Στο σημείωμά του για τη φετινή παράσταση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ο γνωστός και στην Ελλάδα Γερμανός σκηνοθέτης Ulrich Rache ανάμεσα σε άλλα γράφει: «Πάντοτε ονειρευόμουν να ανεβάσω στην Επίδαυρο την “Αντιγόνη” του Σοφοκλή. Ίσως ακουστεί κάπως παράξενο, αλλά η επιλογή μου δεν είχε να κάνει τόσο με τον χαρακτήρα της ίδιας της Αντιγόνης όσο με τη φιγούρα του βασιλιά Κρέοντα. Η Αντιγόνη, όπως γνωρίζουμε, είναι η ηρωίδα του έργου. Αντιστέκεται στην αυταρχική εξουσία του βασιλιά. Προτάσσει τις δικές της ιδέες για το τι πρέπει να γίνει. Η δύναμη και η αντίστασή της απέναντι στην εξουσία είναι αξιοθαύμαστες (sic). Αλλά μήπως δεν ζούμε σήμερα σε μια κοινωνία όπου είναι πανεύκολο (sic) για όλους να παριστάνουν τις ηρωίδες ή τους ήρωες, να μιλούν και να πράττουν με τα δικά τους μέτρα και σταθμά; Μήπως πολλές φορές ξεχνάμε ότι αποστολή του Κρέοντα ως βασιλιά είναι να υπερασπίζεται το κράτος και τους νόμους; Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να ρίξουμε μια ματιά στον βασιλιά και στα επιχειρήματά του, που διατυπώνονται τόσο εύστοχα από τον Σοφοκλή στην τραγωδία. Η δημοκρατία είναι μια κατάκτηση. Στην “Αντιγόνη” ο Κρέων είναι εκείνος που υπερασπίζεται αυτό το πολίτευμα. Έστω κι αν τελικά ακολουθεί εσφαλμένη πορεία, έστω κι αν αποδεικνύεται ανίκανος να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αξίζει τον κόπο να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τα επιχειρήματα του Σοφοκλή εστιάζοντας στον χαρακτήρα του Κρέοντα».
Παρέθεσα όλο αυτό το μακρύ σκεπτικό του Γερμανού σκηνοθέτη για την «Αντιγόνη», το οποίο δυστυχώς δεν μπορώ να κρίνω στην έμπρακτη σκηνοθετική του εφαρμογή επειδή πουθενά δεν το διέκρινα στην παράσταση στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Δεν μπόρεσα να το διακρίνω όχι από δική μου αδυναμία, αλλά επειδή το έργο του Σοφοκλή αντιστάθηκε πάση δυνάμει και εξάτμισε τις προσπάθειες του σκηνοθέτη να το εξαναγκάσει να συναινέσει στη βάναυση μεταχείρισή του. Επειδή η έλλειψη συναίνεσης του θύματος κάπως αλλιώς ονομάζεται σήμερα. Επειδή ο Κρέων δηλώνεται ρητά στο έργο από τον ποιητή ως τύραννος. Κι επειδή η μνημειώδης ανικανότητά μας να «διαβάσουμε» ένα κείμενο μας κάνει να πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό.
Τίποτε από αυτά που ονειρεύτηκε ο κύριος Ulrich Rache δεν εκπροσωπεί την «Αντιγόνη». Αναγκάζομαι, έτσι, να επαναλάβω μέρος όσων έγραφα πρόσφατα για την τραγωδία του Σοφοκλή: «Η αντίσταση της Αντιγόνης στον θεομάχο τύραννο Κρέοντα που προσβάλλει τον θεό Διόνυσο είναι συγχρόνως το μπόι του ανθρώπου που “ψηλώνει τα βουνά” και ο στύλος που κρατάει τον ουρανό στη θέση του για να μην γκρεμιστεί και πλακώσει τους ανθρώπους. Η Αντιγόνη “ενανθρωπίζει” παίρνοντας πάνω της τον τρομερό θεό της χαράς και του πένθους Διόνυσο και τον “μετριάζει” για να μην επιπέσει ολόκληρος πάνω στους ανθρώπους και τους κάψει. Μια σύγκριση με τις “Βάκχες” του Ευριπίδη μας επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές: στην “Αντιγόνη” έχουμε αφάνεια του Διόνυσου και επιφάνεια της Αντιγόνης. Στις “Βάκχες”, το αντίθετο, επιφάνεια του Διόνυσου και αφάνεια της Αντιγόνης. Ο Ευριπίδης στις “Βάκχες” μας δείχνει ποιο θα ήταν το καμένο τοπίο της Θήβας αν η Αντιγόνη δεν είχε τα κότσια να θάψει τον νεκρό Πολυνείκη…»
Αυτό είναι το πνεύμα της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή. Που δεν «έπνευσε» διόλου στην παράσταση-περφόρμανς του Ulrich Rache. Είδαμε μόνο κάτι ξέπνοα και ξεπερασμένα σημειολογικά τριγωνάκια λόγου, κίνησης, μουσικής, κατάλληλα για ασκήσεις πρωτοετών φοιτητών δραματικών σχολών. Με μια κατάτμηση των συλλαβών του λόγου σε φέτες, σαν να ήταν τυρί. Και με μια ροπή στο μελόδραμα. Όλα στην άνιση, ανισομερή μετάφραση του Νίκου Παναγιωτόπουλου με ακατέργαστη ρυθμολογία. Επιπλέον, η διασκευή του σκηνοθέτη είχε αφαιρέσει το στάσιμο του Έρωτα, απουσίαζε η Ισμήνη (αποχώρησε η ηθοποιός που θα την ερμήνευε χωρίς να αντικατασταθεί) και είχε κοπεί το φινάλε με την αυτοχειρία της Ευρυδίκης. Δεν θεωρώ, επομένως, δίκαιο να αναφερθώ στους επαγγελματίες ηθοποιούς που, διδαγμένοι στοιχειωδώς, κινούνταν σε μια περιστρεφόμενη σκηνή τσίρκου χωρίς να φταίνε διόλου για το αντίστοιχο αποτέλεσμα.