Live τώρα    
Κωνσταντίνος Μάρκελλος στην «Α» / Βιώνω την εργασία μου στο θέατρο ως μια ανοιχτή διαδικασία μάθησης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κωνσταντίνος Μάρκελλος στην «Α» / Βιώνω την εργασία μου στο θέατρο ως μια ανοιχτή διαδικασία μάθησης

133972319-a.jpg
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Τα «Ορφανά», ένα από τα πιο πολυπαιγμένα και πιο αγαπημένα αριστουργήματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας, σε σκηνοθεσία και -νέα- μετάφραση του Κωνσταντίνου Μάρκελλου, η οποία τιμήθηκε με
το Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεατρικής Μετάφρασης Eurodram 2023, επανέρχονται για δεύτερη σεζόν στο Θέατρο 104 με τους Ελένη Στεργίου, Χρήστο Παπαδόπουλο, Κωνσταντίνο Μάρκελλο και τον μικρό Κωνσταντίνο Σπανό. Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Κωνσταντίνο Μάρκελλο και μας μίλησε για το έργο και την παράσταση, που ήδη επέστρεψε δυναμικά

Πώς φτάνει αυτό το έργο στα χέρια σου;

Το φθινόπωρο του 19 με την συνεργάτιδά μου Ελένη Στεργίου ψάχναμε, διαβάζαμε, φαντασιωνόμασταν το επόμενο καλλιτεχνικό εγχείρημα. Ένας παλιός γνώριμος, ο Ντένις Κέλι με τα Ορφανά του γλίστρησε από το ράφι της βιβλιοθήκης στα χέρια μας. Η φήμη του έργου και των πολύ σημαντικών ανεβασμάτων του (Β. Θεοδωρόπουλος, Θέατρο Νέου Κόσμου, 2010 και Τ. Τζαμαργιάς, ΚΘΒΕ, 2018) προηγείτο της αξίας του. Επικοινωνήσαμε με τον Τάκη Τζαμαργιά, έχοντας την αίσθηση ότι θα κατεβάσει την παράστασή του και στην Αθήνα, μας επιβεβαίωσε ότι υπάρχουν σκέψεις και συζητήσεις, οπότε καταπνίξαμε μέσα μας την επιθυμία και μεταθέσαμε το σχέδιο για αργότερα. Η προσωρινή αποφυγή του Ντένις Κέλι έφερε το δεύτερο θεατρικό μου έργο, την Χορευτική Πανούκλα, έργο βασισμένο και πάλι σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, με έντονες κοινωνικοπολιτικές αποχρώσεις, εμπνευσμένο από την αφόρητη περίοδο της πανδημίας και του εγκλεισμού. Τα Ορφανά, όμως, παρέμεναν ζωντανά στη σκέψη μας οπότε, αφού οι συνθήκες τελικώς το επέτρεψαν, λειτούργησαν ως η φυσική συνέχεια της καλλιτεχνικής μας παραγωγής.

Τι κάνει αυτό το έργο επίκαιρο;

Πάντα επιλέγω τα έργα που σκηνοθετώ -ή τα θέματα των πρωτότυπων έργων που γράφω ο ίδιος- με γνώμονα το πιθανό (και προσδοκώμενο) κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα που θα έχουν στον θεατή. Ο Ντένις Κέλι είναι ένας συγγραφέας με ουμανιστικές αξίες, κοινωνικές ανησυχίες και στιβαρή πολιτική σκέψη. Και τα «Ορφανά» του είναι κατά γενική ομολογία ένα σπουδαίο σύγχρονο -με στόφα κλασικού- έργο, είναι ο δραματικός τόπος όπου το συγγραφικό ταλέντο και οι κοινωνικοπολιτικοί προβληματισμοί του Κέλι γονιμοποιούν ανθρωπιστικές ιδέες, διαμορφώνουν πολιτική σκέψη και παράγουν αισθητική. Πρόκειται για ένα κείμενο που συμπυκνώνει τον ευρυτενή στοχασμό του απέναντι στις κοινωνικές σχέσεις, τις ιδεολογικές τάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνει το σύγχρονο κατακερματισμένο άτομο, καθώς παλεύει να διατηρήσει την ηθική του υπόσταση, καθώς αγωνιά να καλύψει την ανάγκη του για επιβίωση.

Θα δούμε κοινά σκηνοθετικά χαρακτηριστικά με τα προηγούμενα έργα που έχετε ανεβάσει;

Όταν ολοκληρώνεται μια δουλειά, πολλές φορές και πριν ακόμη ολοκληρωθεί, μπαίνω σχεδόν αμέσως στη διαδικασία να ερευνήσω, να διαβάσω ώστε να κεντριστώ είτε απ’ το επόμενο έργο που θα σκηνοθετήσω είτε απ’ το επόμενο θέμα για έργο που θα γράψω. Για παράδειγμα, μόλις επέστρεψα από μια εβδομαδιαία, ερευνητικού σκοπού επίσκεψη στο Βουκουρέστι, όπου είχα συναντήσεις, συνεντεύξεις και επιτόπια έρευνα για το επόμενο έργο μου, εμπνευσμένο από τη ζωή της Ιρίνα Νίστορ, ενός προσώπου που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κοινωνική σκηνή της Ρουμανίας κατά τα τελευταία έτη του καθεστώτος Τσαουσέσκου.

Σε όλες τις περιπτώσεις και σε κάθε επιλογή ένα είναι εκείνο που με οδηγεί: να μην ησυχάζω μέσα στις ευκολίες μου, να μην επαναπαύομαι στις «πετυχημένες συνταγές» μου. Έχω την ανάγκη να βαδίζω συνεχώς σε νέα και αχαρτογράφητα νερά, να ανακαλύπτω νέους τρόπους, νέες φόρμες, νέα εργαλεία, που θα με πλουτίσουν ως σκηνοθέτη, ως ηθοποιό, ως συγγραφέα, ως τεχνίτη του θεάτρου με μια λέξη. Στην παρούσα εργασία με τα «Ορφανά» το «πείραμα» είχε δυο ειδικές «συνθήκες», φαινομενικά ασύμβατες μεταξύ τους: από τη μια, ένας καθημερινός λόγος, ένας λόγος της βίας και του πεζοδρομίου και, από την άλλη, μια ζητούμενη -για την παράσταση- αισθητική που θα απομακρύνεται από την κυριολεξία, από τον νατουραλισμό, από το κλισέ.

Επινοήσαμε με τους ηθοποιούς μια ελαφριά «φόρμα» στον λόγο και στην κίνηση, που θεωρούμε ότι γεφυρώνει τις δυο αποκλίνουσες τάσεις και που προσδίδει -σε αυτό το κατά τ’ άλλα σκοτεινό και βίαιο έργο του Ντένις Κέλι- το χιούμορ που δικαιούται και χρειάζεται. Αν και ο λόγος μοιάζει ρεαλιστικός, εν τούτοις ο τρόπος με τον οποίο συγκρούονται τα πρόσωπα στην παράσταση προεκτείνει την υφολογική χροιά του έργου, απομακρύνοντάς την από τον επιφανειακό νατουραλισμό, με αποτέλεσμα η ειδολογική κατάταξή του να μην είναι εύκολη.

Ο θεωρητικός του θεάτρου και κριτικός Σάββας Πατσαλίδης αναφέρει ότι τα «Ορφανά» ανήκουν σε ένα είδος θεατρικής γραφής που θα μπορούσε να ονομαστεί «υπερνατουραλιστική». Έχοντας αυτήν την οπτική κατά νου και δουλεύοντας με τους ηθοποιούς πάνω στο κείμενο (για ενάμιση μήνα στο τραπέζι, κάτι πρωτόγνωρο για μένα σε σχέση με τον τρόπο που δούλευα τα προηγούμενα έργα), ανακαλύψαμε έναν μοναδικό και χαρακτηριστικό «τόνο» με τον οποίο θα μπορούσαν να λεχθούν τα πράγματα, έτσι ώστε να αποκαλυφθούν τα κρυμμένα νοήματα και να τονιστούν οι συνδηλώσεις του κειμένου.Παρόλο που η νέα μετάφραση που έκανα με αφορμή την παράσταση αποδίδει το έργο με γειωμένη, αναγνωρίσιμη και καθημερινή γλώσσα, η οποία -στο γραμμένο χαρτί- μυρίζει σύγκρουση, μάχη, βιαιότητα, ωστόσο οδηγηθήκαμε, τελικά, σε μια αισθητική της σκηνικής πράξης που χαρακτηρίζεται από την απουσία πολλών στιγμών εκτόνωσης και από τη συσσώρευση εσωτερικής έντασης.

Εστιάσαμε, έτσι, όχι τόσο σε αυτά που τα πρόσωπα λένε, όσο σε αυτά που αποσιωπούν επειδή φοβούνται (ή δεν έχουν κέρδος) να αρθρώσουν. Φέρνοντας επί σκηνής -με τις λεπτομέρειες των εκφράσεων, με την ακρίβεια και γεωμετρικότητα των κινήσεων και με την ελλειπτικότητα της ομιλιακής πράξης- το άρρητο κομμάτι του κειμένου, αποφύγαμε τον σκόπελο του ρεαλιστικού παιξίματος και ανοίξαμε έναν χώρο ανάμεσα στον νατουραλισμό και στο παρ-άλογο, ένα πεδίο, ελπίζουμε, ανάδυσης περισσότερων νοημάτων από αυτά που «διαβάζει» κανείς σε πρώτο επίπεδο μέσα στο έργο. Αυτή η αισθητική στη σκηνική έκφραση των ηθοποιών (αν και φαινομενικά ασύμβατη με τη ρεαλιστικίζουσα πλοκή του έργου ή με τον επιτηδευμένα «απλοϊκό», τετριμμένο λόγο της μετάφρασης) είναι αποκαλυπτική ως προς αυτό: Αφήνει χώρο στον θεατή να γίνει συνδημιουργός όχι του πρώτου νοήματος, δηλαδή αυτού που ακούει και βλέπει να συμβαίνει μπροστά του, αλλά όλων εκείνων των οντολογικών και κοινωνικοπολιτικών πτυχών που το έργο υπαινίσσεται. Μας δίνει, με λίγα λόγια, τη δυνατότητα να χρησιμοποιούμε το ίδιο το έργο (με την πλοκή, τους χαρακτήρες και τις μεταξύ τους σχέσεις) ως πρόσχημα μόνο, για να μιλήσουμε για κάτι ευρύτερο: για τον σύγχρονο άνθρωπο σε υπαρξιακή κρίση και για το «άτομο» ως (πάσχουσα) κοινωνική και πολιτική οντότητα.

ορφανα

Πιστεύεις ότι η Τέχνη έχει τη δύναμη να απαντήσει σε αυτά που ζούμε;

Μιλώντας από τη σκοπιά του δημιουργού, βιώνω την εργασία μου στο θέατρο όχι μόνο ως πνευματική διέξοδο, αλλά και ως μια ανοιχτή διαδικασία μάθησης, καταβύθισης στο «εγώ», αλλά και στο «εγώ» σε σχέση με το «εμείς». Σε μια εποχή που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, άρα η κατάσταση ισορροπίας τείνει να χαρακτηριστεί ουτοπία, το θέατρο μου (και μας) προσφέρεται ως μια παρένθεση στον (κοινωνικό) χώρο και χρόνο, ως ένας δοκιμαστικός σωλήνας μέσα στον οποίο λαμβάνουν χώρα κάθε λογής πειράματα. Πειράματα που, κυρίως, γεννούν νέα ερωτήματα, που έχουν τη δύναμη να προκαλούν -γιατί όχι και να ορίζουν-νέες αρχικές συνθήκες.

Ίσως στην αληθινή ζωή να μοιάζει τρομακτικό το να μην λαμβάνει κανείς απαντήσεις που να κατασκευάζουν βεβαιότητες, όμως στην Τέχνη -και στο θέατρο περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού- οι τελικοί προορισμοί κρύβουν κινδύνους: εφησυχασμό, στερεοτυποποίηση και άμβλυνση των κοινωνικών και πολιτικών αντανακλαστικών. Προσωπικά, προετοιμάζω τα έργα και τις παραστάσεις μου με τρόπο που να καλούν τον θεατή να νιώσει ασφαλής μέσα στην αμφισημία και την εκκρεμότητα (σχήμα οξύμωρο, όμως πυρηνικό για τη δημιουργία του χειραφετημένου θεατή), να γίνει συνδημιουργός του νοήματος, ενός νοήματος που συνεχώς φεύγει και υπεκφεύγει, θέτοντας νέα ερωτήματα, και μάλιστα χωρίς ενοχές επειδή δεν προτείνει λύσεις.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0