Η Μελίσσα Στοΐλη μετά τη συλλογή διηγημάτων «Απ’ το μπαλκόνι να φύγεις» επανεμφανίζεται με τη νουβέλα «Στους 44ο υπό σκιάν», όπου συναντά ξανά κάποιους από τους ήρωες που μας είχε συστήσει στα διηγήματά της: τον κόκκινο μάγο Ηλία Καραμπατάκη, την κυρία Άννα, μέλος του σωματείου «Ο Καλός Σαμαρείτης», η οποία ξεσπάει σε τρανταχτά ανεξέλεγκτα γέλια κάθε φορά που της συμβαίνει κάτι άσχημο, και κυρίως τον μοναχικό, ιδιόμορφο Αντρέα, ο οποίος μετά το δάγκωμα από έναν βιετναμέζο κόκορα βρίσκεται να περιπλανιέται στους δρόμους μιας Θεσσαλονίκης που φλέγεται από τη φρικτή ζέστη του καλοκαιριού του ’87. Ένα κύμα καύσωνα -τότε απέκτησε περιεχόμενο η λέξη- που άφησε πίσω του ταλαιπωρημένους και νεκρούς από θερμοπληξία. Μια εποχή κοντινή χρονικά αλλά με ατμόσφαιρα ανεπίστρεπτου παρελθόντος την οποία η Στοΐλη χρησιμοποιεί ως σκηνικό για να στήσει έναν κόσμο μυστηριακό και απόκοσμο όπου τα όρια ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία, ανάμεσα σε λογική και μεταφυσική συμπλέκονται δημιουργώντας αμφιβολία για το αν όλα όσα παρακολουθούμε συμβαίνουν ή αν το ανθρώπινο μυαλό είναι αυτό που τα προκαλεί. Θα μπορούσα να πω πως οι στρεβλώσεις -και μαζί οι δυνατότητες- του ανθρώπινου μυαλού είναι το πραγματικό διακύβευμα αυτού του πυκνού, δίχως στολίδια κειμένου. Δεν είναι τυχαία η φράση που λέει ο αιωνόβιος παρατηρητής -γιατί για έναν παρατηρητή με δύναμη σκέψης πρόκειται- στον Αντρέα αναφερόμενος σε ένα παλιό τραύμα: «Αν το ξεχάσεις, θα σε ξεχάσει κι αυτό, αλλιώς όλο θ’ ανοίγει», για να συνεχίσει «είναι μερικές πληγές από εφτά χρόνια κλεισμένες που ανοίγουν ξαφνικά μόνες τους όταν τις θυμηθείς». Η ατμόσφαιρα απειλής και κινδύνου που δημιουργεί η συγγραφέας καθώς η αποπνικτική ζέστη συνοδεύεται από μια σειρά ανεξιχνίαστους φόνους που σπέρνουν πανικό στην πόλη συνομιλούν και συμπορεύονται με τον «βαρύ» ψυχισμό του Αντρέα, ενός ανθρώπου με «μόνιμη εσωτερική δυσφορία» ο οποίος κινείται δίχως κάτι να αναζητά, προτιμώντας τη μοναξιά από τη συντροφιά των ανθρώπων, συμβιβασμένος με τα τραύματά του, δίχως να ψάχνει ενόχους για ό,τι του συμβαίνει, ζώντας αθόρυβα με την ισορροπία του πάντα υπό αίρεση.
Ο «ήσυχος», στρωτός λόγος της νουβέλας συμβαδίζει με αυτή του ήσυχου, αόρατου σχεδόν, βίου του ήρωα. Ακύμαντη θάλασσα ο βίος του -τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο- παρ’ όλα τα τραγελαφικά, φελινικής αύρας περιστατικά που συμβαίνουν. Γιατί τα πάντα υπάρχουν -τα πάντα μπορούν να συμβούν με τη δύναμη του ανθρώπινου νου- στις σελίδες της Στοΐλη: μαυροφορεμένες γυναικείες μορφές που αιωρούνται πάνω από ένα χωράφι με καλαμπόκια -εναρκτήρια σκηνή της νουβέλας που προϊδεάζει για όσα θα ακολουθήσουν-, περιοδεύοντες θίασοι που ανεβάζουν Σαίξπηρ, Φιλιππινέζοι θεραπευτές που χειρουργούν χωρίς εργαλεία και αναισθητικά θεραπεύοντας ταυτόχρονα σώμα και πνεύμα, εξαφανισμένοι βίαιοι άντρες που είχαν μεταναστεύσει στην Αυστραλία, ψευδοπροφήτες, γυναίκες που πιάνουν αναμμένα κάρβουνα δίχως να καίγονται, πλοία που υπερίπτανται στο λιμάνι, μάγοι, μάγισσες και αιωνόβια ξωτικά.
Ο Αντρέας παραμένει μέχρι το τέλος ένας ανεξιχνίαστος γρίφος καθώς η Στοΐλη δίνει κάποια στοιχεία που ξεδιπλώνουν τον ψυχισμό του αναφερόμενη και στο παρελθόν του με τα κρυφακούσματα και τις αυτοεκπληρούμενες προφητείες, αλλά επιλέγει να αφήσει τα σημαντικότερα ίσως κομμάτια του στη σκιά. Είναι ένας άνθρωπος που «ξαφνικά και χωρίς λόγο ένιωθε να βγαίνει απ’ το σώμα του, και να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα από απόσταση, χωρίς να συμμετέχει». Ένας άνθρωπος που «το μόνο που επιθυμούσε ήταν να περνά απαρατήρητος».
Η συγγραφέας, επιλέγοντας ένα ύφος αποστασιοποιημένο μεν, αλλά με μια υπόγεια εσωτερική θερμοκρασία, καταφέρνει να ταυτίσει τον ρυθμό και την ατμόσφαιρα της νουβέλας με την ιδιοσυγκρασία, όπως αυτή προκύπτει, του Αντρέα. Συγχρόνως, λόγω του γκροτέσκου των καταστάσεων, επιστρατεύει ένα υπόγειο χιούμορ που υπονομεύει τη σοβαροφάνεια αλλά και τη σοβαρότητα των καταστάσεων, δίνοντας άλλη μία διάσταση στην πραγματικότητα, την έτσι κι αλλιώς διάτρητη από τα τερτίπια της φαντασίας: αυτά, δηλαδή, του ανθρώπινου νου.
Η Θεσσαλονίκη της Στοΐλη είναι μια πόλη μυστηριακή και απόκοσμη -η αφόρητη ζέστη επιτείνει την αίσθηση-, μια πόλη που εμπεριέχει και γεννά το αλλόκοτο εμπλουτίζοντας τις ζωές των ανθρώπων. «Ίσως έφταιγε η πόλη∙ είχε ακούσει κι από άλλους πως ο συγκεκριμένος τόπος μπορεί να σου δημιουργήσει ένα είδος ψευδαισθήσεων, παίζοντας με το μυαλό σου».
Οι ψευδαισθήσεις ή οι επιθυμίες καθορίζουν τη μοίρα των ανθρώπων; Είναι η θέληση ικανή να σκοτώσει; Πόσο ο άνθρωπος είναι επιρρεπής σε κατασκευασμένες θεωρίες και τι αντίκτυπο έχουν αυτές στη συλλογική υπόσταση; Να μερικά από τα ερωτήματα που προκύπτουν. Για να δώσουν ίσως την απάντηση οι στίχοι από το ρεμπέτικο που έγραψαν οι Καρυδάκης/Δερέμπεης και ερμήνευσε ο Μάρκος Βαμβακάρης: «Αφότου εγεννήθηκα, φωτιά με τριγυρίζει/ αν μ’ έκαιγε θα γλίτωνα, μ’ αυτή με βασανίζει».

INFO
Μελίσσα Στοΐλη,
«Στους 44ο υπό σκιάν»
Εκδόσεις Κίχλη
Σελίδες 120
Τιμή: 12 ευρώ