Ωραία λέξη η «παραγωγικότητα» ειδικά όταν είναι και υψηλή. Φέρνει στο μυαλό κερδοφόρες επιχειρήσεις με χαμογελαστούς εργαζόμενους. Μέχρι να σχολάσουν. Μετά μπορούν να μουτρώνουν με την άνεσή τους γιατί δεν έχουν σταθερό ωράριο εργασίας, έχουν σπάσει τα νεύρα τους από τις αυξομειώσεις, τη μία μέρα έτσι, την άλλη αλλιώς, δεν πληρώνονται υπερωρίες γιατί παίρνουν ρεπό όταν δεν τους χρειάζεται η επιχείρηση, έχουν γκρίνια στο σπίτι, ψάξε βρες τους φίλους, και τα λεφτά, φτάνουν δεν φτάνουν.
Η «παραγωγικότητα» σε συνδυασμό με την «ευελιξία» είναι υλικά ενός αντικοινωνικού κοκτέιλ μολότοφ. Διότι ο εργαζόμενος δεν θέλει ευελιξία, με ή χωρίς εισαγωγικά, όταν αυτή συνδέεται με την πιθανότητα της ανεργίας ή με υποδεέστερους όρους εργασίας και αμοιβής. Ποιος το θέλει εξάλλου αυτό; Ούτε οι ίδιοι οι εμπνευστές της «ευελιξίας».
Ο εργαζόμενος θέλει και δικαιούται σταθερότητα, ανάπτυξη ισχυρών δεσμών με τους συναδέλφους του, ακόμα και με την επιχείρηση που δουλεύει, προστασία των δικαιωμάτων του, είτε αφορούν τις συνθήκες εργασίας είτε την κατοχύρωση της αμοιβής του μέσω Συλλογικής Σύμβασης, την ασφάλισή του, μέχρι και τη σύνταξή του όταν με το καλό σταματήσει την εργασία του. Με λίγα λόγια, να ζήσει με ασφάλεια την οικογένειά του και ας μη γίνει πλούσιος. Απλές, ίσως και απλοϊκές επιδιώξεις που δεν χωρούν όμως στο όραμα των μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίες μάλιστα προτιμούν να είναι οι ίδιες εγγυήτριες της όποιας ευημερίας των εργαζομένων τους. Γιατί έτσι μπορούν και να την ανατρέψουν εάν δεν τις συμφέρει.
Όταν ο επανεκλεγείς πρόεδρος του ΣΕΒ, κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος, δήλωνε πριν από λίγες ημέρες στη συνέλευση του Συνδέσμου, ότι «η παραγωγικότητα είναι το σημαντικότερο στοίχημα της ελληνικής οικονομίας. Είναι η προϋπόθεση για περισσότερες επενδύσεις, υψηλότερους μισθούς και πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη», πρόσθετε επίσης ότι «η περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, η ενίσχυση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας και η διαμόρφωση συλλογικών συμβάσεων που λαμβάνουν υπόψη την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων παραμένουν βασικές μας προτεραιότητες».
Δηλαδή, ο ΣΕΒ να έχει το δικαίωμα να ζητά και να πετυχαίνει οι επιχειρήσεις να δίνουν λιγότερα όταν «δεν βγαίνουν», αλλά ο εργαζόμενος να μην έχει το δικαίωμα να παίρνει περισσότερα όταν ο ίδιος «δεν βγαίνει»; Μήπως έχει «ευέλικτο» στομάχι, που το μέγεθός του αυξομειώνεται ανάλογα με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα; Όχι, φυσικά. Πολύ απλά, οι ανάγκες του κόσμου της εργασίας έρχονται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τις ανάγκες του κόσμου του κεφαλαίου.
Στην πράξη αυτό σήμερα εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Ενδεικτικά, την ώρα που είμαστε τελευταίοι στην αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη, περίπου στο ίδιο επίπεδο με τη Βουλγαρία, τα καθαρά κέρδη των εισηγμένων εταιρειών το 2024 διαμορφώθηκαν σε 11,3 δισ. ευρώ, ενώ μόλις 4 χρόνια πριν, το 2020, τα καθαρά κέρδη ήταν 670 εκατ. ευρώ. Επομένως, στην Ελλάδα, που σύμφωνα με την κλαίουσα κυβέρνηση όλο αυξάνονται τα εισοδήματα των εργαζομένων, υπάρχουν και κάποιοι που δεν χρειάζεται να περιμένουν πολύ.
Η κρίση μοιάζει να αφήνει ανέγγιχτους -ή και να τους θρέφει- μεγάλους ομίλους και τράπεζες: 1.065,5 εκατ. ευρώ τα καθαρά κέρδη το α’ τρίμηνο του 2026 για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, 332 εκατ. ευρώ τα καθαρά κέρδη της Motor Oil την ίδια περίοδο, 284 εκατ. ευρώ τα καθαρά κέρδη της HELLENiQ ENERGY (ΕΛΠΕ).
Ενώ τα τεράστια κέρδη από τη μία και η δεινή οικονομική κατάσταση των εργαζομένων από την άλλη αμφισβητούν σοβαρά τις αναγκαιότητες που προβάλλει ο ΣΕΒ περί ευελιξίας και σύνδεσης των αμοιβών με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, έρχεται η κυβέρνηση να γείρει τη ζυγαριά. Σε συνεργασία με τις δυνάμεις που έχουν μετατρέψει το συνδικαλιστικό κίνημα σε καρικατούρα του εαυτού του, σπέρνοντας απογοήτευση, παραίτηση και άγνοια.
Είναι η κυβέρνηση αυτή που κάνει τη διαφορά με τα 13ωρα, με την «ελαστικότητα», με τις αρνητικές αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων. Με τα δήθεν μέτρα για τις συλλογικές συμβάσεις, με το αποκλειστικό δικαίωμα καθορισμού της αύξησης του κατώτατου μισθού. Και με αυξήσεις τόσο πίσω από τις πραγματικές ανάγκες, που γίνονται μόνο και μόνο για να έχει να λέει η κυβέρνηση ότι αυξάνει το εισόδημα.
Προσέξτε μόνο αυτό: η συγκεκριμένη πορεία δεν πρόκειται να αλλάξει. Δεν υπάρχουν περιθώρια για ψευδαισθήσεις. Η κυβέρνηση ταυτίζεται με τις πιο σκληρές πεποιθήσεις για το τι δικαιούνται οι εργαζόμενοι και τι δικαιώματα έχουν. Αλλά επειδή δημιουργεί μια οικονομία με πήλινα πόδια και πολλές επισφάλειες, σε έναν κόσμο που σπαράσσεται από επαναλαμβανόμενες κρίσεις και αδιέξοδα, δεν θα αργήσει η στιγμή που η ΝΔ, εάν παραμείνει στην κυβέρνηση, θα ηγηθεί μιας ακόμη σημαντικής οικονομικής ήττας δομικού χαρακτήρα. Και τον λογαριασμό, όπως συνήθως συμβαίνει, θα τον πληρώσει η κοινωνική πλειοψηφία.