Ο Ζαν -Λικ Γκοντάρ είχε αναρωτηθεί κάποτε, στα χρόνια της "οργισμένης νιότης" του, αν ο κινηματογράφος εφευρέθηκε «για να αποκρύπτει την πραγματικότητα από τις μάζες». Αλλά αν αυτός ο ισχυρισμός μπορεί να γίνει δεκτός σε κάποιο βαθμό για τον κινηματογράφο μυθοπλασίας, το ντοκιμαντέρ, ιδιαίτερα με τη δυναμική που έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια, χάρη στην φτηνή και "ευέλικτη" τεχνολογία, φαίνεται να κινείται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, της "αποκάλυψης της πραγματικότητας". Από τις ταινίες του Μάικλ Μουρ που προβάλλονται σε χιλιάδες αίθουσες σε όλο τον κόσμο, μέχρι τις φτηνές παραγωγές που αγγίζουν σχεδόν το μηδενικό κόστος, το ντοκιμαντέρ είναι το πιο ανερχόμενο είδος κινηματογράφου παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια, και ούτε καν η ελληνική κρίση, η έλλειψη χρηματοδοτικών πόρων στη χώρα μας, φαίνεται να μπορούν να ανακόψουν αυτή τη δυναμική. Ισως μάλιστα, λένε κάποιοι, είναι ακριβώς η κρίση που πυροδοτεί την "έκρηξη" του ντοκιμαντέρ (συνολικά 60 ελληνικά ντοκιμαντέρ στο πρόσφατο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), καθώς θέλουμε αυτή τη στιγμή να μάθουμε τι συνέβη με την ιδιωτικοποίηση των υδατικών πόρων σε άλλες περιοχές του πλανήτη, ή με τις ισοπεδωτικές παρεμβάσεις και τα προγράμματα λιτότητας του ΔΝΤ, ή ακόμα να δούμε πώς συνδέεται η παράλληλη δράση των ακροδεξιών στη γηραιά ήπειρο...
Εχουμε ξεφύγει προ πολλού από τη θεωρία για την εικόνα -ιστορικό τεκμήριο, ή τον μεταδομισμό των κωδίκων της κινούμενης εικόνας. Η "ξεχασμένη" ιδεολογία της εικόνας, με άλλα λόγια η ανάδειξη συμπεροφορών, αξιών, αναπαραστάσεων, επιστρέφει μέσα από την ευστροφία και την ευρηματικότητα, αλλά και την τόλμη του κινηματογραφιστή, καθώς η ιδεολογία έχει συνήθως την τάση να "αποσύρεται" από το προσκήνιο, κινώντας τα νήματα από τον "εκτός πεδίου" χώρο...
Σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, αρκετές από τις ελληνικές ταινίες της πρόσφατης "σοδειάς" είναι κρίσιμα ντοκουμέντα για την βαθιά ελληνική κρίση και τις ανθρωποθυσίες που προκαλεί: Από το «Χαμένο σήμα της Δημοκρατίας» του Γιώργου Αυγερόπουλου, που αναφέρεται στο βίαιο κλείσιμο της ΕΡΤ, το «Στο Νήμα» των Αλέξανδρου Παπανικολάου και Εμιλυς Γιαννούκου, για τον Αλέξη Τσίπρα, ταινία που "απέδειξε" ήδη πως ορισμένοι πολιτικοί κάνουν τις επιθέσεις τους χωρίς να ενδιαφέρονται καν να εξετάσουν το "τεκμήριο", τη "Νονά" του Στέλιου Κούλογλου, που βάζει στο στόχαστρο (αναποτελεσματική υπερβολή κατά τη γνώμη μας) τον χαρακτήρα της Ανγκελα Μέρκελ, το «Καλάβρυτα: Ανθρωποι και σκιές» του Ηλία Γιαννακάκη, που, ανατρέχοντας στο τραυματικό παρελθόν της σφαγής, μάς διδάσκει και για το προβληματικό "σήμερα", το «Στοργή στο Λαό» του Βασίλη Δούβλη που μας γυρίζει στα "μαθήματα εθνικής και λογοκριτικής διαπαιδαγώγησης" της απριλιανής δικτατορίας, τραγελαφικό χρονικό μιας εποχής, που δυστυχώς επιβιώνει σε σημαντικό βαθμό μέχρι σήμερα. Ακόμη, η Κατερίνα Πατρώνη στην «Τέχνη της κρίσης» παρουσιάζει την αντίδραση των νέων του θεατρικού μας χώρου, κόντρα στην οικονομική κρίση, αντίδραση που είναι ταυτόχρονα "σχόλιο" και στάση ζωής.
Ισως αυτό που έχει σημασία να επισημανθεί σε σχέση με τη δουλειά των σύγχρονων ακτιβιστών της εικόνας αλλά και των κινηματογραφιστών που υφίστανται την κρίση, είναι ότι οι σπουδαίοι ντοκιμαντερίστες χρησιμοποιούν πάντοτε τον ιστορικό χρόνο σαν μια παράμετρο-εργαλείο ώστε να πετύχουν αποτελέσματα σε μεγαλύτερο βάθος και διαύγεια. Γράφαμε την προηγούμενη Κυριακή για τον κορυφαίο ντοκιμαντερίστα Κλωντ Λανζμάν, καθώς στο 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης είδαμε την τελευταία ταινία του «Ο τελευταίος των Αδίκων», όπου επεξεργάζεται υλικό που είχε κινηματογραφήσει σαράντα χρόνια πριν. Ο ίδιος δημιουργός γύρισε το αριστουργηματικό «Shoah» (που έχει συνολική διάρκεια εννέα ώρες), κινηματογραφικό "μνημείο" για το Ολοκαύτωμα, δουλεύοντας επί έντεκα χρόνια (1974-1985). Αξίζει να πούμε δυο λόγια για αυτή την ταινία που χαρακτηρίστηκε "το σημαντικότερο ντοκιμαντέρ όλων των εποχών", έργο που "υπερβαίνει τα όρια του κινηματογραφικού χώρου και αποτελεί από μόνο του μείζον ιστορικό γεγονός". Σε αντίθεση με το αριστουργηματικό ντοκιμαντέρ «Νύχτα και καταχνιά», για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που ο Αλέν Ρενέ γύρισε δέκα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, κάνοντας χρήση των εικόνων-επικαίρων που τράβηξαν οι Σύμμαχοι φτάνοντας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο Λανζμάν στο "Shoah" δεν περιλαμβάνει ούτε ίχνος αρχειακού υλικού. Ο δημιουργός έψαξε σε όλο τον κόσμο για επιζώντες, μάρτυρες του Ολοκαυτώματος, και τους ζητά να ανασυστήσουν "τώρα", μπροστά στην κάμερα, τα όσα συνέβησαν τότε. Στην ουσία, ο Λανζμάν μέσω της διαλεκτικής (η μέθοδός του θυμίζει περισσότερο την σωκρατική μαιευτική) βάζει τους συνομιλητές του σε μια κατάσταση ανα-βίωσης, δεν ενδιαφέρεται απλώς για τις αναμνήσεις τους. Η κάμερα, ο λόγος, η διάρκεια είναι τα όπλα της απλής αλλά και άτεγκτης στρατηγικής του Λανζμάν, που πολλά μπορεί να μας διδάξει και για την αποκρυπτογράφηση της σημερινής κρίσης.
Στο κέντρο της προσοχής του κινηματογραφιστή είναι συνεχώς οι άνθρωποι, ακόμη κι όταν η κάμερα περιπλανιέται στα "ειδυλλιακά" σήμερα, τοπία της ιστορικής βίας. Ανθρωποι από όλες τις πλευρές: τα θύματα, οι θύτες αλλά και οι επιτήδειοι αδιάφοροι ή οι διστακτικοί, οι φοβισμένοι μπροστά στο πρόσωπο της βαρβαρότητας...
Ο Λανζμάν θέτει περίπου τα ίδια ερωτήματα στους συνομιλητές του, εστιάζοντας σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες, τον ενδιαφέρει το πώς και όχι το γιατί: το κρύο, η ζέστη, η δίψα, η πείνα, οι κραυγές, τα χτυπήματα, οι μυρωδιές, ο χρόνος που απαιτούνταν για να ενεργοποιηθούν τα αέρια μέσα στους θαλάμους αερίων. Ακόμη, πόσος χρόνος μεσολαβούσε ανάμεσα στην άφιξη των ανθρώπων με τα τρένα έως τη θανάτωσή τους, πόσος χρόνος χρειαζόταν για να λιώσουν τα πτώματα μέσα στους φούρνους, με παράλληλες χωροταξικές απεικονίσεις, που μετατρέπουν τον θεατή κοινωνό... Η άρνηση χρήσης αρχειακού υλικού, μας "προσγειώνει" στα πρόσωπα των ανθρώπων που βίωσαν τα γεγονότα και η σημερινή εικόνα των χώρων εκείνων αιχμαλωτίζει μια πραγματικότητα δεν έχει υποκύψει στον χρόνο.
Πριν από έναν χρόνο, συζητώντας με τον σπουδαίο ντοκιμαντερίστα Εγιάλ Σιβάν, από το Ισραήλ, η κουβέντα ήρθε σε μια φράση του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ότι ο χρονικογράφος της Ιστορίας δεν πρέπει να υποκύπτει στη διάκριση «μικρών» και «μεγάλων» γεγονότων: «Το ντοκιμαντέρ, σήμερα, είναι ο χρονικογράφος της Ιστορίας. Αν δεν επιχειρείς να δώσεις μία εναλλακτική ανάγνωση της Ιστορίας ή των όσων συμβαίνουν σήμερα, τότε δεν κάνεις το χρέος σου ως ντοκιμαντερίστας ή δημιουργός ή πνευματικός άνθρωπος».