Η συλλογική μνήμη που βασίζεται στις τέχνες είναι πιο εύκολο να ανασύρει μουσικά έργα διαμαρτυρίας και στίχους κοινωνικού σχολιασμού σε σχέση με κινηματογραφικές ταινίες των οποίων την κατασκευή υπαγόρευε κάποιο συγκεκριμένο κοινωνικό φρόνημα. Όπως και να το κάνουμε, ένας άνθρωπος με μια κιθάρα είναι πιο εύκολο και πιο άμεσο να εκφραστεί σε σχέση με έναν άνθρωπο με μια κάμερα. Τα αντανακλαστικά του κινηματογράφου είναι σαφώς πιο αργά, καθώς η δημιουργία μιας ταινίας, από το σενάριο και τα γυρίσματα μέχρι το μοντάζ και τη διανομή, είναι μια χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία. Επιπλέον, μια κινηματογραφική παραγωγή, ακόμη κι όταν συμβαίνει στο ανεξάρτητο περιθώριο και με ελάχιστο προϋπολογισμό, απαιτεί συλλογική εργασία, συνεπώς δύσκολα εντοπίζουμε ταινίες που μίλησαν ακριβώς για την εποχή για την οποία φτιάχτηκαν.
Αυτοί οι περιορισμοί θα πίστευε κανείς ότι θα κάμπτονταν με την επικράτηση της ψηφιακής τεχνολογίας μετά το 2000, καθώς με τη χρήση της ψηφιακής εικόνας οι σκηνοθέτες δεν είχαν ανάγκη το δυσκίνητο και ακριβό φιλμ και το post-production μπορούσε να είναι υπόθεση πιο προσωπική. Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι δεν γυρίζονται πια ριζοσπαστικές ταινίες διαμαρτυρίας. Ακολουθεί μια αναδρομή σε μερικά λαμπρά δείγματα (και κάποια άγνωστα) του είδους, που έμειναν στην Ιστορία - αφού πρώτα την αμφισβήτησαν.

Η απαρχή και οι απόγονοι
Στη δεκαετία του 1970 οι ταινίες που εναντιώνονταν στον πόλεμο του Βιετνάμ έγιναν δημοφιλείς στο πλαίσιο της φοιτητικής αντικουλτούρας, καθώς συνδύαζαν τον οπτικό πειραματισμό με το ξεκάθαρο πολιτικό σύνθημα και επιδίωκαν να επιτεθούν στη συνείδηση του θεατή με ανατρεπτικές εικόνες. Η παρόρμηση των (κυρίως νέων) κινηματογραφιστών να κάνουν αριστερές ταινίες με ευθύβολο πολιτικό μήνυμα φαίνεται να έχει ως επί το πλείστον εκλείψει στις μέρες μας.
H μητέρα των ταινιών διαμαρτυρίας ήταν αδιαμφισβήτητα η «Απεργία» («Strike») του 1925, στην οποία ο μετρ του πολιτικοποιημένου μοντάζ Σεργκέι Αϊζενστάιν αναπαριστά μια αποτυχημένη εξέγερση των εργατών στην τσαρική Ρωσία στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο Αϊζενστάιν είχε πολεμήσει στον Κόκκινο Στρατό προτού υπογράψει κείμενα για την κινηματογραφική γλώσσα και σ’ αυτό το πρωτόλειο αριστούργημα αντιπαραβάλλει τα βάσανα του απλού προλετάριου με τα βασανιστήρια των ζώων.
Πολλές δεκαετίες αργότερα θα συναντήσουμε ένα από τα πιο σημαντικά έργα διαμαρτυρίας του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου, τη «Ματωμένη Αμερική» («Matewan»), που σκηνοθέτησε το 1987 ο Τζον Σέιλς. Ένας συνδικαλιστής (Κρις Κούπερ) βοηθάει μια ομάδα ανθρακωρύχων που απεργούν διεκδικώντας καλύτερες αμοιβές, όμως η εταιρεία έχει προσλάβει μια ιδιωτική αστυνομική δύναμη για να καταστείλει τους απεργούς, με αποτέλεσμα μια μάχη που άφησε πολλούς νεκρούς.
Η αμφισβήτηση του ’60
Τα γεγονότα του Μάη του ’68 έδωσαν κίνητρο σε σκηνοθέτες να γυρίσουν ταινίες πολιτικού περιεχομένου, ανάμεσα στις οποίες κυριαρχεί το «Εάν...» («If…»), που αντανακλά πλήρως το φρενήρες κλίμα της νεανικής αμφισβήτησης και της σπουδαστικής αντίδρασης απέναντι σε ένα αυταρχικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η ταινία του Λίντσεϊ Άντερσον διαδραματίζεται σε ένα σχολείο αρρένων που ελέγχουν οι τελειόφοιτοι μαθητές, οι οποίοι λειτουργούν ως βοηθητικοί επόπτες των καθηγητών και διατηρούν θέσεις εξουσίας απέναντι στους πρωτοετείς. Ο πιο αντικομφορμιστής μαθητής αποφασίζει να μην συμβιβαστεί με το συντηρητικό σύστημα κανόνων που θυμίζει σωφρονιστικό κατάστημα και αντιδρά στο τυραννικό καθεστώς.
Από την ίδια επαναστατική μήτρα γεννήθηκε το «Medium cool» (1969) του Χάσκελ Βέξελ, μία από τις σπουδαιότερες ταινίες της αμερικανικής αντικουλτούρας, με πρωταγωνιστή τον Ρόμπερτ Φόρστερ στον ρόλο ενός φιλόδοξου νεαρού οπερατέρ ειδήσεων που εμπλέκεται στις ταραχές στο συνέδριο των Δημοκρατικών το ’68. Παρατηρώντας μαύρους ακτιβιστές, ριζοσπάστες, υποστηρικτές του Νίξον και καταπιεσμένες γυναίκες, ο σκηνοθέτης υπογραμμίζει τη μετάβαση των νέων σε μια πολιτικοποιημένη και φορτισμένη ιδεολογικά εποχή, στην καρδιά των αναταραχών ενός βαθιά διχασμένου έθνους.

Η καταστολή και τα κινήματα
Σαφώς πιο σκληρό σε περιεχόμενο ήταν το «Punishment park» (1971) του ασυμβίβαστου Βρετανού Πίτερ Γουάτκινς, ο οποίος οργάνωσε στην καυτή έρημο την αναπαράσταση ενός απολυταρχικού κράτους, όπου κάθε αντίθετη άποψη συντρίβεται από τις δυνάμεις καταστολής. Οι ανατρεπτικοί διαδηλωτές αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα σε δρακόντειες ποινές φυλάκισης ή σε ένα θανάσιμο κυνηγητό στην έρημο χωρίς προμήθειες ή νερό, με τους ένοπλους εθνοφρουρούς να τους ακολουθούν. Ο Γουάτκινς αναπαριστά ένα φασιστικό κράτος στο όριο της δυστοπίας, όμως εκείνα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για ριζοσπάστες σήμερα μοιάζουν ανατριχιαστικά προφητικά.
Οσοι αντέξουν το «Punishment park» αξίζει να αναζητήσουν το «Born in flames» (1983), που προσεγγίζει παρατάξεις φεμινιστικών ομάδων στη Νέα Υόρκη οι οποίες διαφωνούν για τις μεθόδους δράσης που θα ακολουθήσουν, με επικρατέστερες απόψεις ένα τρομοκρατικό σχέδιο και την απαίτηση να αμείβονται οι γυναίκες για τις δουλειές του σπιτιού. Αυτή τη συναρπαστική φεμινιστική ταινία φαντασίας υπογράφει η Λίζι Μπόρντεν, η οποία δανείστηκε το όνομα μιας διάσημης γυναίκας serial killer. Εξίσου ισχυρή φεμινιστική ταινία είναι η συγκλονιστική βιογραφία της Ρόζα Λούξεμπουργκ («Rosa Luxemburg»), που υπέγραψε το 1986 η Γερμανίδα Μαργκαρέτε φον Τρότα και εστίασε με εξαιρετικό τρόπο στον διχασμό ανάμεσα στους Σοσιαλιστές και στις πιο ριζοσπαστικές παρατάξεις και στην πολιτική δολοφονία που θα καθόριζε την ιδέα του αριστερού ηρωισμού για τις επόμενες δεκαετίες.
Μάρτυρες και αντάρτες
Η σημαντικότερη ταινία που γυρίστηκε ποτέ για τον ανταρτοπόλεμο ήταν «Η μάχη του Αλγερίου» (1966) του Τζίλο Ποντεκόρβο, που απεικόνισε τους Αλγερινούς αντάρτες που πήραν θέση ενάντια στη γαλλική κυβέρνηση στα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέσα από σκληρές εικόνες σε στιλ ειδησεογραφικού ρεπορτάζ, με τη μουσική του Ένιο Μορικόνε να ενισχύει τον πολιτικό νεορεαλισμό της ταινίας.
Από θυμό είναι φτιαγμένο το «Get on the bus» (1996) του Σπάικ Λι, μία από τις λιγότερο γνωστές δημιουργίες του σκηνοθέτη τού «Κάνε το σωστό». Μια ομάδα ετερόκλητων χαρακτήρων πάει με το λεωφορείο στην Ουάσιγκτον για την ιστορική πορεία διαμαρτυρίας εναντίον των φυλετικών διακρίσεων του 1995, στην οποία πήραν μέρος πάνω 1 εκατομμύριο Αφροαμερικανοί.
Στο αριστουργηματικό «Είμαι η Κούβα» του 1964 ο σκηνοθέτης Μιχαήλ Καλατόζοφ χρησιμοποιεί καινοτόμες τεχνικές για να απεικονίσει τέσσερις βινιέτες για τη ζωή, την επανάσταση και την ανισότητα. Σε μια ιστορία βλέπουμε έναν φοιτητή που ξεκινάει μια διαμαρτυρία κατά της διεφθαρμένης τοπικής αστυνομίας, αλλά σκοτώνεται στην ταραχή που ακολουθεί. Η κινηματογραφική μολότοφ του «Μίσους» («La haine») του Ματιέ Κασοβίτς δεν θα αργούσε να σκάσει στις κινηματογραφικές οθόνες.

Η εργαλειοποίηση του Χόλιγουντ
Μακριά από την ανάγκη επίκαιρης πολιτικής αυτοέκφρασης των ανεξάρτητων κινηματογραφιστών βρίσκεται η τάση της βιομηχανίας να κερδίζει σε στάτους και χρήματα όταν σερβίρει εκ του ασφαλούς τις προοδευτικές ιδέες που έχουν ζήτηση σε κάθε εποχή. Από την επική βιογραφία του Τζον Ριντ, του ιδρυτή του κομμουνιστικού εργατικού κόμματος, από τον Γουόρεν Μπίτι στο «Reds» και τη βιογραφία του ομοφυλόφιλου ακτιβιστή Χάρβεϊ Μιλκ από τον Γκας βαν Σαντ στο «Milk» μέχρι το «Selma», για την πορεία με μπροστάρη τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τα Όσκαρ πέφτουν βροχή όταν πρόκειται για μια καλή παραγωγή που σερβίρει στο κοινό μια αποδεκτή εκδοχή των πεπραγμένων των μαχητών για ελευθερία και των ιερών τοτέμ του προοδευτικού κόσμου.
Κάπως έτσι συνέβη και με τη «Δίκη των 7 του Σικάγο» (2020), που έδειξε τα γεγονότα κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου των Δημοκρατικών στο Σικάγο, όταν οι οδομαχίες στους δρόμους για όσα συνέβαιναν στο Βιετνάμ πήραν διαστάσεις και η κυβέρνηση του Λίντον Τζόνσον έδωσε το σήμα για πλήρη καταστολή, κάτι που τις μεταμόρφωσε σε εξέγερση. Ο Άαρον Σόρκιν επικαλέστηκε αυθεντικό υλικό για να το αναμείξει με το σκηνοθετημένο. Κι ας υποβίβασε μια υπόθεση συνολικού πολιτικού ζητήματος σε περίπτωση ενός στριφνού δικαστή - σε μια αμερικανικού τύπου προσωποποίηση του προβλήματος.
Τα πιο συγκλονιστικά ντοκιμαντέρ διαμαρτυρίας
Το «In the year of the pig» (1968) παρουσιάζει μια εναλλακτική ανάγνωση του πολέμου του Βιετνάμ από την οπτική γωνία των Βιετναμέζων και των Γάλλων αποικιοκρατών μέσα από αφηρημένες εικόνες που καλύπτουν δεκαετίες εχθρότητας. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το «Hearts and minds» (1974), το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ που απεικονίζει τη φρίκη του πολέμου παράλληλα με τις ρατσιστικές ύβρεις από τους στρατιωτικούς επιτελείς.
Στο «Harlan County, USA» του 1977 βλέπουμε τον αγώνα των ανθρακωρύχων του Κεντάκι να συνδικαλιστούν ενώ η εταιρεία τους, φοβούμενη ενδεχόμενο ντόμινο, αρνήθηκε να υπογράψει τη συλλογική τους σύμβαση πυροδοτώντας μια πολύμηνη απεργία.
Το «Salt of the earth» (1954) επικεντρώνεται στους Μεξικανούς σε μια εποχή που το έθνος ζούσε κάτω από μια παρανοϊκή κομμουνιστική απειλή. Η απεργία σε μια εταιρεία ψευδαργύρου στο Νέο Μεξικό το 1951 αναδεικνύει τις ρατσιστικές πρακτικές της εποχής και τον εσωτερικό μισογυνισμό μέσα στην κοινότητα των ανθρακωρύχων.
Με το «Black Power mixtape» (2011) ο σκηνοθέτης Γκόραν Όλσεν έριξε μια συναρπαστική ματιά στο κίνημα της Μαύρης Δύναμης μέσα από ντοκουμέντα που είχαν χαθεί σε αρχεία του ραδιοτηλεοπτικού δικτύου της Σουηδίας, τα οποία περιείχαν συγκεντρώσεις των Μαύρων Πανθήρων και συνομιλίες ανάμεσα σε πολιτικούς ακτιβιστές. Όσοι ενδιαφέρονται ας αναζητήσουν και το πρόσφατο «I’m not your negro».
Πιο μεστό και φιλοσοφημένο είναι το «She’s beautiful when she’s angry» (2014), που αναζητά τη γέννηση του κινήματος της απελευθέρωσης των γυναικών μέσα από συνεντεύξεις προσώπων που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή και επιτρέπει να εκφράζεται μια μεγάλη ποικιλία απόψεων χωρίς φοβάται να αναδείξει τις αντιφάσεις και τις πολυπλοκότητες της φεμινιστικής σκέψης.
Τέλος, το προβοκατόρικο «The killing of America» (1981) εξετάζει την αλματώδη αύξηση των δολοφονιών στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με μια συρραφή από βίαια περιστατικά. Το ντοκιμαντέρ βρίθει από αποκρουστικό υλικό δολοφονιών, μαζικών πυροβολισμών και αιρέσεων θανάτου.