Η επιβλητική εγκατάσταση του Βλάση Κανιάρη «Αrrivederci willkommen» της δεκαετίας του ’70, με νωπό το βίωμα της μετανάστευσης και έντονη τη δυναμική της μετακίνησης των ανθρώπων, είτε αποχωρίζονται την πατρίδα είτε επιστρέφουν, και όλες τις συνδηλώσεις της τότε χώρας εξαγωγής και τώρα εισαγωγής μεταναστών, υποδέχεται τον επισκέπτη της έκθεσης «Αστυγραφία. Η ζωή της πόλης τις δεκαετίες 1950-1970», που εγκαινιάζεται σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη, επιχειρώντας να πιάσει τον σφυγμό του αστικού βιώματος κατά τις τρεις δεκαετίες των μεγάλων μετασχηματισμών στη μεταπολεμική Ελλάδα. Οι γιγαντοαφίσες του Γιώργου Βακιρτζή πλαισιώνουν διακριτικά το έργο του Κανιάρη, γίνονται ο συνδετικός κρίκος που συνδέει την πόλη με τον κινηματογράφο και ο επισκέπτης μπαίνει αμέσως στο μεδούλι της έκθεσης μέσα από έναν πρωτότυπο διάλογο των εικαστικών με τον κινηματογράφο.
Η αίθουσα περιοδικών εκθέσεων στο κεντρικό κτήριο της Πινακοθήκης μετασχηματίζεται σε μια πάλλουσα διαδρομή, όπου μέχρι τις 3 Μαρτίου 202 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής αλλά και εγκαταστάσεις και φωτογραφίες, σχέδια και αφίσες 78 δημιουργών συνδιαλέγονται με αποσπάσματα 22 ταινιών. «Η πόλη φτιάχνεται ως σκηνικό μέσα από τη φαντασία, τη μνήμη, το βίωμα» εξηγούσε χθες κατά την ξενάγηση των δημοσιογράφων η διευθύντρια της Πινακοθήκης και επιμελήτρια της έκθεσης Συραγώ Τσιάρα, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την ελευθερία που αφήνεται στους επισκέπτες να παρακολουθήσουν την εικαστική διαδρομή μέσα από τη δική τους οπτική. Η εκθεσιακή αφήγηση, άλλωστε, σαν σινεμά «μετακινείται διαρκώς από τη μεγάλη στη μικρή κλίμακα, από την πανοραμική λήψη στο κοντινό πλάνο» έλεγε η Σ. Τσιάρα.

Το συναίσθημα ως όψη της πόλης
Πίνακες με αύρα νοσταλγίας ή εκλεκτικής συγγένειας ανθρώπων που περπατούν στην πόλη τους, όπως τα έργα του Σπύρου Βασιλείου ή του Αλέκου Φασιανού, οπτικές της πόλης από διαφορετικά σημεία, αλλά και η πόλη ως σκηνικό μέσο παράθεσης στιγμιότυπων από την καθημερινή ζωή, έτσι όπως αποτυπώνεται στο «Μαρούσι» του Αγήνορα Αστεριάδη, στην «Οικοδομή» ή στο «Φουτ μπολ» του Παναγιώτη Τέτση, που μέσα από το γιαπί αναδεικνύει τη δυναμική ενέργεια του χτισίματος, αλλά και στην «Απεργία» του Γιάννη Ψυχοπαίδη, που αναδεικνύει τη δυναμική της εργασιακής διεκδίκησης. Το κολάζ «Reportage» της Χρύσας Ρωμανού που αποτυπώνει τις πολλαπλές κοινωνικές όψεις, η μνημειακή αποτύπωση του Χρόνου Μπότσογλου αλλά και ο σεβασμός με τον οποίο απέδωσε τη γυναικεία εργασία, η φωτογραφία «Χριστούγεννα» της Μαρίας Χρουσάκη και οι διάσπαρτες φωτογραφίες του Στέλιου Κασιμάτη, το «Νέον» του Τσαρούχη έτσι όπως συνομιλεί με τις βιτρίνες του Νίκου Παραλή, οι ανθρώπινες μορφές του Γαΐτη και η μνημειακή απόδοση ανθρώπινης εργασίας από τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο, η «Πλύσταρα» του Χρήστου Καπράλου με την οπτική της πόλης από το πάτωμα, μια συστάδα έργων του Γιώργου Ιωάννου, άνθρωποι που χορεύουν στις φωτογραφίες του Χαρισιάδη συνθέτουν μια έκθεση γεμάτη παλμό και δυναμική. Δομημένη σε επτά ενότητες («Σκηνογραφία», «Νοσταλγία», «Γιαπί», «Κοντινό πλάνο», «Θέαμα», «Όνειρα και Συγκρούσεις», «Υλικότητες»), η έκθεση αντιμετωπίζει την πόλη ως εμπειρία, εξετάζει την αστικοποίηση, την ανοικοδόμηση και τη μετανάστευση, την παρακολουθεί να αλλάζει μαζί με τους ανθρώπους, να γίνεται πεδίο συγκρότησης νέων ταυτοτήτων για εσωτερικούς και εξωτερικούς μετανάστες, αγκαλιά και καταφύγιο, αλλά και μηχανισμός αποξένωσης, απόρριψης, μαζικοποίησης και περιθωριοποίησης, όπως και χώρος αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων.

H Ιστορία στην οθόνη
Την ίδια ώρα τρεις οθόνες ανάμεσα στα έργα προβάλλουν αποσπάσματα ταινιών που συνδέονται άμεσα με τις μεταβολές που συντελέστηκαν τις τρεις δεκαετίες, είτε καταγράφοντάς τες είτε πάλι δημιουργώντας κοινωνική συνείδηση. Σκηνές από παρέλαση και τη Μελίνα Μερκούρη να παρακολουθεί διεκδικώντας τη γυναικεία παρουσία στον δημόσιο χώρο μέσα από τα καρέ της «Στέλλας» του Μιχάλη Κακογιάννη, η Μάρω Κοντού να διεκδικεί από τον Γιώργο Κωνσταντίνου το πέρασμα από το ταπεινό σπιτάκι στο δικό τους ρετιρέ στο «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, η μοναχική περιπλάνηση ενός ανθρώπου στην πόλη στην ταινία «Ο Γιάννης και ο δρόμος» της Τώνιας Μαρκετάκη ή οι περιπέτειες μιας ρόδας στην Αττική στην ταινία «Ρόδα» του Θόδωρου Αδαμόπουλου είναι κάποια από τα αποσπάσματα που προβάλλονται.
Εκθεση-παλμογράφος και τομογράφος μιας ολόκληρης εποχής, ένα τολμηρό εγχείρημα με αισθητική και δυναμική, με έργα γνωστών ζωγράφων που δεν έχουμε ξαναδεί ή δεν έχουμε την ευκαιρία να βλέπουμε συχνά, μια έκθεση που παράλληλα τολμάει να αναδείξει κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις της Τέχνης και της εποχής που εξετάζει. Ακόμα και ο κατάλογος της έκθεσης, όπως επέλεξε η επιμελήτρια, δεν είναι έτοιμος από πριν, αλλά αφήνοντας χώρο στο βίωμα, θα ετοιμαστεί αφού οι κειμενογράφοι περιηγηθούν την έκθεση. Φαίνεται πως η Σ. Τσιάρα μπήκε με το πόδι το καλό στην Εθνική Πινακοθήκη, έτοιμη να δώσει το λάκτισμα για τη νέα σελίδα της.