσκαιρου πολιτικού κέρδους.
Αντικρίζοντας την πραγματικότητα
Το πιο σοβαρό ζήτημα είναι η ανισότητα. Η παγκοσμιοποίηση επιδείνωσε δραματικά τις παγκόσμιες ανισότητες, επιτρέποντας στο μεγάλο κεφάλαιο να διαχειρίζεται το ανθρώπινο ως εύπλαστη μάζα. Σε μια επιταχυνόμενη κούρσα προς τα κάτω, οι μισθοί συμπιέζονται ασταμάτητα στις αναπτυγμένες οικονομίες ακολουθώντας την τάση να εξισωθούν με εκείνους του «πλανήτη» του outsourcing. Οι πολυεθνικές δεν έχουν σταματήσει να αναζητούν νέους παράδεισους φθηνών εργατικών χεριών. Δεν θα διστάσουν να εγκαταλείψουν ακόμη και την Κίνα για να μεταφέρουν την παραγωγή τους σε ακόμη πιο φθηνές περιοχές, σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, όπως το Μπαγκλαντές ή το Βιετνάμ, όπου οι εργαζόμενοι δεν έχουν δει ακόμη τις αυξήσεις μισθών των Κινέζων.
Ο Λι μας καλεί να φανταστούμε για ένα λεπτό πώς θα μπορούσε να είναι ο κόσμος αν υποθέσουμε ότι η τάση της παγκοσμιοποίησης αντιστραφεί και κάνει έναν παραλληλισμό της κατάστασης που θα επικρατήσει με την αλαζονική στάση της Δύσης σε σχέση με το ζήτημα της δίκαιης κατανομής των εμβολίων για την Covid-19.
«Ο χειρισμός τής υπόθεσης αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εγχειριδίου του τι δεν πρέπει να κάνουμε. Θα ήμασταν όλοι καλύτερα αν οι κυβερνήσεις των πλούσιων χωρών είχαν ασκήσει πίεση στους κατασκευαστές των εμβολίων να απεμπολήσουν τα δικαιώματά τους επί των πατεντών, επιτρέποντας στις φαρμακευτικές σε όλον τον κόσμο να παράξουν επαρκή εμβόλια για να εμβολιαστούν γρήγορα όλοι οι άνθρωποι. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα εμβόλια mRNA, όπως αυτά που αναπτύχθηκαν από την Pfizer και τη Moderna, τα οποία αποδείχθηκαν τα πιο αποτελεσματικά στη δημιουργία ανοσοαπόκρισης από τον ανθρώπινο οργανισμό στον ιό SARS-CoV-2.
Αλλά επειδή η ανθρωπότητα απέτυχε να το πράξει αυτό, έχουμε τώρα τη στρεβλή κατάσταση κατά την οποία πλούσιες χώρες, όπως ο Καναδάς, ρίχνουν στα σκουπίδια εκατομμύρια δόσεις ληγμένων εμβολίων διότι κατά την πρώτη φάση διάθεσής τους συσσώρευσαν πολύ επιθετικά τεράστιες ποσότητες, ενώ σε άλλα μέρη του κόσμου αγωνίζονταν να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες δόσεις για να εμβολιαστούν οι πιο ευάλωτοι. Τινάξαμε στον αέρα κάθε ευκαιρία που είχαμε για να σταματήσουμε την Covid-19 επειδή σκεφτήκαμε τοπικά, όχι παγκόσμια. Έτσι, η ανθρωπότητα θα πρέπει τώρα να συμβιβαστεί με τη ιδέα της συνύπαρξης της με τον κορωνοϊό αντί της πλήρους εξάλειψής του». Ο μπλόγκερ επιμένει στη δική του οπτική: η απο-παγκοσμιοποίηση, λέει, είναι ακόμα ένας τρόπος των πλούσιων για να εκμεταλλευτούν τους φτωχούς...