ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
Σύμφωνα με έκθεση της Εθνικής Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Μεγάλης Βρετανίας, που συντάχθηκε με αφορμή την επίθεση που δέχθηκε η αστυνομία, από μια συμμορία οπαδών της Μπρίστολ Σίτι, σε παμπ της Οξφόρδης, το βράδυ του Σαββάτου 14 Μαρτίου, "ο χουλιγκανισμός στο ποδόσφαιρο βρίσκεται σε άνοδο, οι παραβάτες έχουν γίνει πολύπλοκοι και μοιάζουν περισσότερο με ομάδες οργανωμένου εγκλήματος".
Ο εκπρόσωπος της υπηρεσίας Μαρκ Στιλς δήλωσε στο BBC Radio Five Live: "Έχει υπάρξει μια αύξηση της βίας τα τελευταία δύο χρόνια. Το πρόβλημα του χουλιγκανισμού κινείται, πλέον, αρκετά μακριά από γήπεδα και μερικές φορές αρκετά μετά τους ποδοσφαιρικούς αγώνες και αυτό μας δημιουργεί προβλήματα. Είναι σίγουρο ότι αυτό που συμβαίνει τώρα δεν μοιάζει καθόλου με αυτό στο οποίο αναφέρονται οι άνθρωποι όταν μιλούν για τις σκοτεινές ημέρες της δεκαετίας του '70, όταν εκατοντάδες οπαδοί πολεμούσαν μεταξύ τους. Τώρα οι ομάδες των παραβατών έχουν γίνει πολύ πιο πολύπλοκες και είναι πολύ πιο οργανωμένες".
Tο πρόβλημα της βίας στα γήπεδα παραμένει, λοιπόν, στην Αγγλία και είναι αμφίβολο αν περιορίστηκε ποτέ, αφού δείχνει ότι εξελίχθηκε και έγινε πιο επικίνδυνο. Αυτό καταδεικνύει ότι υπάρχουν «κενά» στο πολυδιαφημισμένο βρετανικό μοντέλο αντιμετώπισης της βίας στα γήπεδα, γεγονός που κάνει επίκαιρη τη θέση ότι το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με κατασταλτικό τρόπο.
Η θέση σχετικά με την ανεπάρκεια των κατασταλτικών μεθόδων για την αντιμετώπιση της αθλητικής βίας ξεκινά από μια σειρά μαρξιστικής προέλευσης, κοινωνιολογικές θεωρητικές προσεγγίσεις, οι οποίες αναδεικνύουν τις δομικές πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις του προβλήματος. Αναδεικνύουν τη σχέση της βίας στα γήπεδα με τη βία που εκδηλώνεται σε συγκεκριμένους ταξικούς / πολιτιστικούς κοινωνικούς θύλακες, οι οποίοι βρίσκονται στο περιθώριο της κοινά αποδεκτής κοινωνικής ζωής και επηρεάζονται από τις γενικότερες πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές σχέσεις.
Στη σχέση "σκληρών" περιθωριακών πυρήνων της εργατικής τάξης με την ποδοσφαιρική βία γίνεται αναφορά από τους ερευνητές της κοινωνιολογικής σχολής του Πανεπιστημίου του Λέστερ. Με ιστορικά δεδομένα συνδέουν την έξαρση του φαινομένου με πολιτικές περιόδους υποχώρησης του βαθμού κοινωνικής ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης, όπως για παράδειγμα την περίοδο της διακυβέρνησης Θάτσερ. Πιθανόν τα σύγχρονα, νεοφιλελεύθερα δεδομένα της διακυβέρνησης Κάμερον να βρίσκονται στη βάση των νέων φαινομένων έξαρσης της βίας τα τελευταία δύο χρόνια στην Αγγλία.
Η δομική σχέση της βίας, που εκδηλώνεται μέσα και από συγκεκριμένες κοινότητες, με τις γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες συμπληρώνεται από τις ειδικότερες σχέσεις που διαμορφώνονται ιστορικά στον μικρόκοσμο αυτών των κοινοτήτων. Σχέσεις κυριαρχίας, κοινωνικής αποδοχής και κοινωνικής δικαιοσύνης αποκτούν επιπρόσθετο, συμβολικό και σημαντικό περιεχόμενο μέσα στο πλαίσιο των ειδικών συμβάσεων που ορίζουν το πεδίο μιας αθλητικής αναμέτρησης. Η ήττα, η απόρριψη, η «αδικία» στο ποδόσφαιρο αποκτούν πολλαπλασιαστική βαρύτητα για όλους εκείνους που βιώνουν αυτά τα συναισθήματα σε πρωτογενές επίπεδο και συγκροτούν ένα σημαντικό δευτερογενές πεδίο παραγωγής βίαιων συμπεριφορών.
Αυτού του τύπου η προσέγγιση, εντέλει, προκρίνει πρακτικές διαχείρισης που βρίσκονται στον αντίποδα των κατασταλτικών μεθόδων αντιμετώπισης του φαινομένου της βίας στα γήπεδα. Κυρίως θέτει την εκάστοτε πολιτεία απέναντι στις ευθύνες. Την υποχρεώνει να παρέμβει με κοινωνική ευαισθησία και αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Να επενδύσει στην καταπολέμηση της φτώχειας και των κοινωνικών αποκλεισμών. Να εξειδικεύσει τις πολιτικές της γύρω από τους θύλακες της βίας. Παράλληλα, να παρέμβει σε δευτερογενές επίπεδο, στους αθλητικούς θεσμούς και να διασφαλίσει την ανεξάρτητη εξισορροπητική τους λειτουργία. Αυτή είναι μια διαδικασία επίπονη και μακροπρόθεσμη, ωστόσο ίσως είναι η μοναδική που μπορεί να δώσει αποτελέσματα.