Ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες στη μυθιστορηματική βιογραφία «Τα ονόματα της Φελίσας», λέξη τη λέξη, παράγραφο την παράγραφο, με απόλυτη προσήλωση στην προσωπικότητα της ηρωίδας του, με απαράμιλλη φροντίδα, σχολαστικότητα και επιμονή στη λεπτομέρεια, με γνώση, συναίσθημα και διεισδυτικότητα δημιουργεί το πορτρέτο μιας γυναίκας, της Κολομβιανής γλύπτριας Φελίσα Μπουρστίν, επινοώντας την διαρκώς όπως και η ίδια προσπάθησε -και εν πολλοίς κατάφερε- να κάνει: να επανεπινοήσει, δηλαδή, τον εαυτό της σε μια πραγματικότητα και μια χώρα βαθιά πατριαρχική που δεν επέτρεπε εύκολα σε μια γυναίκα την καλλιτεχνική δημιουργία όταν αυτή ξέφευγε από τα επίπεδα του χόμπι και γινόταν εσωτερική ανάγκη ανατροπής και αμφισβήτησης των πάντων: της εποχής, της πολιτικής κατάστασης, της πατροπαράδοτης οικογένειας, ακόμη και της μητρότητας.
Ο Βάσκες κάνει κι εδώ αυτό που τόσο καλά γνωρίζει: συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν, γνωρίζοντας καλά πως η πολιτική και τα ιστορικά γεγονότα διαπλέκονται και επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων διαμορφώνοντάς τες και δίνοντας στις εκάστοτε επιλογές τη χροιά της μοίρας, συμπληρώνει τα κενά της πραγματικότητας με τη φαντασία έχοντας ως γνώμονα ένα συντριπτικό νοιάξιμο για τα ανθρώπινα και γνωρίζοντας καλά την πολυπλοκότητα του κάθε βίου αλλά και το γεγονός πως η αφήγησή του τον αποδίδει και συγχρόνως τον αναπλάθει. Και όλα αυτά με μια αβίαστη ρέουσα γλώσσα -εδώ συμβάλλει βεβαίως και η εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη- σε μια αφήγηση οικεία και γοητευτική που δεν αρέσκεται να δείχνει τον συγγραφικό κόπο.
«Πέθανε από θλίψη»
Το απλό είναι δύσκολο. Ένα στοίχημα που κερδίζει ο Βάσκες, ο πιο γνωστός ίσως Κολομβιανός συγγραφέας μετά τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, μια φράση του οποίου στάθηκε η αφορμή για «Τα ονόματα της Φελίσας». Μια μέρα μετά τον ξαφνικό πρόωρο θάνατό της σε ένα ρωσικό εστιατόριο του Παρισιού παρουσία του ίδιου θα γράψει στη νεκρολογία της ο Μάρκες: «Πέθανε από θλίψη». Φράση ικανή να εξάψει την περιέργεια του Βάσκες: από τι υλικά ήταν φτιαγμένη η θλίψη της Φελίσας; Από ποια γεγονότα απαρτιζόταν, τι υφής και τι περιεχομένου ήταν αυτή η θλίψη; Ο συγγραφέας, με τη βοήθεια του Πάμπλο, του τελευταίου συντρόφου της, ακολουθεί τα βήματά της μέσα στις ταραγμένες, γεμάτες γεγονότα δεκαετίες από το ’33 που γεννήθηκε στην Μπογκοτά μέχρι το ’82 που άφησε την τελευταία της πνοή στο Παρίσι σε ηλικία 49 ετών. Δεν την ξέρει, αλλά τη μαθαίνει βήμα βήμα. Η αφήγησή του είναι ψύχραιμη αλλά όχι αποστασιοποιημένη. Γράφει όπως θα έγραφε ένας γιος για τον πρόωρα χαμένο γονιό του. Γνωρίζει γράφοντας, ανακαλύπτει γράφοντας, κάνει τη θλίψη εφαλτήριο για να ανακαλύψει το πρόσωπο, ξέροντας καλά πως όσα κι αν αποκαλύπτονται, άλλα τόσα μένουν για πάντα στο σκοτάδι. Άλλωστε η ανάπλαση του παρελθόντος «είναι εξ ορισμού κάτι ανώφελο».
Ανεξαρτησία και διεκδίκηση
Ο Βάσκες προσπαθεί να κατανοήσει τη Φελίσα Μπουρστίν: τη βλέπει ως σύμβολο ανεξαρτησίας και διεκδίκησης αλλά εξετάζει και τα ιστορικά γεγονότα που τη δημιούργησαν. Η ταραχώδης πολιτική ζωή της Κολομβίας αλλά και όλης της Λατινικής Αμερικής περνάνε από τις σελίδες του, στον βαθμό τουλάχιστον που όλα αυτά έχουν κάποια επίδραση στη ζωή της Φελίσας. Ο Βάσκες κρατάει μια λεπτή ισορροπία σε όλο το βιβλίο ανάμεσα στην προσωπικότητα και στην Ιστορία, στην ατομική επιλογή και στη συλλογική εμπειρία, στο ιδιωτικό και στο δημόσιο. Όμως πάνω από όλα μιλάει για την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία, η οποία, ακόμη και αν το θέλει, δεν μπορεί να περιοριστεί και να καλουπωθεί. Εξ ονόματος της Φελίσας μιλάει για όλες εκείνες τις πρωτοπόρες γυναίκες -δύσκολα πράγματα και καθόλου αυτονόητα- που ενώ όλα τις ωθούσαν να κάτσουν στη γωνιά τους σιωπώντας, αυτές -ακόμη και όταν, όπως η Φελίσα, υπέμεναν εικονικές κηδείες από τους γονείς, χτυπήματα από τους συζύγους- δεν το έκαναν. Η Φελίσα Μπουρστίν με τη νεωτερικότητά της, την ικανότητα να μετατρέπει τον ψόγο σε έργο τέχνης -χαρακτηριστικό παράδειγμα η σειρά έργων της με τον τίτλο «Υστερικές»-, με την πρωτοπόρα χρήση ευτελών αντικειμένων, με την πεισματική προσήλωσή της στην ελευθερία της έκφρασης, δεν φοβήθηκε να αμφισβητήσει ακόμη και τη μητρότητα. Δεν αμφισβήτησε την αγάπη, αλλά τον ρόλο.
«Το δικό της τοπίο» ήταν η Μπογκοτά. «Η Φελίσα αισθανόταν ότι μόνο εκεί, σ’ αυτή την ηλεκτρική πόλη, την Μπογκοτά, σ’ αυτή την παραπαίουσα και εχθρική Κολομβία που ήταν το δικό της τοπίο του φόντου, είχαν νόημα οι εικόνες που εμφανίζονταν στον νου της όταν σκεφτόταν το μέλλον της». Εντέλει πέθανε εξόριστη. Όμως όχι μόνη. Περιβεβλημένη από φίλους, από τη φροντίδα του συντρόφου της, από τη γεμάτη οξυδέρκεια και τρυφερότητα πένα του Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες.

Info
«Τα ονόματα της Φελίσας»
Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος
Σελίδες: 352
Τιμή: 14,99 ευρώ
