Live τώρα    
Βιβλιο-φιλικά / Χιόνι στο Δουβλίνο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλιο-φιλικά / Χιόνι στο Δουβλίνο

j

«Οι νεκροί» του Τζέιμς Τζόις, το τελευταίο διήγημα της συλλογής «Οι Δουβλινέζοι» που κυκλοφόρησαν το 1914 ύστερα από πολλές περιπέτειες εκδοτικών απορρίψεων, μεταφράζεται εκ νέου από τον Αχιλλέα Κυριακίδη και κυκλοφορεί αυτόνομα, αποτελώντας το πρώτο βιβλίο της σειράς «Τα μικρά» με τα οποία οι εκδόσεις Μεταίχμιο φιλοδοξούν να φιλοξενήσουν ολιγοσέλιδα αλλά εμβληματικά κείμενα του 19ου και του 20ού αιώνα.

Ο Τζόις, αν και εξαιρετικά ολιγογράφος, καθώς το έργο του απαρτίζεται από μία συλλογή διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους -αν όχι ο σημαντικότερος- και τους πιο επιδραστικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Και «Οι Δουβλινέζοι» αποτελούν την καλύτερη εισαγωγή στο έργο του, το οποίο κορυφώθηκε με τον «Οδυσσέα», καθώς και εδώ υπάρχουν εν σπέρματι όλα τα στοιχεία που καθόρισαν το ύφος του: η αποδόμηση του όποιου «ηρωισμού» των ηρώων και η ανάδειξη της καθημερινότητας ως ένα πλαίσιο πάθους, ελλείψεων και ορμών, η δράση η οποία εξελίσσεται μέσα σε λίγες μόνο ώρες αλλά παραπέμπει σε έναν χρόνο άπλετο και πυκνό που περιλαμβάνει τα πάντα, η επιμονή στη λεπτομέρεια, η λεπτολογία, η ακρίβεια και ο πλούτος της περιγραφής όπου λέγονται πολύ περισσότερα από όσα ειπώνονται, η ψυχογράφηση των σύνθετων ηρώων, η κριτική σε μια κοινωνία που νοσεί και παραπαίει, η απώλεια, ο έρωτας, η επίδραση του θανάτου πάνω στη ζωή των ανθρώπων, η ταύτιση ύφους και περιεχομένου, η ατμόσφαιρα εντέλει μιας ολόκληρης εποχής.

Τα μέγιστα στη μετάφραση

Ο Αχιλλέας Κυριακίδης θυμίζει μια φράση -πόσο πυκνή, σπουδαία φράση- του Χόρχε Λουίς Μπόρχες: «Όπως ο Σαίξπηρ, όπως ο Κεβέδο, όπως ο Γκαίτε, όπως κανένας άλλος συγγραφέας, ο Τζόις δεν είναι τόσο ένας λογοτέχνης όσο μια ολόκληρη λογοτεχνία». Ένας ολόκληρος κόσμος ο συγγραφέας και ο μεταφραστής τον αντιμετωπίζει έτσι ακριβώς: Αφοσιωμένος στις προθέσεις και στο πνεύμα του, καταφέρνει να αφουγκραστεί την κάθε φράση -σχεδόν απτή η σχέση του με τις λέξεις-, την κάθε ανάσα, την κάθε παύση του κειμένου, να το «φέρει» στην εποχή μας δίχως να του στερήσει τίποτε από την ατμόσφαιρα και το ύφος του, «ξαναγράφοντάς το» -αν αυτό είναι δυνατό- δίχως να το προδίδει. Και οι σημειώσεις στο τέλος του βιβλίο πολύτιμες. Σημαντικές και ως κομμάτι του έργου αλλά και ως αυτόνομες σπουδές πάνω στην τέχνη του Τζόις. Για άλλη μια φορά χρωστάμε τα μέγιστα στη μεταφραστική, και όχι μόνο, δουλειά του Κυριακίδη.

Το Δουβλίνο σκεπασμένο με χιόνι

«Οι νεκροί», που είναι το γνωστότερο διήγημα της συλλογής «Οι Δουβλινέζοι», εξελίσσονται το βράδυ της καθιερωμένης ετήσιας χοροεσπερίδας των ηλικιωμένων αδελφών Μόρκαν. Άτυπα το διήγημα χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος εξελίσσεται κατά τη διάρκεια του χορού, όπου ο Τζόις σκιαγραφεί τα πορτρέτα μιας πλειάδας χαρακτήρων μέσα σε λίγες μόνο σελίδες, καταφέρνοντας να κάνει τον αναγνώστη κοινωνό των συναισθημάτων τους, καθώς οι μικρές χαρακτηριστικές κινήσεις της καθημερινότητάς τους έρχονται στο προσκήνιο και γίνονται αποκαλυπτικές της ιδιοσυγκρασίας τους. Κεντρικός ήρωας είναι ο Γκέιμπριελ Κόνροϊ, ανιψιός των αδελφών Μόρκαν, την ταραγμένη εσωτερική ζωή του οποίου παρακολουθούμε μέσω της τριτοπρόσωπης αφήγησης. Ο συγγραφέας περιγράφει μια σύναξη νωχελική, επαναλαμβανόμενη και ανούσια, όπου τα εδέσματα διαδέχονται το ένα το άλλο επισφραγίζοντας τη μακάρια ευδαιμονία των συνδαιτυμόνων, με τη μουσική να δίνει πάντα τον τόνο, ενώ το Δουβλίνο είναι σκεπασμένο με χιόνι το οποίο γίνεται σύμβολο πνευματικής παράλυσης και παρακμής. Ένα περιβάλλον ακίνητο, σίγουρο για τα κατακτημένα του και ο Γκέιμπριελ ένας άνθρωπος μεταιχμιακός, που δεν μπορεί να αποφασίσει αν ανήκει στο σύνολο ή αν το μόνο που μπορεί να κάνει είναι το να παρατηρεί.

Ζωντανοί και νεκροί

Το δεύτερο μέρος εξελίσσεται σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου όπου ο Γκέιμπριελ καταφεύγει για να περάσει τη νύχτα μαζί με τη γυναίκα του Γκρέτα. Το ερωτικό πάθος που νιώθει για εκείνη μένει μετέωρο και ανεκπλήρωτο: Η Γκρέτα τού διηγείται την ιστορία του Μάικλ Φιούρι, ο οποίος πέθανε για χάρη της. Τα ονόματα, που παραπέμπουν στους δύο αρχάγγελους Γαβριήλ και Μιχαήλ, φυσικά δεν είναι τυχαία, άλλωστε για την «ονοματολογική σχολαστικότητα» του Τζόις διαβάζουμε και στις σημειώσεις του Κυριακίδη. Δυο κόσμοι συγκρούονται. Αυτός των ζωντανών με εκείνον τον νεκρών, αποδεικνύοντας πως τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται, πως καμιά φορά οι νεκροί είναι ζωντανότεροι από τους ζωντανούς και οι ζωντανοί περιφερόμενοι νεκροί. Οι βεβαιότητες καταστρατηγούνται, η επιφανειακή ζωτικότητα της προηγούμενης ομήγυρης σε πλήρη αντιδιαστολή με τη σκοτεινή πράξη αγάπης και αφοσίωσης του νεαρού Μάικλ. Ο θάνατος καθορίζει τη ζωή και όχι το αντίστροφο. Το παρελθόν καθορίζει το παρόν. Και το ταξίδι αυτογνωσίας του Γκέιμπριελ ολοκληρώνεται με τον πιο επίπονο τρόπο. Το χιόνι, σύμβολο πένθους, καλύπτει τη ζωή στο Δουβλίνο.

Διήγημα διαχρονικό, λεπτοδουλεμένο, ανατρεπτικό.

 

 

oi

INFO

Τζέιμς Τζόις, «Οι νεκροί»

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης

Σελίδες: 120

Τιμή: 8,80 €

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0