Live τώρα    
Ο Ντράγκι κόβει χρήμα και μηδενίζει τα επιτόκια και το Bruegel προτείνει αναδιαρθρώσεις χρέους
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο Ντράγκι κόβει χρήμα και μηδενίζει τα επιτόκια και το Bruegel προτείνει αναδιαρθρώσεις χρέους

Ο διευθυντής του ινστιτούτου Bruegel Γκούντραμ Βολφ

Ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι παραμένει ο μεγάλος πρωταγωνιστής στη διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη, γεγονός που θα πρέπει να κάνει τους πολιτικούς να ντρέπονται που αφήνουν μονίμως την ΕΚΤ να βγάλει το φίδι από την τρύπα, αντί να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν αυτοί τις πολιτικές που θα βγάλουν την ευρωπαϊκή οικονομία από το τέλμα. Παράλληλα, ο «σούπερ Μάριο» είναι ο μόνος που τολμάει να συγκρουστεί με το Βερολίνο, αν και το κάνει πάντοτε κομψά, κρατώντας χαμηλά τους τόνους και δείχνοντας τον σεβασμό του στα γερμανικά επιχειρήματα την ώρα που τα αγνοεί.

Αυτό έκανε και την εβδομάδα που πέρασε, σε ακόμη μια ιστορική συνεδρίαση του διευθυντηρίου της ΕΚΤ, την οποία περίμεναν με αγωνία οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και τα χρηματιστήρια του κόσμου. Ο Ντράγκι δεν διέψευσε τις μεγάλες προσδοκίες, αντίθετα πήγε κι ένα βήμα παραπάνω απ' όσο περίμεναν οι περισσότεροι αναλυτές. Πρώτον, μηδένισε το βασικό επιτόκιο του ευρώ, στέλνοντάς το στο 0,05%. Επί της ουσίας, η μείωση του επιτοκίου κατά δέκα μονάδες βάσης ελάχιστη σημασία έχει, αλλά οι κεντρικοί τραπεζίτες ήθελαν να δείξουν ότι εξάντλησαν όλα τα περιθώρια της επιτοκιακής πολιτικής.

Δεύτερον, ο Ντράγκι ανήγγειλε ότι από τον επόμενο μήνα η ΕΚΤ θα ξεκινήσει ένα πρόγραμμα αγοράς ενυπόθηκων τίτλων (ABS) και καλυμμένων ομολόγων. Ο διοικητής της ΕΚΤ δεν δεσμεύτηκε για το ύψος του προγράμματος, αλλά εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 500 δισεκατομμύρια ευρώ. Το πρόγραμμα αυτό είναι ό,τι πιο κοντά στο τύπωμα χρήματος μπορεί να κάνει μια κεντρική τράπεζα με το καταστατικό της ΕΚΤ, καθώς δεν της επιτρέπεται -όπως οι αδελφές της στις ΗΠΑ και στη Βρετανία- να αγοράζει αβέρτα κρατικά ομόλογα.

Η πρώτη παράπλευρη ωφέλεια των αποφάσεων της ΕΚΤ ήταν η μικρή υποχώρηση του ευρώ στις αγορές συναλλάγματος, που κάνει ελαφρώς πιο ανταγωνιστικά τα ευρωπαϊκά προϊόντα.

"Ανοίξτε τις στρόφιγγες"

Το ζητούμενο για τους κεντρικούς τραπεζίτες είναι αφενός να αυξηθεί ο επικίνδυνα χαμηλός πληθωρισμός, αφετέρου να ανοίξουν οι τράπεζες τις στρόφιγγες του δανεισμού, καθώς θα μπορέσουν να 'ξεφορτωθούν' κάποιους από τους τίτλους τους στην ΕΚΤ και θα έχουν πλέον τη δυνατότητα να μην 'κλωσάνε' τα λεφτά τους, αλλά να τα ρίξουν στην πραγματική οικονομία. Αυτό ίσως να βοηθήσει την παραλυμένη πιστωτική αγορά του ευρωπαϊκού Νότου, πλην όμως μικρή ώθηση θα δώσει στις οικονομίες του Βορρά. Όπως σωστά επισημαίνουν πολλοί αναλυτές, το βασικό πρόβλημα στην αναιμικά αναπτυσσόμενη ευρωπαϊκή οικονομία δεν είναι η ρευστότητα, αλλά η ζήτηση. Είτε εξαιτίας της λιτότητας -που έχει μειώσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών του Νότου- είτε εξαιτίας του εξαιρετικά χαμηλού πληθωρισμού -που ωθεί τους καταναλωτές του Βορρά να περιμένουν να πέσουν κι άλλο οι τιμές- η ζήτηση είναι ασθμαίνουσα, με αποτέλεσμα και πολλές επιχειρήσεις που έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν να τηρούν στάση αναμονής. Οι επιχειρήσεις αυτές δεν πρόκειται αίφνης να αλλάξουν γνώμη, επειδή το επιτόκιο του ευρώ έπεσε από το 0,15% στο 0,05%.

Γι' αυτό και ο Ντράγκι, παρουσιάζοντας τα μέτρα -που προκάλεσαν ξινίλες στο Βερολίνο- κάλεσε τα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης να επωφεληθούν από την ευελιξία που προσφέρει το Σύμφωνο Σταθερότητας και να εφαρμόσουν πολιτικές «περισσότερο φιλικές προς την ανάπτυξη».

Με λίγα λόγια, τους είπε «ώς εδώ μπορούσα να προχωρήσω εγώ, η αναπτυξιακή πολιτική είναι δουλειά των πολιτικών».

Bruegel: Τονώστε τη ζήτηση

Μια μέρα πριν από τη συνεδρίαση του διευθυντηρίου της ΕΚΤ βγήκε ο διευθυντής του Ινστιτούτου Bruegel, της βασικής δεξαμενής σκέψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Γκούντραμ Βολφ να καλέσει τις κυβερνήσεις της Ευρώπης να κάνουν αυτά ακριβώς που δεν μπορεί να κάνει ο Ντράγκι. Να πάρουν μέτρα τόνωσης της ζήτησης, ώστε να απομακρυνθεί ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού, καθώς είναι σαφές ότι «η νομισματική πολιτική από μόνη της θα καθυστερήσει πάρα πολύ να επαναφέρει τον πληθωρισμό στο 2% και, για τον λόγο αυτό, οι δημοσιονομικές και εισοδηματικές πολιτικές πρέπει επίσης να παίξουν μείζονα ρόλο στη διαδικασία αυτή».

Ποια είναι αυτά τα μέτρα; Σύμφωνα με τους αναλυτές του Bruegel, οι χώρες του Βορρά, εν προκειμένω η Γερμανία, η Ολλανδία και οι σκανδιναβικές πρέπει να αυξήσουν μισθούς και επενδύσεις, ιδιωτικές και δημόσιες. Μόνο εάν το κάνουν αυτό θα τονώσουν την εγχώρια κατανάλωση, παράπλευρη ωφέλεια της οποίας θα είναι η αύξηση των εξαγωγών των άλλων χωρών προς τον Βορρά.

Μάλιστα, οι άνθρωποι του Bruegel κάνουν κι ένα βήμα παραπέρα: Ζητούν από την Ε.Ε. να είναι έτοιμη για πιθανή αναθέρμανση της κρίσης και να προετοιμαστούν για νέα κουρέματα δημοσίου χρέους, όπως έγινε στην περίπτωση της Ελλάδας το 2012: «Μπορεί να πρέπει να ταχθείτε υπέρ της αλλαγής προφίλ χρέους ή ακόμη και αναδιάρθρωσης εάν το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Καθώς αυτό θα είχε σημαντικές επιπτώσεις για την οικονομική σταθερότητα, χρειάζεται σημαντική εργασία για να μειωθεί η επίπτωση στον χρηματοπιστωτικό τομέα» υπογραμμίζουν.

Η αναποτελεσματικότητα της λιτότητας

Το μήνυμα τόσο της ΕΚΤ -με έμμεσο τρόπο- όσο και του Ινστιτούτου Bruegel -ευθαρσώς- είναι «φτάνει με την αποκλειστική εμμονή στις περικοπές». Το ίδιο μήνυμα έστειλε την εβδομάδα που πέρασε και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη με την ετήσια έκθεσή του για την απασχόληση. Ο ΟΟΣΑ κάλεσε τα μέλη του να σταματήσουν τις μειώσεις των μισθών, καθώς, «κάθε περαιτέρω μείωση κινδυνεύει να γίνει αντιπαραγωγική επειδή έτσι μπορεί να μπούμε σε έναν φαύλο κύκλο αποπληθωρισμού, χαμηλότερης κατανάλωσης και λιγότερων επενδύσεων». Μάλιστα, στο κεφάλαιό του για την Ελλάδα, ο διεθνής οργανισμός προέβλεψε ότι η ανεργία στην Ελλάδα θα μείνει κολλημένη στο 27% μέχρι το τέλος του 2015, ενώ υποστήριξε ότι η μείωση των μισθών -η μεγαλύτερη εντός του ΟΟΣΑ, με ρυθμό άνω του 5% ετησίως από το 2009- είχε ως αποτέλεσμα και τη μείωση της παραγωγικότητας.

Η πρόταση του ΟΟΣΑ είναι να σταματήσουν οι περικοπές στους μισθούς, να ληφθούν μέτρα ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα στις αγορές προϊόντων και να εφαρμοστούν πολιτικές που να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των εργαζομένων από κλάδο σε κλάδο.

Τέλος, στην έκθεση του ΟΟΣΑ διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με τη λιγότερη ασφάλεια στην αγορά εργασίας. Ο κίνδυνος να χάσει ένας εργαζόμενος τη δουλειά του στην Ελλάδα είναι από τους μεγαλύτερους μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ οι μηχανισμοί προστασίας από την ανεργία -π.χ. το ύψος και η διάρκεια των επιδομάτων ανεργίας- είναι από τους πλέον αδύναμους. Επιπλέον, για τους έχοντες εργασία η ποιότητά της είναι από τις χαμηλότερες, καθώς οι Έλληνες εργαζόμενοι είναι αντιμέτωποι με υπερβολικές απαιτήσεις στη δουλειά τους, χωρίς αντίστοιχα να έχουν επαρκείς πόρους για να τις καλύψουν. Αυτή η κατάσταση όχι μόνο εμποδίζει την αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά έχει και αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων, υπογραμμίζεται στην έκθεση του ΟΟΣΑ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0