Ο πρόεδρος της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο, έχει βάλει στόχο να παρακολουθεί δύο αγώνες την ημέρα στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Βόρειας Αμερικής. Μέσα σε λίγες ημέρες εμφανίστηκε στο Μεξικό Σίτι, τη Γουαδαλαχάρα, το Λος Άντζελες, το Σαν Φρανσίσκο, το Βανκούβερ και το Μαϊάμι, διασχίζοντας ξανά και ξανά την ήπειρο από άκρη σε άκρη. Για να το πετύχει χρησιμοποιεί ιδιωτικό αεροσκάφος που του παρέχει η Qatar Airways στο πλαίσιο της χορηγικής της σχέσης με την παγκόσμια ομοσπονδία ποδοσφαίρου.
Θα μπορούσε να είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια της φετινής διοργάνωσης. Το περιστατικό αποτυπώνει όμως κάτι βαθύτερο. Την ώρα που ο Ινφαντίνο ταξιδεύει ασταμάτητα ανάμεσα σε γήπεδα που απέχουν χιλιάδες χιλιόμετρα μεταξύ τους, έκθεση της οργάνωσης New Weather Institute χαρακτηρίζει το Μουντιάλ του 2026 το πιο ρυπογόνο στην ιστορία της διοργάνωσης.
Σύμφωνα με την έκθεση, το φετινό Μουντιάλ θα απελευθερώσει στην ατμόσφαιρα περισσότερους από 9 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων που ευθύνονται για την υπερθέρμανση του πλανήτη, εκπομπές σχεδόν διπλάσιες από τον μέσο όρο των τεσσάρων προηγούμενων Παγκοσμίων Κυπέλλων αθροιστικά. Αν οι εκτιμήσεις επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα που έχει αφήσει ποτέ η κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση.
Η βασική αιτία δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού συμμετέχουν 48 ομάδες αντί για 32. Οι αγώνες αυξήθηκαν από 64 σε 104. Και το τουρνουά απλώνεται σε τρεις χώρες και δεκάδες πόλεις που συχνά απέχουν μεταξύ δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα.
Από το Βανκούβερ μέχρι το Μαϊάμι και από το Σιάτλ μέχρι το Μεξικό Σίτι, το ποδόσφαιρο μετακινείται κυρίως με αεροπλάνο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της έκθεσης, μόνο οι αεροπορικές μετακινήσεις θα ευθύνονται για περίπου 7,7 εκατομμύρια τόνους εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Πρόκειται για ποσοστό που αντιστοιχεί στη συντριπτική πλειονότητα του συνολικού αποτυπώματος της διοργάνωσης.
Το συμπέρασμα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί ανατρέπει ένα βασικό αφήγημα της FIFA. Σε αντίθεση με το Κατάρ, όπου κατασκευάστηκαν νέα γήπεδα και τεράστιες υποδομές ειδικά για το Μουντιάλ, η διοργάνωση του 2026 βασίζεται κυρίως σε ήδη υπάρχοντα στάδια. Η ομοσπονδία παρουσίασε έτσι την επιλογή της Βόρειας Αμερικής ως περιβαλλοντικό πλεονέκτημα.
Το πρόβλημα όμως δεν εξαφανίστηκε. Απλώς μεταφέρθηκε αλλού. Το περιβαλλοντικό κόστος δεν προέρχεται πλέον τώρα από το τσιμέντο και τις κατασκευές, αλλά από τις αερομεταφορές, την εφοδιαστική αλυσίδα και τη διαρκή μετακίνηση χιλιάδων ανθρώπων σε μια διοργάνωση που απλώνεται σε μια τεράστια έκταση.
Η ίδια η κλιματική αλλαγή απειλεί έτσι να επηρεάσει το τουρνουά που συμβάλλει στην επιδείνωση της. Η έκθεση επισημαίνει ότι αρκετές από τις πόλεις που φιλοξενούν αγώνες αντιμετωπίζουν ήδη αυξανόμενους κινδύνους ακραίας ζέστης. Το Ντάλας, το Χιούστον, το Μαϊάμι και το Μοντερέι συγκαταλέγονται στις περιοχές όπου οι υψηλές θερμοκρασίες και η υγρασία ενδέχεται να δημιουργήσουν σοβαρές δυσκολίες τόσο για τους ποδοσφαιριστές όσο και για τους φιλάθλους.
Τα τελευταία χρόνια οι μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις έχουν υιοθετήσει τη γλώσσα της βιωσιμότητας, των πράσινων επενδύσεων και της κλιματικής ουδετερότητας. Ταυτόχρονα όμως γίνονται ολοένα μεγαλύτερες, ακριβότερες και πιο εξαρτημένες από τις αερομεταφορές.
Το Μουντιάλ του 2026 αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η FIFA φιλοδοξεί να διοργανώσει το μεγαλύτερο, πιο εμπορικό και πιο κερδοφόρο Παγκόσμιο Κύπελλο όλων των εποχών. Όμως η ίδια η κλίμακα της διοργάνωσης τελικά μετατρέπεται στο μεγαλύτερο περιβαλλοντικό της πρόβλημα.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το ποδόσφαιρο. Αφορά το κατά πόσο οι μεγαλύτερες παγκόσμιες διοργανώσεις μπορούν να συνεχίσουν να επεκτείνονται χωρίς όρια σε έναν πλανήτη που θερμαίνεται ολοένα και ταχύτερα. Και το Μουντιάλ της Βόρειας Αμερικής ίσως είναι η πρώτη διοργάνωση που θέτει αυτό το ερώτημα με τόση αμεσότητα.