Του Ed Crooks
Ο βορειοανατολικός διάδρομος της Amtrak είναι ο πιο πολυσύχναστος στη βόρεια Αμερική και εκείνος με τα μεγαλύτερα παράπονα. Η αξιοπιστία του είναι περίπου η μέση του δημόσιου δικτύου -περίπου ένα στα πέντε τρένα σημείωσαν σημαντικές καθυστερήσεις πέρυσι-, αλλά επειδή συνδέει τα κέντρα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας των ΗΠΑ αποτελεί αντικείμενο των μεγαλύτερων διαμαρτυριών για τις αργές υπηρεσίες του.
Μακριά από τα βλέμματα των διαμαρτυρόμενων επιβατών ωστόσο, οι μηχανικοί της Amtrak λαμβάνουν την υποστήριξη μίας από τις πιο προηγμένες τεχνολογίες στον κόσμο για να αποτρέψουν αυτές τις καθυστερήσεις. Η Siemens, ο γερμανικός όμιλος που κατασκεύασε ορισμένα από τα τρένα που χρησιμοποιούνται στη γραμμή Ουάσιγκτον - Νέα Υόρκη, αναπτύσσει αυτό που αποκαλείται «Βιομηχανικό Διαδίκτυο» για να προβλέπει τα προβλήματα πριν αυτά εκδηλωθούν. Αναλύοντας στοιχεία από 900 αισθητήρες σε κάθε μηχανή της, η Siemens μπορεί να αντιληφθεί γιατί σημειώνονται τεχνικές βλάβες και να προτείνει παρεμβάσεις που θα εμποδίσουν την εκδήλωσή τους στο μέλλον.
Οι καθυστερήσεις μειώθηκαν κατά 33% το 2016 σε σχέση με το 2015 και η απόδοση των μέτρων είναι κάτι παραπάνω από αξιοσημείωτη σύμφωνα με τον Ρικ Σουλτς, επικεφαλής του προγράμματος της Siemens για τις μηχανές της Amtrak. «Παρουσιάζουν ένα πλαίσιο αλλαγών πολύ πριν διαπιστώσουμε την ύπαρξη ενός προβλήματος" λέει. Το έργο αποτελεί την εμπροσθοφυλακή μιας επανάστασης που υπόσχεται ριζικές αλλαγές στη βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένων της παραγωγής, της ενέργειας και των μεταφορών. Το ραγδαία μειούμενο κόστος των αισθητήρων, των επικοινωνιών, της αποθήκευσης και της ανάλυσης στοιχείων έχει κάνει εφικτή τη συγκέντρωση και επεξεργασία μεγάλου όγκου πληροφοριών για τα συστήματα, από τρένα μέχρι διυλιστήρια και ανεμογεννήτριες. Η ανάλυση θερμοκρασίας, πίεσης, κραδασμών, κίνησης και ροής ηλεκτρικού ρεύματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποτροπή βλαβών, τη συντήρηση και τη βελτίωση απόδοσης - ακόμα και για να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και παράγονται διάφορα προϊόντα.
Μέχρι το 2020, οι εταιρείες θα ξοδεύουν περίπου 250 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για την ψηφιακή τεχνολογία, ενώ η μισή από αυτή τη δαπάνη θα προέρχεται από τους τομείς των κατασκευών, των μεταφορών και των υπηρεσιών σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Boston Consulting Group. «Είναι μια μεγάλη ευκαιρία για όλες τις βιομηχανικές εταιρείες» λέει ο Μπιλ Ρουχ, επικεφαλής του ψηφιακού τομέα στο αμερικανικό μεγαθήριο General Electric. «Η ανάλυση στοιχείων και η συνδεσιμότητα των μηχανημάτων είναι ο δρόμος για το επόμενο επίπεδο παραγωγής». Μαζί με την προηγμένη ρομποτική και τους τρισδιάστατους εκτυπωτές αποτελούν τις τεχνολογίες που αναμένεται ότι θα μεταμορφώσουν την παραγωγή στις προσεχείς δεκαετίες. «Δεν λέω ότι μπορεί να αλλάξει, αλλά ότι θα αλλάξει με τον έναν, ή τον άλλο τρόπο" τόνισε ο Ρόλαντ Μπουτς, επικεφαλής τεχνολογίας της Siemens. “Θα υπάρξουν κερδισμένοι και χαμένοι».
Έμφαση στο λογισμικό
Κάθε βιομηχανική εταιρεία που θέλει να υπάρχει έπειτα από είκοσι χρόνια ενισχύει τις ψηφιακές δεξιότητες και την τεχνολογία της, συχνά μέσω εξαγορών. Πέρυσι η General Electric αγόρασε τέσσερις εταιρείες για να ενισχύσει τον ψηφιακό τομέα της. Η Siemens έχει ξοδέψει 15 δισ. δολάρια για αμερικανικές εταιρείες λογισμικού από το 2007 και έχει 21.000 μηχανικούς αυτού του τομέα. Η γερμανική Bosch λέει ότι διαθέτει περισσότερους από 20.000 μηχανικούς λογισμικού. Η General Electric έχει 14.000 μηχανικούς και σχεδιάζει να προσλάβει ακόμη 6.000 τεχνικούς και προσωπικό υποστήριξης για τις ψηφιακές επιχειρήσεις της.
Η αγορά αναπτύσσεται πολύ γρήγορα. Πέρυσι υπήρχαν 2,4 δισεκατομμύρια διασυνδεδεμένες συσκευές επιχειρήσεων και φέτος θα γίνουν 3,1 δισεκατομμύρια σύμφωνα με τον όμιλο ερευνών Gardner, ο οποίος εκτιμά ότι μέχρι το 2020 ο αριθμός αυτός θα υπερδιπλασιαστεί και θα φτάσει τα 7,6 δισεκατομμύρια συσκευές.
Όπως συνέβη όμως με την Amtrak, το λαμπρό ψηφιακό μέλλον φτάνει πιο αργά από ό,τι ήλπιζαν ορισμένοι. Η δυναμική είναι αληθινή, λέει ο αναλυτής της McKinsey Βενκάτ Ατλουρι, αλλά οι βιομηχανικές εταιρείες άργησαν να την εκμεταλλευτούν για διάφορους λόγους. Ίσως πρέπει να αλλάξουν ριζικά για να ωφεληθούν από τις νέες τεχνολογίες. Ένα άλλο εμπόδιο είναι ότι υπάρχουν πολλά προϊόντα και υπηρεσίες χωρίς να έχουν αναδειχθεί ακόμα βιομηχανικά πρότυπα. Καθώς λειτουργούν με ακριβά και πιθανώς επικίνδυνα μηχανήματα, οι βιομηχανικές εταιρείες αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη την ανάθεση αποφάσεων ζωτικής σημασίας σε ξένους. «Οι πελάτες τείνουν να αποφεύγουν το ρίσκο, γιατί έτσι πρέπει να κάνουν» λέει ο Γκουίντο Ζουρέ, επικεφαλής ψηφιακής τεχνολογίας της εταιρείας ΑΒΒ. «Αν κάνεις κάποιο λάθος, μπορεί να βλάψεις ανθρώπους».
Οι δυνητικοί πελάτες είναι επίσης πολύ επιφυλακτικοί σχετικά με τον έλεγχο των στοιχείων που αποκαλύπτουν την εσωτερική λειτουργία των επιχειρήσεών τους. Η γερμανική εταιρεία Gehring, η οποία φτιάχνει μηχανήματα για τη λείανση μεταλλικών επιφανειών, είναι ένας χαρακτηριστικός χρήστης της ψηφιακής πλατφόρμας MindSphere της Siemens. Ο Βόλφραμ Λόχσε, επικεφαλής τεχνολογίας της Gehring, λέει ότι οι αυτοκινητοβιομηχανίες που είναι πελάτες της είναι εξαιρετικά προσεκτικές με τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται στοιχεία της παραγωγής. Η Gehring έχει ωφεληθεί από τη νέα τεχνολογία και προσδοκά περισσότερα, λέει, αλλά παραδέχεται ότι οι εφαρμογές δεν βρίσκονται ακόμα σε εμπορική χρήση.
Σε αυτή την αγορά με τους πολλούς παίκτες και τις μεγάλες προοπτικές αναδύονται διαρκώς νέοι ανταγωνιστές. Προχωρώντας στο λογισμικό, οι κατασκευαστές βρίσκονται αντιμέτωποι με εξειδικευμένες εταιρείες πληροφορικής, ενώ υπάρχει ένα μετακινούμενο σκηνικό ανταγωνισμού και συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών ομίλων που μέχρι πριν από μια δεκαετία αγνοούσαν ο ένας τον άλλο.
Καθιερωμένες εταιρείες, ανάμεσά τους οι IBM, SAP, Microsoft, Intel και Sisco, επίσης προσφέρουν τεχνολογία προληπτικής συντήρησης, ενώ υπάρχουν πολλές start-up που θέλουν να εκμεταλλευτούν τις νέες ευκαιρίες στη βιομηχανική αγορά. Μέχρι πέρυσι υπήρχαν περισσότερες από 360 εταιρείες που προσέφεραν πλατφόρμες Βιομηχανικού Διαδικτύου σύμφωνα με τον όμιλο ερευνών IOT, που έχει την έδρα του στο Αμβούργο. Δεν είναι εύκολο να βγάλεις κέρδος σε αυτό το περιβάλλον. Η General Electric προβλέπει ότι δεν θα έχει αξιοσημείωτα κέρδη από αυτό τον τομέα της πριν από το 2019-20. Ο ανταγωνισμός είναι σκληρός.
Πάρτε για παράδειγμα το συμβόλαιο για την «ψηφιακή μεταμόρφωση» της γαλλικής Engie, μίας από τις μεγαλύτερες παραγωγούς και προμηθευτές ενέργειας στην Ευρώπη. Η Engie συζήτησε με πολλές εταιρείες ένα συμβόλαιο για μια ενιαία πλατφόρμα που θα εξυπηρετούσε όλες τις επιχειρήσεις της παγκοσμίως. Η General Electric, που είχε ως έναν από τους βασικούς πελάτες της την Engie, φαινόταν ως η προφανής επιλογή για να κατασκευάσει την πλατφόρμα. Αντίθετα, η Engie ανακοίνωσε πέρυσι τον Ιούνιο ότι επέλεξε μια εταιρεία της Σίλικον Βάλεϊ, τη C3 IOP, την οποία είχε ιδρύσει το 2009 ο Τομ Σίμπελ, ένας δισεκατομμυριούχος πρωτοπόρος της διαχείρισης λογισμικού. Έναν μήνα αργότερα η Engie υπέγραψε επίσης συμφωνία συνεργασίας με την General Electric για μια σειρά δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει τη βελτίωση της απόδοσης των εργοστασίων της, αλλά αυτό έμοιαζε με βραβείο της παρηγοριάς. Ο κύριος Σίμπελ παρομοιάζει τη General Electric με «ένα μεγαθήριο του 19ου αιώνα που έχει όραμα του 19ου και του 20ού αιώνα για την κατασκευή λογισμικού», καθώς επενδύει δισεκατομμύρια και προσλαμβάνει χιλιάδες ανθρώπους για την παραγωγή των προϊόντων της. «Δεν λειτουργεί έτσι» λέει. «Κατασκευάζει πολύ καλό λογισμικό με 10 ή 20 ή 30 άτομα”. Η δική του εταιρεία απασχολούσε 130 τον περασμένο Μάιο.
Από την άλλη πλευρά, οι δυνητικοί κίνδυνοι ενισχύουν την πεποίθηση ότι είναι καλύτερο να στηρίζεσαι σε καθιερωμένους προμηθευτές, λέει ο κύριος Ζουρέ της ΑΒΒ. «Οι πελάτες σκέφτονται: Για στάσου μια στιγμή, μπορώ να εμπιστευτώ σε εσένα τη λειτουργία του εργοστασίου μου;».
Ποιος έχει τον έλεγχο;
Πυκνώνουν πάντως οι περιπτώσεις που δείχνουν ότι οι μεγάλοι παραγωγοί δεν στηρίζονται αποκλειστικά σε καθιερωμένες εταιρείες. Η ισραηλινή Precognize, μια start-up που προσφέρει προληπτική συντήρηση, κέρδισε ένα συμβόλαιο για τα εργοστάσια της γερμανικής BASF, της μεγαλύτερης εταιρείας χημικών στον κόσμο. Ο Τσεν Λιντσέφσκι, εκτελεστικός διευθυντής της Precognize, παραδέχεται με χαρά ότι ο ίδιος και η ομάδα του δεν είναι ειδικοί στα χημικά. «Εμείς λέμε: δεν ξέρουμε τίποτα για τη δική σας δουλειά, αλλά το σημαντικό είναι πως ξέρετε εσείς. Εσείς ξέρετε το εργοστάσιό σας, εμείς ξέρουμε από λογισμικό» λέει. «Συχνά είναι περισσότερο ελκυστικό να προσφέρεις εξειδικευμένες υπηρεσίες και να αφήνεις στους πελάτες τον μεγαλύτερο έλεγχο των στοιχείων τους, παρά να εμφανιστείς με ένα μαύρο κουτί και να πεις μην μας φοβόσαστε, εμπιστευθείτε μας» προσθέτει ο κύριος Λιντσέφσκι.
Η απόφαση θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα σε όλες τις επιχειρήσεις: τι ακριβώς κάνουν αυτοί; Εάν τους παραδώσουν τον έλεγχο των στοιχείων τους και αναθέσουν σε έναν πάροχο υπηρεσιών τις αποφάσεις για τη λειτουργία των επιχειρήσεών τους, ποια είναι η προστιθέμενη αξία; Ο Φραντσέσκο Σταράτσε, εκτελεστικός διευθυντής του ιταλικού ενεργειακού ομίλου Enel, λέει ότι η εταιρεία θα αγοράσει λογισμικό από προμηθευτές, αλλά θα ενσωματώσει την τεχνολογία και θα αναπτύξει τις δικές της υπηρεσίες.
Ανώτερα εταιρικά στελέχη και αναλυτές συμφωνούν ότι ο τρέχων πολλαπλασιασμός των ανταγωνιστικών πλατφορμών δεν θα διαρκέσει για πάντα και ότι σε κάθε τομέα θα αναδειχθούν τρεις ή τέσσερις μεγάλοι προμηθευτές. Ίσως κάποιες εταιρείες να ελέγξουν τμήματα της αγοράς όπου είναι παραδοσιακά ισχυρές: Η General Electric και η Siemens την παραγωγή ενέργειας, η Siemens τις κατασκευές, η Honeywell τη διύλιση κ.λπ.
Ο φόβος της διαχείρισης συστημάτων από μηχανές
Ορισμένες από τις πιο ριζικές αλλαγές στον νέο κόσμο των διασυνδεδεμένων συσκευών αφορούν τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης για τη λήψη αποφάσεων που σχετίζονται με σύνθετα συστήματα. Οι αεριοστρόβιλοι είναι μια σχετικά καθαρή τεχνολογία για την παραγωγή ενέργειας σε σύγκριση με το κάρβουνο, αλλά εξακολουθούν να εκλύουν ρυπαντικές ουσίες που προκαλούν νέφος και τοξική βροχή. H Siemens αναζητεί τρόπους για να περιορίσει τις εκπομπές, αναλύοντας στοιχεία από χιλιάδες αισθητήρες που καταγράφουν θερμοκρασία, πίεση, ροές αερίων και άλλους παράγοντες σε κάθε τουρμπίνα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι εκπομπές θα μπορούσαν να μειωθούν κατά 15%-20%, αναφέρει η εταιρεία, καθώς ο ηλεκτρονικός υπολογιστής βρήκε νέους τρόπους για τη λειτουργία των τουρμπινών που δεν μπόρεσαν να ανακαλύψουν οι μηχανικοί της. «Οι δικοί μας μηχανικοί δρουν εμπειρικά, με βάση τις γνώσεις τους. Η τεχνητή νοημοσύνη το κάνει διαφορετικά» δήλωσε ο επικεφαλής μηχανολόγος της Siemens. «Ορισμένες φορές το σύστημα φτάνει μόνο του σε μια λύση που δεν είχε σκεφτεί ποτέ. Είναι λίγο τρομακτικό».
Ο εκτελεστικός διευθυντής της ιταλικής Enel λέει ότι η εμπειρία μπορεί να αναπαραχθεί στη βιομηχανία. Ο πολλαπλασιασμός των φθηνών αισθητήρων και των επικοινωνιών «θα μας δώσει την ικανότητα να ανεβάσουμε την απόδοση σε επίπεδα που δεν έχετε φανταστεί και να συντηρούμε το εργοστάσιο με τρόπους που δεν έχετε φανταστεί» προσθέτει.
Η δυνατότητα της τεχνητής νοημοσύνης να ξεπερνά τις ανθρώπινες αποφάσεις θέτει το ζήτημα της μεγάλης σημασίας που έχει για μια εταιρεία η εξειδικευμένη γνώση. Ο Μαρκ Χανγκ, αναλυτής του ομίλου ερευνών Gartner, λέει ότι θα ήταν λάθος να εξαχθεί το συμπέρασμα πως οι ανθρώπινη γνώση και ικανότητα είναι περιττές.
«Θα έχουμε νέες πληροφορίες που δεν είχαμε ποτέ φανταστεί. Αλλά χρειάζεται η επεξεργασία από τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος μόνος του ή η μηχανή μόνη της δεν αρκούν. Κανένας από τους δύο δεν είναι τόσο καλός όσο ο συνδυασμός τους». Καθώς εξελίσσονται όμως οι τεχνολογίες για τη συγκέντρωση και την ανάλυση πληροφοριών, ίσως αμφισβητηθεί η σημασία της εξειδικευμένης ανθρώπινης και εταιρικής γνώσης για μια βιομηχανία.