Live τώρα    
Ιφιγένεια Καμτσίδου: Η διάλυση της Χρυσής Αυγής δεν θα αποτρέψει την ίδρυση νέου κόμματος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Η διάλυση της Χρυσής Αυγής δεν θα αποτρέψει την ίδρυση νέου κόμματος

Δημοσιεύουμε σήμερα το β' μέρος της συνέντευξης με την καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ, Ιφιγένεια Καμτσίδου*. Μιλά για την παραβίαση του Συντάγματος στα χρόνια του Μνημονίου, τη Χρυσή Αυγή και την περίπτωση Μπαλτάκου.

Είναι όμως συνταγματικά επιτρεπτή η κατάθεση πρότασης μομφής κατά υπουργών ανεξαρτήτως χρόνου; Και αν ναι, πώς απαντάτε στο αντεπιχείρημα ότι κάτι τέτοιο, θα προκαλούσε την παρακώλυση του κοινοβουλευτικού έργου;

Όπως προαναφέρεται, η κατάθεση πρότασης μομφής δεν επιτρέπεται πριν την πάροδο εξαμήνου από την απόρριψη προηγούμενης. Τούτο σημαίνει, ότι πρόταση δυσπιστίας που απευθύνεται στο ίδιο πρόσωπο, αφορά τους ίδιους λόγους και κατατίθεται πριν εκπνεύσει το εξάμηνο είναι «απαράδεκτη». Αντίθετα, αν διαφοροποιείται το πρόσωπο και προβάλλονται νέα ζητήματα που καθιστούν αναγκαίο τον έλεγχό του, η απαγόρευση υποβολής πρότασης μομφής δεν έχει πεδίο εφαρμογής. Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο το Σύνταγμα (άρθρο 82 παρ. 2) και ο Κανονισμός της Βουλής (άρθρο 142 παρ. 1) επιβάλλουν στην πρόταση μομφής να εκτίθενται τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί η συζήτηση, άρα τα θέματα για τα οποία ζητείται η άρση της εμπιστοσύνης από τον ή τους ελεγχόμενους.

Σε ό,τι αφορά τις συνέπειες που μπορεί να αναπτύξει η διαφύλαξη του ελεγκτικού ρόλου που το Σύνταγμα επιφυλάσσει στην Βουλή, τόσο η κοινοβουλευτική ιστορία του τόπου, όσο και η πρακτική των συγγενικών πολιτευμάτων παρέχουν ασφαλή απάντηση: ο περιορισμός στην ελεγκτική εξουσία της Βουλής διευρύνεται σημαντικά στο Σύνταγμα του 1975, καθώς η δίμηνη απαγόρευση (άρθρο 78 παρ. 2 Συντ 1952) επεκτείνεται σε εξάμηνη, ενώ σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία δεν υπάρχει ούτε και σήμερα ανάλογη ρύθμιση. Η πορεία του κοινοβουλευτικού έργου υπήρξε σε όλες τις περιπτώσεις αδιατάρακτη: προτάσεις δυσπιστίας υποβάλλονταν, όταν διαρρηγνυόταν ο δεσμός ανάμεσα στην κυβέρνηση και την λαϊκή αντιπροσωπεία, δηλαδή όταν αποσαθρωνόταν η κυβερνητική πλειοψηφία, όταν η κυβέρνηση δεν κατόρθωνε να δημιουργήσει στο Κοινοβούλιο τις απαιτούμενες συναινέσεις για τις βασικές επιλογές της. Τούτο μαρτυρά, ότι η κυβερνητική σταθερότητα δεν επιτυγχάνεται με την εξουθένωση του ελεγκτικού ρόλου του Κοινοβουλίου και ότι βασική της παράμετρος είναι η διαμόρφωση του κομματικού συστήματος, η ανάδειξη κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών ικανών να στηρίζουν το κυβερνητικό έργο σε αρμονία με την θέληση του λαού. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο βρετανός πρωθυπουργός κυβερνά «εν Κοινοβουλίω», ότι υποβάλλει καθημερινά την κυβέρνηση και το έργο τους στον έλεγχο των Κοινοτήτων, δεν επηρέασε την πολιτική ζωή της χώρας και, κυρίως, δεν εμπόδισε την Μ. Βρετανία να παραμείνει το πιο σταθερό κοινοβουλευτικό σύστημα στον κόσμο.

Κατ' επανάληψη στο παρελθόν, αλλά με μεγαλύτερη ένταση σήμερα, έχουμε γίνει μάρτυρες της παραβίασης του Συντάγματος χάριν πολιτικών, πιο συγκεκριμένα κυβερνητικών σκοπιμοτήτων. Ποια η προσέγγισή σας στο θέμα και ποια η αντίδραση;

Ένα από τα στοιχεία που διακρίνει τους συνταγματικούς από τους λοιπούς κανόνες δικαίου είναι το αντικείμενο τους: το Σύνταγμα στα δημοκρατικά πολιτεύματα στοχεύει στην μορφοποίηση και στον περιορισμό της κρατικής εξουσίας, στην άσκηση της με τρόπο ορθολογικό και σύμφωνα με την βούληση του κυρίαρχου, δηλαδή του λαού. Τούτο αποτελεί τον πρωταρχικό λόγο ύπαρξης των συνταγματικών ρυθμίσεων, τις οποίες καλούνται να εφαρμόσουν τα κρατικά όργανα, που στις δημοκρατίες στελεχώνονται μέσα από τον πολιτικό ανταγωνισμό και με βάση την δύναμη των κομμάτων. Η ίδια η συνταγματική οργάνωση της πολιτείας, λοιπόν, ανάγει τις πολιτικές παρατάξεις σε κύριους διαμεσολαβητές της λαϊκής θέλησης και βασικούς παράγοντες της πραγμάτωσης των σημαντικότερων θεσμικών λειτουργιών. Ακριβώς όμως επειδή τα κόμματα ανάγονται σε παράγοντες του πολιτεύματος, δεσμεύονται από τις κανόνες του Συντάγματος που ρυθμίζουν την λειτουργία του και, στην χώρα μας (άρθρο 1 παρ. 2 και 3 Συντ.), επιτάσσουν η κρατική δράση να αναπτύσσεται με σεβασμό στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, δηλαδή στην αρχή του κράτους δικαίου, την κοινοβουλευτική και την δημοκρατική αρχή.

Έτσι, η παραβίαση των συνταγματικών κανόνων από τους κυβερνώντες για την εξυπηρέτηση οποιασδήποτε σκοπιμότητας θίγει πρώτα από όλα την μορφή του πολιτεύματος ως κράτους δικαίου: εξουσία που ασκείται εκτός των ορίων του Συντάγματος, χάνει τα χαρακτηριστικά της ως κανονιστικά οριοθετημένης εξουσίας και καθίσταται αυθαίρετη. Με διαφορετική διατύπωση, η λειτουργία της πολιτείας δεν ακολουθεί τους πάγιους και αντικειμενικούς κανόνες που την πλαισιώνουν, αλλά αναπτύσσεται σύμφωνα με την θέληση των προσώπων που κατέχουν τα κυβερνητικά αξιώματα. Κατά δεύτερο λόγο, νοθεύεται ο δημοκρατικός ανταγωνισμός: υπερβαίνοντας τα συνταγματικά όρια και τους όρους της δημοκρατικής αντιπαράθεσης, οι κυβερνώντες μπορούν να αποδώσουν στο κόμμα τους ορισμένα πλεονεκτήματα ή να αποτρέψουν δυσμενείς γι' αυτό συνέπειες. Για παράδειγμα, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν διστάζουν να προσφεύγουν στην πρόωρη διάλυση της Βουλής, προκειμένου όχι να αντιμετωπιστεί ένα εθνικό θέμα σπουδαίας σημασίας, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, αλλά για να επωφεληθούν από το ευνοϊκό για την παράταξη τους κλίμα στην κοινή γνώμη.

Η αντίδραση απέναντι στην τάση των κομμάτων να καταστρατηγούν ή να παραβιάζουν το Σύνταγμα μπορεί να προέλθει μόνον από το εκλογικό σώμα: ο σεβασμός του Συντάγματος, ως προϋπόθεση ομαλής λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί σε πρωτεύον κριτήριο αξιολόγησης των πολιτικών παρατάξεων, τόσο της συμπολίτευσης, όσο και της αντιπολίτευσης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η εκλογική αναμέτρηση οδηγεί στην δημοκρατική διακυβέρνηση της χώρας και δεν είναι απλώς η μέθοδος επιλογής ενός «αιρετού μονάρχη».

Πολιτικοί, νομικοί, αλλά και πολίτες ευρύτερα, υπογραμμίζουν την καταπάτηση του Συντάγματος το τελευταίο διάστημα, για παράδειγμα με την υποκατάσταση της Βουλής, ενώ παραμένει πάντα στο δημόσιο διάλογο η ιδέα για διάλυση- απαγόρευση κομμάτων. Ποιο είναι το σχόλιό σας σε όλα αυτά;

Η οικονομική κρίση έχει, μεταξύ των άλλων, θέσει σε δοκιμασία την τήρηση του Συντάγματος, ο σεβασμός του οποίου στη χώρα μας μοιάζει να μην αποτελεί πια προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία των θεσμών. Η διακυβέρνηση του τόπου ασκείται με την λήψη αποφάσεων που το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται προφανώς εκτός των προβλεπόμενων συνταγματικών διαδικασιών, ορθότερα έξω από τη χώρα. Εκτός από την μετακύλιση σημαντικού μέρους της νομοπαραγωγικής διαδικασίας στην κυβέρνηση, οι σπουδαιότεροι νόμοι εισάγονται προς ψήφιση στην Βουλή με την διαδικασία του κατεπείγοντος, με αποτέλεσμα η λαϊκή αντιπροσωπεία να τους επικυρώνει χωρίς διαβούλευση και αντιπαράθεση, συνήθως με κριτήριο την διασφάλιση της καταβολής μιας δανειακής δόσης. Η αδιατάρακτη ροή των δανείων εμφανίζεται ως λόγος που μπορεί να δικαιολογήσει οποιοδήποτε μέτρο, ακόμη και αν αυτό περιορίζει δραστικά θεμελιώδη δικαιώματα και παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές της εθνικής και ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Τέλος, ο έλεγχος των μέτρων αυτών από την δικαιοσύνη δυσκολεύεται ιδιαίτερα, καθώς τα δικαστήρια βρίσκονται αντιμέτωπα με την κυβερνητική επίκληση της διάσωσης της χώρας ως υπέρτατου δημόσιου συμφέροντος, με θέματα δηλαδή που διαθέτουν εξόχως πολιτικό χαρακτήρα και αγγίζουν τα όρια των αρμοδιοτήτων του δικαστή.

Με δυο λόγια, οι συνταγματικές εγγυήσεις της πολιτικής, συλλογικής και προσωπικής αυτονομίας των μελών του κοινωνικού συνόλου έχουν συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό, που οι δημοκρατικοί θεσμοί στην Ελλάδα μοιάζουν με παραπέτασμα που συγκαλύπτει την αυταρχική διακυβέρνηση, τείνουν να εξελιχθούν σε απλή παράμετρο νομιμοποίησης πολιτικών που αγνοούν τις ανάγκες, τα συμφέροντα και τα δικαιώματα της μεγαλύτερης μερίδας των πολιτών. Η απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών, χωρίς προφανώς να αποτελεί το μοναδικό αίτιο εμφάνισης του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, ευνόησε την ανάπτυξή του: οι κυβερνώντες των τελευταίων ετών ανέλαβαν την ευθύνη να δείξουν ότι η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει δύσκολες περιστάσεις, ότι η «σωτηρία της πατρίδας» επιτρέπεται να επιδιωχθεί με την εξουθένωση του κράτους δικαίου και των προνοιακών χαρακτηριστικών του. Μάλιστα, επειδή το εκλογικό ακροατήριο των κομμάτων που συγκροτούν την κυβέρνηση συρρικνώνεται, σημαντικά στελέχη της δεν δίστασαν να συνταχθούν με τα ρατσιστικά και αυταρχικά αιτήματα του νεοναζιστικού κόμματος, για να αναχαιτίσουν την πολιτική φθορά της παράταξής τους: αντί να επιδιώξουν την ταχύτερη αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος, ώστε οι απαντήσεις στην κρίση να δίνονται μέσα από τις συνταγματικές διαδικασίες, νομιμοποιούν πολιτικές πρακτικές που στοχεύουν στην διακυβέρνηση χωρίς δημοκρατικό έλεγχο. Για να αποκαταστήσουν την επαφή με όσους απογοητεύτηκαν από την δημοκρατία, συνομιλούν με τους εχθρούς της, υποσχόμενοι μια ψευδεπίγραφη ασφάλεια αντί για δικαιώματα και ίση κοινωνική αξιοπρέπεια. Το συμφέρον της παράταξης, όπως δήλωσε ο πρώην Γ.Γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου κ. Μπαλτάκος, ταυτίστηκε με το συμφέρον της χώρας και η λειτουργία των θεσμών υποτάχθηκε σε αυτό.

Η σύλληψη και η ποινική δίωξη στελεχών της Χρυσής Αυγής βοηθούν την διερεύνηση κάποιων από τα σοβαρά εγκλήματα στα οποία προέβησαν οργανωμένα τα μέλη της. Ωστόσο, ούτε η ποινική αντιμετώπιση του προβλήματος ούτε η πρόβλεψη μέτρων διοικητικού χαρακτήρα, μπορούν να αναχαιτίσουν την εξάπλωση του φασισμού. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την συζήτηση για την απαγόρευση της λειτουργίας του κόμματος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μια τέτοια παρέμβαση θα είναι τόσο αλυσιτελής, όσο και επιζήμια για το δημοκρατικό μας πολίτευμα. Η διάλυση της Χρυσής Αυγής δεν θα αποτρέψει την ίδρυση νέου κόμματος, με την ίδια ιδεολογία και τα ίδια πολιτικά προτάγματα, καλύτερα συγκεκαλυμένα, ώστε να περιγράφονται οι επιταγές του νόμου. Επιπλέον, η υιοθέτηση κανόνα, με βάση τον οποίο κάποιο διοικητικό ή δικαστικό όργανο θα ελέγχει την ιδεολογία και τις πολιτικές προτάσεις των κομμάτων για να επιτρέψει την είσοδό τους στο πεδίο της δημοκρατικής αντιπαράθεσης, θα περιορίσει δραστικά την πολιτική αυτονομία των παρατάξεων και θα γεννήσει έναν σοβαρό κίνδυνο: η διοίκηση ή η δικαστική εξουσία θα καθορίζει την τύχη των πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης. Το όργανο το οποίο θα είναι επιφορτισμένο με την εξουσία αυτή, θα έχει την ευχέρεια να επηρεάζει την ιδεολογία όλων των πολιτικών φορέων της χώρας, να αξιολογεί τις προτάσεις τους και, τελικά, να εξαιρεί ορισμένους, πιθανόν τους μη αρεστούς στους κυβερνώντες, από τον δημοκρατικό ανταγωνισμό.

Η εξάπλωση του φασισμού υποσκάπτει τα θεμέλια του πολιτεύματος και διαβρώνει την κοινωνική ειρήνη και συνοχή. Η αντιμετώπιση, όμως του φαινομένου δεν μπορεί να γίνει με απαγορεύσεις και νομοθετικές παρεμβάσεις και κυρίως δεν μπορεί να γίνει σε ένα πολίτευμα, που σταδιακά αλλά σταθερά χάνει τα δικαιοκρατικά χαρακτηριστικά του. Όσο οι κυβερνώντες επιμένουν να στηρίζουν την γενική πολιτική της χώρας στο δόγμα salus patriae suprema lex esto, να εξορίζουν τον ελληνικό λαό από το συνταγματικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο ρύθμισης των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων, το νεοναζιστικό μόρφωμα θα διατηρεί μια θέση στο κομματικό σύστημα.

Την Κυριακή το βράδυ παρακολουθήσαμε όμως και την προσωπική επίθεση του, και συναδέλφου σας, αντιπροέδρου της κυβέρνησης στο πρόσωπο το δικό σας όπως και άλλων συνταγματολόγων. Ποια τα όρια της πολιτικής ένταξης και της επιστημονικής ιδιότητας;

Η επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου έχει ως αντικείμενο την μελέτη και ερμηνεία των κανόνων που ρυθμίζουν κατά βάση την συγκρότηση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας, προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και αποτυπώνουν τις θεμελιώδεις αρχές της έννομης τάξης. Πρόκειται, δηλαδή για επιστήμη κατά κύριο λόγο κανονιστική, που έργο της είναι να διαμορφώσει την λειτουργία των συνταγματικών θεσμών, να καθοδηγήσει την δράση των κρατικών οργάνων, ώστε η συνταγματική πράξη να εξασφαλίζει την ολοκλήρωση της δημοκρατίας. Ο συνταγματολόγος έχει διαρκώς προ οφθαλμών τον πρακτικό στόχο της επιστήμης του, που συνίσταται στην προστασία του ατομικού, του συλλογικού και πολιτικού αυτοπροσδιορισμού και στην διαφύλαξη της κοινωνικής αυτονομίας. Τούτη η αποστολή του ερμηνευτή των συνταγματικών κανόνων, δηλαδή η διασφάλιση του σεβασμού της δημοκρατικής αρχής και του δικαιοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος, καθορίζει και τα όρια ανάμεσα στην πολιτική ένταξη και την επιστημονική ιδιότητα: ο ερμηνευτής του Συντάγματος δεν οφείλει ούτε μπορεί να παραμείνει πολιτικά και ιδεολογικά ουδέτερος. Έχει όμως την υποχρέωση να διαμορφώνει τις ερμηνευτικές προτάσεις του με βάση τα εργαλεία της συνταγματικής επιστήμης και ενόψει της διαφύλαξης του προαναφερόμενου σκοπού της.

Ας μου επιτραπεί, τέλος, να προσθέσω το εξής: όσοι από τους συνταγματολόγους είναι παράλληλα και καθηγητές πανεπιστημίου βαρύνονται με ένα πρόσθετο καθήκον, με ένα βαρύ χρέος, όπως δεν δίστασε να υπενθυμίσει ο Σ. Καράγιωργας στους στρατοδίκες: οφείλουν να ερμηνεύουν το Σύνταγμα με τέτοιο τρόπο, ώστε οι νέοι νομικοί να κάνουν κτήμα τους τα βασικά προτάγματα της επιστήμης του συνταγματικού δικαίου και να είναι ικανοί, με την σειρά τους, να προστατεύουν τις ελευθερίες και την ίση απόλαυση των δικαιωμάτων από όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0