Ο 49χρονος Αυστραλός Τζούλιαν Ασάνζ θα παραμείνει στις βρετανικές φυλακές έως την εκδίκαση της έφεσης που θα ασκήσουν οι ΗΠΑ εναντίον της απόφασης του βρετανικού δικαστηρίου να μην εκδοθεί στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού για τη δημοσίευση πριν από μια δεκαετία 700.000 εμπιστευτικών στρατιωτικών και διπλωματικών εγγράφων από το WiliLeaks. Συνολικά η ΜΚΟ του Ασάνζ δημοσίευσε πάνω από 10 εκατομμύρια έγγραφα που αφορούν πράγματα που δεν θα έπρεπε να γνωρίζουν οι κοινοί θνητοί και πολίτες.
Ο Ασάνζ θα παραμένει 23 από τις 24 ώρες της ημέρας στο κελί υψίστης ασφαλείας των φυλακών του Μπέλμαρς στο Λονδίνο, έχοντας χάσει εξαιτίας της πανδημίας και το δικαίωμα των επισκέψεων, αφού στη φυλακή έχουν καταγραφεί πάνω από 100 κρούσματα και ένας θάνατος από τον κορωνοϊό.
Είναι τραγικό το ότι η Βρετανίδα δικαστής Βανέσα Μπαράιτσερ επικαλέστηκε τον κίνδυνο αυτοκτονίας του Ασάνζ στις αμερικανικές φυλακές για να αρνηθεί την έκδοσή του και δικαιολόγησε την απόφασή της για την παραμονή του στη φυλακή με την αποτροπή του κινδύνου απόδρασής του από τη Βρετανία. Για να μην προκαλέσει περαιτέρω τις αμερικανικές αρχές η Μπαράιτσερ αρνήθηκε ακόμη και το βραχιολάκι στον Ασάνζ, που θα μπορούσε να παραμείνει σε κατ’ οίκον περιορισμό με την οικογένειά του.
Η Στέλλα Μόρις, η δικηγόρος και σύντροφος του Ασάνζ, η γυναίκα που έγινε βορά των άπειρων fake news για να αμαυρωθεί η εικόνα του ιδρυτή των WiliLeaks, απηύθυνε έκκληση στο υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ να αποσύρει τις διώξεις εναντίον του και στον απερχόμενο Πρόεδρο των ΗΠΑ για την απονομή χάριτος.
Ο Νιλς Μέλζερ, ο εισηγητής του ΟΗΕ για τα βασανιστήρια και καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, κατήγγειλε ότι ο Ασάνζ διώκεται όλα αυτά τα χρόνια για την ερευνητική δημοσιογραφία του αντιμετωπίζοντας καταδίκη φυλάκισης 175 ετών για συνωμοσία, πειρατεία παραβίασης κρατικών υπολογιστών και κατασκοπεία εναντίον των ΗΠΑ, ενώ η βρετανική Δικαιοσύνη του στέρησε θεμελιώδη δικαιώματα της υπεράσπισης.
Εκστρατεία για το Νόμπελ Ειρήνης
Το γεγονός ότι από την πολύπαθη Βόρεια Ιρλανδία ξεκίνησε μια εκστρατεία για να δοθεί στον Ασάνζ το Νόμπελ Ειρήνης του 2021 αποτελεί μια δικαίωση όχι μόνο για την αποκάλυψη της διαφθοράς και των εγκλημάτων πολέμου των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων τη δολοφονία αμάχων και δύο δημοσιογράφων του Reuters στη Βαγδάτη, αλλά και για την υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος μπροστά στους κατασταλτικούς μηχανισμούς ολόκληρης της Δύσης.
Ας μην ξεχνάμε πως το ότι ο Ασάνζ είναι σήμερα ζωντανός οφείλεται πρωτίστως στο άσυλο που του προσέφερε ο αριστερός πρώην Πρόεδρος του Εκουαδόρ Ραφαέλ Κορέα. Ο Ασάνζ από τις αρχές της επτάχρονης διαμονής του στην πρεσβεία του Εκουαδόρ στο Λονδίνο, από τον Ιούνιο του 2012, εμφάνισε όλα τα κλασικά συμπτώματα των θυμάτων βασανιστηρίων.
Ένας άλλος Λατινοαμερικανός προοδευτικός ηγέτης πάντως, ο αριστερός Πρόεδρος του Μεξικού Αντρές Μανουέλ Λόπες Οβραδόρ, προσφέρθηκε να δώσει άσυλο στον Ασάνζ προκαλώντας στην πράξη τον νεοεκλεγέντα Αμερικανό Πρόεδρο Τζο Μπάιντεν, που ήταν αντιπρόεδρος του Μπάρακ Ομπάμα όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν να εξαπολύσουν το ανθρωποκυνηγητό εναντίον του.
Οι πόρτες της φυλακής είχαν ανοίξει πρώτα όμως για την Τσέλσι Μάνιγκ, όνομα που πήρε με τον επαναπροσδιορισμό φύλου η πρώην στρατιωτικός που καταδικάστηκε σε 35ετή φυλάκιση τον Αύγουστο του 2013 για τη δημοσιοποίηση 700.000 εμπιστευτικών εγγράφων από το WikiLeaks.
Ο Ομπάμα έδωσε χάρη στη Μάνινγκ τον Ιανουάριο του 2017 ενισχύοντας τις φρούδες ελπίδες του πρώην διαχειριστή συστημάτων πληροφορικής της NSA και της CIA Έντουαρντ Σνόουντεν ότι θα σταματούσε το ανθρωποκυνηγητό που είχαν εξαπολύσει και εναντίον οι ΗΠΑ για την αποκάλυψη των συστημάτων μαζικής παρακολούθησης από τις αμερικανικές και βρετανικές κυβερνήσεις με τη συνεργασία των εταιρειών τηλεπικοινωνιών και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Ο προοδευτικός δήμος του Βερολίνου και οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα τίμησαν πάντως πρώτοι τους τρεις πιονιέρους Whistleblower, τους πληροφοριοδότες περί παράνομων δραστηριοτήτων, αναθέτοντας στον Ιταλό γλύπτη Ντάβιντε Ντορμίνο να τοποθετήσει τον Μάιο του 2015 για πρώτη φορά στη γνωστή πλατεία Alexanderplatz την εγκατάσταση τριών αγαλμάτων του Σνόουντεν, της Μάνιγκ και του Ασάνζ, που βρίσκονται όρθιοι πάνω σε μια καρέκλα. Μια τέταρτη καρέκλα, που συμβολίζει το δημόσιο βήμα, βρίσκεται άδεια δίπλα τους για να φιλοξενήσει τον κάθε πολίτη που μπορεί να ανέβει επάνω για να πει κάτι.
Ο τίτλος αυτός της κατασκευής του Ντορμίνο «Θα πεις κάτι;», που φιλοξενήθηκε μέχρι σήμερα σε μια σειρά γνωστά πολιτιστικά κέντρα και σε πλατείες μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση και κληρονομιά που άφησαν ήδη στην ερευνητική δημοσιογραφία και την ελευθερία της έκφρασης και δημοσίευσης στην ψηφιακή εποχή ο Σνόουντεν, η Μάνιγκ και ο Ασάνζ.