Live τώρα    
Βιβλίο / Ένας κόσμος σε συνεχή μετάβαση
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλίο / Ένας κόσμος σε συνεχή μετάβαση

Jasna, Chantal Choffe

«Καλοήθη παράσιτα». Ένα μυθιστόρημα που μιλάει για την οικογένεια, αυτό δείχνει με την πρώτη ματιά. Ανθρωποκεντρικό όπως και τα περισσότερα γραπτά μου. Βέβαια, η ιστορία της οικογένειας και των προγονικών οικογενειών τους είναι η αφορμή. Το ενδιαφέρον είναι η αφετηρία των πράξεών τους, οι ίδιες οι πράξεις και εντέλει το αποτέλεσμά τους που, σε κάποιες περιπτώσεις, τους αγαπημένους τούς κάνει εχθρούς. Ανθρώπινες αδυναμίες, σχέσεις φανερές και κρυφές, συγχώρεση, χαμένα όνειρα, συμβιβασμούς, τόλμη και δειλία... Όλα μπλέκονται καθημερινά μεταξύ τους φανερώνοντας μέρα με τη μέρα καινούργιες πτυχές των χαρακτήρων, καταργώντας το αρχικό, αθώο κοίταγμα του κόσμου. Και έτσι κομματιάζεται εκείνο που είχες αγαπήσει -και ο τρόπος που το είχες αγαπήσει-, σπάει η αλληλουχία των κρίκων και αναγκάζεσαι να περπατήσεις σε καινούργιους, άγνωστους κόσμους.

Και γιατί η οικογένεια;

Σε κάποιους το βιβλίο μπορεί να θυμίσει οικεία κακά, να θυμίσει πως αν το πρόβλημα, τα προβλήματα, δεν λυθούν με συνεννόηση, ειλικρίνεια και καθαρό βλέμμα, θα κακοφορμίσουν, θα αρρωστήσουν εαυτούς και αλλήλους, θα οδηγήσουν σε θεόρατο τοίχο. Θα μου πεις, και γιατί η οικογένεια, γιατί η οικογένεια; Γιατί από ’κει ξεκινούν όλα! Διεκδικήσεις, παραχωρήσεις, απορρίψεις, νίκες και ήττες, τρυφερότητα και έγνοια, πολιτισμός, μικρές και μεγάλες μάχες, όλα! Οι πρώτες διδαχές, τα πρώτα μαθήματα. Και, εντέλει, είναι αυτή που θα μας ακολουθεί πάντα. Η οικογένεια. Πόσες φορές δεν ακούγαμε παλαιότερα, αλλά και σήμερα: «ίδια η μάνα σου» ή «ολόφτυστος ο πατέρας σου» ή «όλα τα στραβά των γονιών σου πήρες». Βλέπετε, σε πολλά σημεία υπάρχει ταύτιση στα βαθιά πιστεύω, στην ουσιαστικότερη αντίληψη του κόσμου με αυτήν των γονιών μας. Άλλωστε δεν γεννιόμαστε άγραφο χαρτί. Τα γονίδιά μας γεμάτα σημειώσεις. Αυτές συμπληρώνουν -ή αντιμάχονται- τις προσλαμβάνουσες από την οικογένεια. Κάτι εφηβικές νίκες μάς δίνουν την ψευδαίσθηση μιας επανάστασης, ότι ξεπεράσαμε τα δεδομένα, πήγαμε παρακάτω... Ναι, μπορεί να φαίνεται έτσι, και ίσως να κρατήσει κάποια χρόνια. Όμως η οικογένεια υπάρχει και κυλάει σε υπόγειες διαδρομές, πάντα δίπλα μας, πάντα σε μιαν άκρη του μυαλού μας, γιατί, τελικά, είναι ένα κουτί ερμητικά κλειστό!

Συγκατοίκηση και συμβίωση

«Καλοήθη παράσιτα». Μα τι τίτλος είναι αυτός, με ρωτάνε. Ή δεν με ρωτάνε, αλλά το προφέρουν με τέτοιο τρόπο σαν να ζητάνε εξήγηση και επεξήγηση. Θα το πω, λοιπόν, όπως το έχω ξαναπεί. Τα καλοήθη συνήθως στέκονται εκεί και δεν μας ενοχλούν, άλλες φορές χρειάζονται θεραπεία κι άλλες τα καλοήθη μεταμορφώνονται σε κακοήθη. Τα παράσιτα, θυμίζω, είναι μικροοργανισμοί που μεγαλώνουν σε βάρος κάποιου άλλου οργανισμού. Συνήθως ωφελούνται από αυτήν τη συγκατοίκηση και έτσι συμβιώνουν. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις που -από απροσεξία ή από σκοπού- βλάπτουν τον ξενιστή τους. Κάπως έτσι λειτουργούν και οι περισσότερες ανθρώπινες σχέσεις, σε εναλλασσόμενους ρόλους συνήθως.

* Ο Κοραής Δαμάτης είναι σκηνοθέτης

Να χαλάσει τα παιδιά, αγάλι, αγάλι*

Μπήκε το φθινόπωρο, ξέσπασαν οι βροχές. Η κυρά-Ανδρομέδα δε μαλάκωνε, δε λύγιζε η οργή της. Όρθιο πυρωμένο ξίφος. Αυτά φταίγανε, έτσι πίστευε. Τα ζωντανά παιδιά της φταίγανε. Αυτά σκότωσαν τη μικρή Αριάδνη, ψυχή μου, αυτά τη σκότωσαν. Και πήρε απόφαση να τα χαλάσει. Αλλά όχι γρήγορα, όχι μεμιάς, όχι. Δεν θα βιαστεί, σιγά σιγά, να τα πονέσει πρώτα, όπως πόνεσαν το αστέρι της, όπως πονάει τώρα η μάνα τους, πονάει, σκίζονται τα σωθικά της. Ναι. Αγάλι, αγάλι. Και για αρχή τα κλείδωσε στη κάμαρή τους με δυό μπουκιές ψωμί και λίγο νερό. Και τα παιδιά από φόβο στη παραλογισμένη μάνα, μένανε μουγκά όλη μέρα και μόνο γνέφανε κολλημένα στα τζάμια των παραθύρων, γνέφανε να τα δει κάποιος συγχωριανός να ’ρθει να τα γλιτώσει. Ζούσαν στριμωγμένα σε μια γωνιά του δωματίου, στην πιο στεγνή, εκεί είχαν σύρει το κρεββάτι τους. Όλο το υπόλοιπο δωμάτιο αργοσάλευε συνέχεια πλημμυρισμένο απ’ τις συχνές νεροποντές. Έμπαιναν κι άπλωναν τα νερά από κείνη την ουρανοκατέβατη -πώς αλλιώς να το πει κανείς;- ρωγμή, από κείνο το ξαφνικό θρυμμάτισμα της πλάκας στην ταράτσα τη στιγμή που πέταξε η Αριάδνη στους ουρανούς. Και πλέανε τα έπιπλα, έφτανε το νερό στην ακτή του κρεββατιού και κείνα καθισμένα το έβλεπαν να ανεβαίνει. Τρέμουλα τα έπιανε, τρέμουλα πως θα πνιγούνε.

Κάποια βράδια έβρισκε το νου της η κυρά-Ανδρομέδα, πάλευε να σταματήσει την οργή, να την καλμάρει. Ξεκλείδωνε τις πόρτες να αγκαλιάσει τα παιδιά, τελευταία στιγμή κοκκάλωνε το χέρι στο πόμολο και ξανακλείδωνε. Αδύναμο πια το μυαλό της, παραδομένο στην οδύνη, ολοένα τριγυρνούσε σ’ άφεγγα νυχτώματα.

* Απόσπασμα από το βιβλίο «Καλοήθη παράσιτα»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0