ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΚΑΚΗ ΜΠΑΛΗ
Τα βλέμματα της Ευρώπης ήταν χθες στραμμένα στην Ελλάδα, τόσο στην ψηφοφορία για Πρόεδρο Δημοκρατίας στη Βουλή όσο και στο θρίλερ διάσωσης των επιβατών του φέριμποτ της ΑΝΕΚ στην Αδριατική. Κι ενώ το δεύτερο έληξε, επώδυνα για τους συγγενείς των θυμάτων και των αγνοούμενων, το πρώτο ουσιαστικά τώρα αρχίζει, καθώς το ερώτημα που φαίνεται να απασχολεί πολιτικούς, οικονομολόγους και τις περιβόητες αγορές είναι τι θα γίνει την επόμενη μέρα, ειδικά στην περίπτωση που την επομένη των βουλευτικών εκλογών σχηματιστεί κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η πρώτη αντίδραση των αγορών, πάντως, ήταν μια κρίση... ανασφάλειας. Τη στιγμή που ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων ανακοίνωνε ότι ούτε στην τρίτη ψηφοφορία εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας γύρισαν στο κόκκινο τα χρηματιστήρια της Ευρώπης, ακόμη κι αυτό της Φραγκφούρτης, που υπολόγιζε να κλείσει το σωτήριο έτος 2014 με τον DAX στις 10.000 μονάδες. Βέβαια, κανένα δεν έκανε τη βουτιά της Αθήνας - και όλα ανέκαμψαν στη συνέχεια.
Θεσμική ουδετερότητα...
Οι πρώτες αντιδράσεις των θεσμικών -Κομισιόν, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις- ήταν ακριβώς... θεσμικές, στη λογική: δεν ανακατευόμαστε στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας, επιμένουμε στα όσα έχουμε συμφωνήσει με την Ελλάδα.
Ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ, για παράδειγμα, έσπευσε να δηλώσει ότι «οι συζητήσεις με τις ελληνικές αρχές για την ολοκλήρωση της τρέχουσας αξιολόγησης θα συνεχιστούν μόλις αναλάβει η νέα κυβέρνηση, σε συνεργασία με την Κομισιόν και την ΕΚΤ». Και άφησε να εννοηθεί ότι δεν υπάρχει βία, καθώς η χώρα δεν αντιμετωπίζει άμεσες χρηματοδοτικές ανάγκες.
Αλλά και η ΕΚΤ με ανακοίνωσή της υπογραμμίζει ότι θα περιμένει τις απόψεις των ελληνικών αρχών για το πώς θα προχωρήσει η αξιολόγηση του προγράμματος από την τρόικα. Τη νέα κυβέρνηση, δηλαδή, την οποία «θα αποφασίσει το ελληνικό εκλογικό σώμα. Δε θα παρέμβουμε ούτε θα σχολιάσουμε κάτι γι' αυτή τη δημοκρατική διαδικασία». Φρόντισε δε να προσθέσει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει «εντυπωσιακή πρόοδο στη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών και στη μεταρρύθμιση της οικονομίας τα τελευταία χρόνια», ενώ στο ερώτημα εάν η Ελλάδα μπορεί να αντιμετωπίσει προβλήματα ρευστότητας κατά την προεκλογική περίοδο, πηγή από την ΕΚΤ υπενθύμισε πως για όσο διάστημα η Ελλάδα βρίσκεται σε πρόγραμμα, η ΕΚΤ θα συνεχίσει να παρέχει ρευστότητα.
Ένα βήμα παραπέρα έκανε, από την πλευρά του, ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Πιέρ Μοσκοβισί, ο οποίος ζήτησε να συνεχίσει τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες η χώρα και πρόσθεσε ότι για να μπορέσει η Ελλάδα «να ευημερήσει και πάλι εντός της Ευρωζώνης» είναι απαραίτητη «η ισχυρή δέσμευση στην Ευρώπη και μια ευρεία υποστήριξη των Ελλήνων ψηφοφόρων και των πολιτικών ηγετών στην αναγκαία μεταρρυθμιστική διαδικασία που θα ενισχύσει την ανάπτυξη».
Από τη Ρώμη, πάντως, ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντζι έσπευσε να αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μετάδοσης της κρίσης στην Ιταλία από τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Τόνισε ότι οι οικονομίες της Ελλάδας και της Ιταλίας είναι πολύ διαφορετικές, υπογράμμισε ότι η χώρα του είναι πολύ πιο βιομηχανική και υπενθύμισε ότι το επιτόκιο των ιταλικών ομολόγων είναι σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο.
...και «ήπιες» γερμανικές παρεμβάσεις
Στο Βερολίνο, τώρα, κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, η εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης, υπογράμμισε ότι το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στην Αθήνα ήταν «καθαρά ελληνικό εσωτερικό ζήτημα», διευκρινίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν αιφνιδιάστηκε από αυτό: «Φυσικά και παρακολουθούμε πολύ στενά τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Θα πρέπει να καταλάβετε όμως ότι δεν μπορώ να σχολιάσω εσωτερικές εξελίξεις άλλης χώρας, ειδικά αυτές που συνέβησαν μόλις πριν από λίγο».
Να σημειωθεί ότι αυτή τη φορά το Βερολίνο εμφανίζεται λιγότερο... παρεμβατικό, σε σχέση με την προεκλογική περίοδο του 2012, χωρίς ωστόσο να παραλείπει να θυμίζει ότι η όποια επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να σεβαστεί τις συμφωνίες με τους εταίρους. Σε ανακοίνωσή του ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επανέλαβε τα όσα είχε πει το περασμένο Σαββατοκύριακο στη συνέντευξή του εφ' όλης της ύλης στην εφημερίδα Bild, ότι δηλαδή «οι εκλογές δεν αλλάζουν σε τίποτε το ελληνικό χρέος». Στην ανακοίνωσή του επισημαίνει ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική στις δύσκολες μεταρρυθμίσεις, που ήδη αποδίδουν καρπούς», και προσθέτει ότι «θα συνεχίσουμε να βοηθάμε την Ελλάδα να βοηθά τον εαυτό της στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων». Αλλά, στην περίπτωση που η Ελλάδα «πάρει άλλο δρόμο, αυτό θα είναι δύσκολο», προειδοποιεί, τονίζοντας ότι «οποιαδήποτε νέα κυβέρνηση θα πρέπει να τηρήσει τις συμφωνίες που έχει συνάψει η προκάτοχός της».
Αλλά και εκ μέρους των σοσιαλδημοκρατών εταίρων της γερμανικής κυβέρνησης ο Κάρστεν Σνάιντερ, αφού ξεκαθάρισε ότι ο ελληνικός λαός είναι αυτός που αποφασίζει, προειδοποιεί ότι, «χωρίς βοήθεια από έξω, η Ελλάδα δεν είναι ικανή να δράσει, λόγω του ύψους του χρέους της. Οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα πρέπει να συνεχιστούν, αλλιώς η χώρα θα είναι σύντομα αφερέγγυα. Για το συμφέρον της ίδιας της Ελλάδας, πρέπει η πορεία των μεταρρυθμίσεων να συνεχιστεί».
«Ενοχλητική» θεωρεί την εξέλιξη των πρόωρων εκλογών ο Χριστιανοδημοκράτης Ραλφ Μπρίνκχαους, επειδή, «ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, τώρα θα χάσουμε για άλλη μια φορά πολύ χρόνο για τα επόμενα βήματα των μεταρρυθμίσεων», ενώ ο συνάδελφός του, αρμόδιος για θέματα προϋπολογισμού, Νόρμπερτ Μπάρτλε σπεύδει να δηλώσει ότι «ένα κούρεμα χρέους δεν τίθεται καν υπό συζήτηση».
Αντίθετα, ο συμπρόεδρος του κόμματος της Αριστεράς Μπερντ Ρίξινγκερ υποστηρίζει ότι «οι νέες εκλογές στην Ελλάδα προσφέρουν την ευκαιρία αναζωογόνησης της ευρωπαϊκής ιδέας. Η απόφαση για την περαιτέρω πορεία ανήκει τώρα στον ελληνικό λαό», λέει και καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη γερμανική κυβέρνηση να μην αναμειχθούν στη λήψη της απόφασης. Και ουσιαστικά θεωρεί υπεύθυνη την κυβέρνηση Μέρκελ για την αποτυχία εκλογής Προέδρου στην Ελλάδα, λέγοντας ότι «αυτός είναι ο λογαριασμός για την πολιτική λιτότητας της Ε.Ε.», που επέβαλε η Γερμανία: «Η καγκελάριος στέκεται μπροστά στα συντρίμμια της πολιτικής της λιτότητας στην Ευρώπη».