Η πρώτη δόση της συγκεντρωτικής αθηναϊκής παρουσίασης του μπετοβενικού fundus για πιάνο και ορχήστρα ολοκληρώθηκε με το 4ο κοντσέρτο, σύνθεση εμβληματικής δεξιοτεχνίας στη διαχείριση της φόρμας και τη συνεκτική πυκνότητα ιδεών και χειρονομιών. Και εν προκειμένω το εκτεταμένο allegro moderato υπηρετήθηκε με ευκινησία, χωρίς ρομαντικά επιχρίσματα. Σε συμβιωτική ώσμωση με μια COE ομοιογενή και συνεργατική, ο Γκέρσταΐν εισέφερε πιανισμό ευκρίνειας, ευαισθησίας και φωτοσκιάσεων, που έστεψε με μιαν εντυπωσιακή καντέντσα (χωρίς αναφορά πατρότητας για τους αυτοσχεδιασμούς αυτούς στο προγραμματικό δελτάριο). Αποτελεί περαιτέρω ένδειξη της μεγαλοφυΐας του μουσουργού η άκρα οικονομία, δραματικότητα και αντίστιξη ρόλων μεταξύ ορχήστρας και πιάνου για το συντομότατο andante con moto, με την πρώτη να εγκαινιάζει νευρικά την κίνηση και τον πιανίστα να ψιθυρίζει αποκρίσεις, προτού αποδοθεί ατάκα σε ένα ενθουσιώδες και μολαταύτα πειθαρχημένο, ζωηρό κατά την αγωγική ένδειξη, rondo.
Αντιμετωπίζοντας τη διήμερη ανάπτυξη παρουσίασης των κοντσέρτων ως ενιαίο γεγονός, ας μας επιτραπεί, δίκην διαλείμματος, να αναφερθούμε ακροθιγώς στην ήδη σημαντική και ποικίλη δισκογραφία του «ξένου» μας, από τον Λιστ ως τον Γκέρσουιν και από τον Τσαϊκόφσκι έως τον Μπουζόνι και τον Άντες, γεγονός που τον ταυτοποιεί ως μάλλον κοσμοπολίτη μουσικό, παρά ανταποκρινόμενο στον οιονεί αταβιστικό συνειρμό τής εξ αίματος καταγωγής του σε σχέση με τη μυθική πιανιστική παράδοση της Ρωσίας. Εδώ όμως εντάσσουμε και μιαν «αχίλλειο πτέρνα» της μαζικής παρουσίασης των έργων, που αισθανθήκαμε στο πρώτο μέρος της δεύτερης συναυλίας.
Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σταθερή προαίρεση ρέουσας ρυθμικής και φραστικής διαχείρισης, η ανάκρουση του -εκδοτικά- 2ου κοντσέρτου απέδωσε την εκδήλωση ενός άγχους που έμοιαζε να τη διαπερνά. Η κλασικιστική αυστηρότητα του κοινού οράματος των φιλοξενουμένων μουσικών γνώρισε τη μετάπτωση της δεξιοτεχνίας σε μηχανιστική δακτυλική πολυπραγμοσύνη με τίμημα μια συνεχώς εντεινόμενη αίσθηση ελλείπουσας αναπνοής, ίσως και ενόψει μιας υπερβολικά εκτενούς καντέντσας, εξέλιξη που δεν μας άφησε αλώβητους. Και το adagio υπέφερε από το άγχος απνευστί διαδρομής του, εντύπωση που μας συνόδευσε και στο καταληκτικό rondo, ξέφρενο αλλά ρηχό, έρμαιο άκαμπτης ρυθμικότητας και φραστικής επιτήδευσης.
Ακόμη όμως και το άγχος σώρευσης τριών «μεγάλων» κοντσέρτων σε μία εκδήλωση, μετά από παρόμοια καταπόνηση της προηγουμένης, δυσχερώς παρηγορεί για την υπερταχεία εκτέλεση του -ίσως πλέον βαθυβίωτου όλων- 3ου κοντσέρτου που ακολούθησε. Μια μετρονομικά ασφυκτική διεκπεραίωση του allegro con brio, μειωτική του βάθους της σύνθεσης, δεν επέτρεψε ούτε στην καντέντσα να εκπληρώσει την αποστολή της, ενώ στο ονειρώδες largo, έστω και ρυθμικά εύλογο, οι μαγικοί διάλογοι του πιάνου με τα πνευστά αποδόθηκαν χωρίς εσωτερικότητα.
Με τον «Μαραθώνιο» πάντως να προσεγγίζει την ολοκλήρωσή του και μετά από ένα, όπως φάνηκε, ευεργετικό διάλειμμα, η ανάκρουση του «Αυτοκρατορικού» 5ου κοντσέρτου επέτρεψε στον πιανίστα και αρχιμουσικό να αποτινάξει τον αγχογενή αγωγικό εγκιβωτισμό που υπονόμευσε τα προηγούμενα έργα και, εκφραστικά απελευθερωμένος, να δικαιώσει αυτό το αριστούργημα με αιματώδη, ρωμαλέα δεξιοτεχνία, οδηγώντας τη συναυλία σε διθυραμβικά ευτυχές τέλος.
