Με τις αγορές να έχουν εισέλθει σε φάση αναταράξεων και αβεβαιότητας, εγείροντας νέους φόβους για το κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί η κερδοφορία της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας σε εποχές επενδυτικής αναδίπλωσης, δύο από τα μεγαλύτερα χρηματιστήρια της Ευρώπης, του Λονδίνου και της Φρανκφούρτης, έχουν ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με προοπτική τη συγχώνευσή τους.
Ο όμιλος διαχείρισης του Χρηματιστηρίου του Λονδίνου LSE Group PLC και η αντίστοιχη εταιρεία του Χρηματιστηρίου της Φρανκφούρτης Deutsche Boerse AG ανακοίνωσαν χθες πως συζητούν για τους όρους αυτής της "δυνητικής" συγχώνευσης που θα δημιουργήσει έναν χρηματοπιστωτικό κολοσσό αξίας 25,7 δισεκατομμυρίων ευρώ με βάση τις προχθεσινές τιμές κλεισίματος των μετοχών.
Σύμφωνα με τον ιστότοπο Marketwatch, η συγχώνευση θα βασίζεται στην ισότιμη συμμετοχή των δύο εταιρειών σε μια νέα εταιρεία συμμετοχών, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας οι Γερμανοί θα έχουν το 54,4% και οι Βρετανοί το 45,6%.
Σε κοινή ανακοίνωσή τους, LSE και Deutsche Boerse αναφέρουν πως πιθανή συγχώνευσή τους θα αποτελέσει μια "ελκυστική ευκαιρία" ενίσχυσης των δύο εταιρειών, αναδεικνύοντας μια «καθοριστική για τη (χρηματοπιστωτική) βιομηχανία συνεργασία". Εκτιμάται ότι η συγχώνευση θα ενισχύσει τις αναπτυξιακές προοπτικές των δύο χρηματιστηρίων και θα προσφέρει σημαντικά οφέλη για τους επενδυτές τους. Οι μετοχές και των δύο εταιρειών κινήθηκαν ανοδικά μόλις έγινε γνωστή η είδηση περί συγχώνευσης, με τη μετοχή της Deutsche Boerse να ενισχύεται κατά 7% και της LSE κατά σχεδόν 17%.
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι εταιρείες των δύο μεγάλων χρηματιστηρίων της Ευρώπης προσπάθησαν να συγχωνευτούν με πρωτοβουλία των Γερμανών. Η πρώτη προσφορά της Deutsche Boerse είχε γίνει το 2001 και η δεύτερη στα τέλη του 2004, ωστόσο και οι δύο απορρίφθηκαν από τους Βρετανούς.
ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ