Live τώρα    
ΣΤΟ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ / Κ. Γιαννίδης και Β. Τσιτσάνης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΣΤΟ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ / Κ. Γιαννίδης και Β. Τσιτσάνης

Του Κοσμά Κέφαλου

Δεκαετία του '20 και οι Βερολινέζοι απολαμβάνουν ταινίες των Φριτς Λανγκ, Λουίς Μπουνιουέλ, Σεργκέι Αϊζενστάιν και Τσάρλι Τσάπλιν. Η χρυσή εποχή του βωβού κινηματογράφου. Σε κάποια αίθουσα ένας νεαρός πιανίστας, μαθητής του Καρλ Ραίσλερ, συνοδεύει μουσικά την προβολή των ταινιών. Για βιοποριστικούς λόγους θα παίξει πιάνο σε θέατρα και στα φημισμένα καμπαρέ του Βερολίνου. Πρόκειται για τον Γιάννη Κωνσταντινίδη, με καταγωγή από τη Ζαγορά Πηλίου, γεννημένο στις 21 Αυγούστου 1903 στη Σμύρνη και σπουδαγμένο μουσικά, μαζί με τον φίλο του Νίκο Σκαλκώτα, στη Γερμανία.

Οι σπουδαίες βωβές ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, συνοδευόμενες από ζωντανή μουσική, προβάλλονται και στην Ελλάδα, μαζί με εγχώριες παραγωγές. Στα Τρίκαλα, με το Τρίο Μπαρόνι, παίζει βιολί ένας 14χρονος (γεν. 18.1.1915), από Ηπειρώτες γονείς, ο Βασίλης Τσιτσάνης.

Το 1924 ο Γιάννης Κωνσταντινίδης αρχίζει να γράφει τα Τραγούδια της προσμονής και το 1927 συνθέτει στο Θέατρο του Στράλσουντ την οπερέτα Το μικρόβιο της αγάπης. Αργότερα δημιουργεί έργα για ορχήστρα, σκηνική μουσική και μουσική δωματίου. Η Μικρασιατική καταστροφή τον έδιωξε από τη Σμύρνη, η άνοδος του ναζισμού τον διώχνει από τη Γερμανία.

Το 1931 εγκαθίσταται στην Ελλάδα και με το όνομα Κώστας Γιαννίδης στρέφεται στο ελαφρό τραγούδι, καθώς και σε οπερέτες και μουσική για θεατρικά έργα. Τις δημιουργίες του θα αποδώσουν εξαιρετικά η Βέμπο, η Δανάη, ο Γούναρης, η Μούσχουρη κ.ά.

Το κοινό θα αγαπήσει το ελαφρό ρεπερτόριο όπως, Ξύπνα αγάπη μου, Θα ξανάρθεις, Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα, αλλά και, στα ίχνη του ρεμπέτικου, Τα νέα της Αλεξάντρας.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης πρωτόμαθε στα 11 μαντολίνο από τον πατέρα του, ως μαθητής γυμνασίου έπαιζε βιολί, αλλά η μεγάλη του αγάπη ήταν το καθυβρισμένο τότε μπουζούκι!

Το 1936 έρχεται στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική, μα γρήγορα τον κερδίζει η μουσική. Παίζει και συνθέτει τις πρώτες του επιτυχίες, τραγουδισμένες από τους Περδικόπουλο, Παγουμτζή, Βαμβακάρη, Περπινιάδη. Το 1983 υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία, μαζί με τον Χαρίλαο Φλωράκη.

Κατά τη διάρκεια της κατοχής ανοίγει στη Θεσσαλονίκη το ιστορικό «Ουζερί Τσιτσάνης» και το 1946 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα. Θα συνεργαστεί και θα αναδείξει τις Μπέλου, Γεωργακοπούλου, Νίνου. Τα επόμενα χρόνια θα ερμηνεύσουν τραγούδια του οι Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Γαβαλάς, Αγγελόπουλος, Γκρέυ, Κόκοτας κ.ά.

Ενδεικτικά, λίγες από τις πολλές επιτυχίες του: Συννεφιασμένη Κυριακή, Χωρίσαμε ένα δειλινό, Ξημερώνει και βραδιάζει, Αχάριστη, Νύχτες μαγικές, Κάνε λιγάκι υπομονή.

Δεν διανοούμαι να αποτολμήσω οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ των δύο μεγάλων δημιουργών. Ίσως κάποια προσέγγιση μπορεί να επιχειρηθεί μέσα από τα τραγούδια τους, όπου σκιαγραφείται η κοινωνική ζωή της Ελλάδας του περασμένου αιώνα, στη μουσικοθεατρική παράσταση «Γιαννίδης –Τσιτσάνης: δρόμοι παράλληλοι», στις 18 Σεπτεμβρίου στα Ενετικά Τείχη, Λ. Πλαστήρα, Ηράκλειο.

Ωστόσο υποκύπτω στον πειρασμό να αναφέρω ότι τις ημέρες του θανάτου τους (17.1.84 ο Γιαννίδης, 18.1.84 ο Τσιτσάνης), οι εφημερίδες αφιέρωσαν πολλές σελίδες στον Τσιτσάνη και λίγες γραμμές στον Γιαννίδη. Η κηδεία του Τσιτσάνη μετατράπηκε σε λαϊκό προσκύνημα, με την παρουσία σύσσωμου του καλλιτεχνικού, αλλά και πολιτικού κόσμου. Στην κηδεία του Γιαννίδη πήγαν ελάχιστοι.

[email protected]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0